«Οι φίλοι μου τα μάζεψαν και φύγαν απ’ τη χώρα

Ποιος ξέρει εκεί τι ώρα να ‘ναι τώρα

Άλλος πήγε στο Άμστερνταμ κι άλλος στο Βερολίνο

Κι άλλος με μια βαλίτσα στο Λονδίνο

Κορόιδευα της ξενιτιάς τα γραφικά τραγούδια

Που ακούγανε και κλαίγαν τα παππούδια

Τώρα τρίβω τα μάτια μου κι όλο μετράω μίλια

Κουνώντας ηλεκτρονικά μαντίλια

……….

Κουράγιο φιλαράκια μου η μπόρα θα περάσει

Εμείς βέβαια θα ‘χουμε γεράσει

Θα βλέπω τα εγγόνια σας και θα σας κάνω like

Κι αγάπη θα σας στέλνω απ’ το skype»

Στίχοι- Μουσική-Ερμηνεία: Σπύρος Γραμμένος

https://www.youtube.com/watch?v=E6anpZ1YJOI

Θα μπορούσα να ξεκινήσω αυτό το κείμενο με διάφορα κλισέ όπως «η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της» ή το στίχο του ποιητή «όπου κι αν πάω η Ελλάδα με πληγώνει». Αλλά λέω να αφήσω τα κλισέ και να μιλήσω για μένα. Για μένα και τους φίλους μου που έφυγαν για τα ξένα!

Ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε «άνετα». Οικονομικά άνετα. Μεγαλώσαμε χωρίς στερήσεις και μία μοναδική νουθεσία: «Να περάσετε στο Πανεπιστήμιο. Μόνο έτσι θα έχετε μέλλον στη ζωή σας». Όταν λοιπόν η γενιά μου πέρασε στο Πανεπιστήμιο το σωτήριο έτος 2007,ούτε φανταζόμασταν ότι θα ερχόταν η μέρα που ο Γιωργάκης ο Παπανδρέου θα ανακοίνωνε την είσοδό μας στα μνημόνια (αν και έπρεπε να το περιμέναμε, αφού η οικονομική κρίση είχε ήδη αρχίσει να αχνοφαίνεται). Στην αρχή του ακούσματος της ανακοίνωσης, ήμουνα στη Σαντορίνη με τις άλλες της γενιάς μου, οπότε δεν καταλάβαμε ακριβώς τι είπε. Ούτε και κανείς άλλος νομίζω. Τα αποτελέσματα άρχισαν να φαίνονται πολύ αργότερα με αποτέλεσμα να έχουμε φτάσει στο 2018 και οι συντάξεις να έχουν μειωθεί στο ελάχιστο και αναμένεται συνέχεια, η ανεργία να αυξάνεται και όσοι εργάζονται, να δουλεύουν για 492 ευρώ (καθαρά). Οι συνέπειες πάμπολλες, που δεν αφορούν αυτό το θέμα βέβαια, καθώς εμείς θα εστιάσουμε στο πώς όλο αυτό επηρέασε εμάς, τη γενιά των 26-32.

Είναι γνωστό ότι, από πολύ νωρίτερα, νέοι έφευγαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Πάντα όμως είχαν στο μυαλό τους να γυρίσουν, γιατί πήγαιναν να σπουδάσουν επειδή «το χαρτί από το εξωτερικό μετρούσε πιο πολύ» ή επειδή «θα είχαν- επιστρέφοντας- καλύτερο μισθό». Είδατε κανέναν να γυρνάει; Μπα… Βρήκαν δουλειές εκεί και «ρίζωσαν». Και με το πέρασμα των χρόνων ένας ένας φεύγει για κάπου αλλού. Πιο συχνά Ευρώπη, λίγο πιο σπάνια Αμερική ή Αυστραλία, αλλά φεύγουν. Τα γιατί πολλά, οι αφορμές ακόμη περισσότερες, η αιτία μία: αφού ουσιαστικά μας διώχνουν τι να κάνουμε; Ανεργία, οικονομική ανέχεια, χαμηλό επίπεδο σπουδών, προβλήματα στον τομέα της υγείας, καμία βοήθεια για να ζήσουμε.

Έχουμε μείνει πίσω μερικοί, δε λέω, αλλά από κάθε παρέα ακούς ότι κάποιος έχει φύγει για κάπου καλύτερα. Είναι όμως καλύτερα;

ΤΑ ΝΟΥΜΕΡΑ

Ειδικός δεν είμαι, οπότε ψάχνοντας, ανακάλυψα ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με τη μετανάστευση από την Ελλάδα της κρίσης προς άλλες χώρες. Πρέπει, βέβαια, να επισημανθεί ότι τα στοιχεία είναι ακόμη θολά και ως προς τις αιτίες της μετανάστευσης, αλλά και ως προς συγκεκριμένους αριθμούς.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν: Διανύουμε, πλέον, το τρίτο μαζικό μεταναστευτικό κύμα στην ιστορία της Ελλάδας. Το Σεπτέμβριο του 2016, το ΥΠΕΞ κατέθεσε στη Βουλή στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού, τα οποία καταδεικνύουν τις μεταναστευτικές ροές των Ελλήνων κατά την διάρκεια της κρίσης. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στο έγγραφο του Υπουργείο Εξωτερικών, «τα στοιχεία αυτά δεν αποτυπώνουν με απόλυτη ακρίβεια την πραγματικότητα, καθώς δεν υφίσταται διαδικασία υποχρεωτικής δήλωσης και καταγραφής των Ελλήνων που διαβιούν στο εξωτερικό στις κατά τόπους ελληνικές πρεσβευτικές και προξενικές αρχές». Με όσα στοιχεία υπάρχουν, προκύπτουν, εν συντομία, τα εξής:

  • Οι πιο δημοφιλείς προορισμοί των Ελλήνων στο εξωτερικό είναι η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, η Αυστραλία, η Κύπρος, η Νορβηγία, η Ολλανδία και οι ΗΠΑ, ενώ ακολουθούν η Αυστρία, το Βέλγιο, η Ελβετία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

  • Στη Γερμανία από το 2010 έως το 2015 (τα στοιχεία του 2015 είναι προσωρινά) μετανάστευσαν 157.055 Έλληνες εκ των οποίων περίπου οι μισοί (70.453) είναι μεταξύ 25 και 50 ετών.

  • Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Αριθμός Κοινωνικής Ασφάλισης είναι απαραίτητος για την είσοδο στην αγορά εργάσιας, οπότε πρόκειται για τον ασφαλέστερο δείκτη του αριθμού Ελλήνων που μένουν εκεί. Μόνο το 2015, μετέβησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο 12.022 Έλληνες (από 2.931 το 2008) εκ των οποίων οι 5.388 είναι μεταξύ 25 και 34 ετών.

  • Στη γειτονική Κύπρο έχουν βρεθεί 31.474 Έλληνες από το 2010-2015.

  • Στην Ολλανδία προκύπτει αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος, καθώς από 16.000 Έλληνες που ήταν πριν από το 2010, σήμερα ανέρχονται σε 24.000, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι 2.500 φοιτητές.

  • Ο αριθμός των Ελλήνων που μετανάστευσε στη Νορβηγία κατά τα έτη 2010-2016 ανέρχεται στους 8.217.

  • Στη Γαλλία δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία αλλά εκτιμάται ότι στο Παρίσι διαμένουν άνω των 15.000 Ελλήνων και 1.500-2.000 φοιτητές.

  • 6.165 Έλληνες πολίτες εγκαταστάθηκαν στην Αυστρία μεταξύ 2010-2015, ενώ επέστρεψαν 3.235.

  • Στη Δανία, ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που μετανάστευσαν την περίοδο 2010-2015 είναι 2.630, με μία ανοδική τάση κάθε έτος.

  • Εκτός Ευρώπης, η χώρα που προσελκύει τους περισσότερους Έλληνες είναι η Αυστραλία. Με βάση τα στοιχεία των ελληνικών διπλωματικών αρχών του 2015, παρατηρήθηκε αύξηση των αφίξεων Ελλήνων μετά το 2010 στην Αυστραλία, με ροή περί τους 9.000 κατ’ έτος. Όπως σημειώνεται στο έγγραφο του ΥΠΕΞ, οι περισσότεροι εξ’ αυτών δεν καταγράφονται ως νέες αφίξεις γιατί πρόκειται με ομογενείς με διπλή υπηκοότητα.

  • Στις ΗΠΑ, στο διάστημα 2010-2014 έχουν χορηγηθεί σε Έλληνες 6.340 άδειες παραμονής, με καθεστώς μόνιμου κατοίκου. Αντίστοιχα στοιχεία παρατηρούνται και στον Καναδά.

  • Σημαντικός είναι ο αριθμός των Ελλήνων που επέλεξαν ως χώρα προορισμού αραβικές χώρες (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Κουβέιτ)

Για περισσότερες λεπτομέρειες: https://big.assets.huffingtonpost.com/elinmet.pdf

Όμως εδώ μιλάμε για αριθμούς. Τι γίνεται όταν πίσω από έναν αριθμό κρύβεται ένας άνθρωπος και μια ολόκληρη ζωή; Βρήκα μία ευκαιρία να μιλήσω (ακόμη μία φορά) με τους φίλους μου. Τους ρώτησα τα πάντα με λεπτομέρειες, αλλά τελικά πάντα κατέληγα: Πόσο «καλύτερα» είναι κάπου, όταν σου λείπει η Ελλάς;

ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΙ Η ΣΤΕΥΗ

Ο Κώστας και η Στεύη έφυγαν το 2016. Λίγο ξαφνικά, λίγο απρόσμενα, η Στεύη ετοιμαζόταν να φέρει στην παρέα μας μία μικρή μπουμπού. Οι γονείς της ήταν από χρόνια στη Γερμανία και ο Κώστας με τη Στεύη έμεναν μαζί, εργάζονταν σε γνωστές καφετέριες των Εξαρχείων και ζούσαν τον έρωτα και τη δεύτερη εφηβεία τους στην Ελλάδα της κρίσης. Κάπου εκεί, ήρθε στη ζωή τους και στη ζωή μας η μικρή Άρτεμις.

«Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε σκεφτεί να φύγουμε εξωτερικό… ο λόγος που –τελικά- μεταναστεύσαμε ήταν η εγκυμοσύνη! Το Ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να μας στηρίξει ούτε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ούτε μετά, καθώς τα ένσημα που είχαμε ήταν λίγα για κάποια επαρκή επιδότηση. Οπότε, έχοντας μόνον ο ένας τη δυνατότητα να δουλεύει για κάποιο διάστημα και ζώντας σε ενοίκιο, θα ήταν πολύ δύσκολη η επιβίωση μας στην Ελλάδα! Αντιθέτως, στη Γερμανία το κράτος θα μας παρείχε από την αρχή ασφάλιση, 2 διαφορετικά επιδόματα για το παιδί, επίδομα ενοικίου, επίδομα θέρμανσης, πληρωμένα τα μαθήματα γλώσσας που απαιτούνται για το ξεκίνημα, δουλειά και ένα επαρκές ποσό στον κάθε έναν από το ταμείο ανεργίας που αναλογεί στα μηνιαία έξοδα, οπότε και είχαμε εξασφαλίσει από την αρχή την επιβίωση μας.»

Κάπου εδώ ενθουσιάστηκα και τους ρώτησα αν ισχύουν ακόμη αυτά: «Κοίτα, ήρθαμε την τελευταία χρονιά που η Γερμανία είχε ακόμα σε ισχύ τους τότε νόμους για τους μετανάστες, οπότε λόγω ηλικίας ήταν και πιο εύκολα να ενταχθούμε στο Γερμανικό κράτος. Τώρα οι καινούργιοι νόμοι απαιτούν 5 χρόνια μόνιμης εργασίας στη χώρα, ανεξαρτήτου ηλικίας, ώστε να δικαιούσαι από το κράτος τις παροχές του».

Μου μίλησαν μετά για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν: «Φυσικά δεν ήταν όλα εύκολα! Το δυσκολότερο κομμάτι ήταν η προσαρμογή…Ξαφνικά έπρεπε να ενταχθούμε σε ένα κράτος πολύ διαφορετικό από αυτό που έχουμε μεγαλώσει και μάθει, να προσαρμοστούμε με τη νοοτροπία των ανθρώπων και φυσικά, να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε ότι η οικογένεια, οι φίλοι και γενικά, όλη η ζωή που είχαμε μέχρι τότε, μένουν πίσω και ξεκινάμε μια καινούργια ζωή. Ο χρόνος προσαρμογής υπολογίζεται στα 3 χρόνια κατά μέσο όρο, αν και πολλοί μετανάστες πιστεύουμε ότι δεν προσαρμόζεσαι ποτέ, απλά συνηθίζεις και το ξεπερνάς! Δυσκολευτήκαμε στο να βρούμε σπίτι… γνωστό πρόβλημα εδώ στη Γερμανία. Νοικιάζουν πολύ δύσκολα σπίτια όταν δεν υπάρχει μόνιμη δουλειά και καλό εισόδημα. Και αυτά που νοικιάζονται χρειάζονται ανακαινίσεις. Στην αναζήτηση εργασίας σταθήκαμε τυχεροί και από το δεύτερο χρόνο που ολοκληρώθηκαν με επιτυχία τα μαθήματα γλώσσας, βρέθηκε καλή δουλειά».

Εσείς ήσασταν τυχεροί ή ακούτε και από άλλους παρόμοιες ιστορίες; «Προφανώς δεν είναι πάντα έτσι… Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα που έχουμε ακούσει για εκμετάλλευση, 10-12 ώρες εργασίας με τον κατώτατο μισθό και, πολλές φορές, χωρίς ασφάλιση. Το λυπηρό είναι ότι οι περισσότεροι είναι Έλληνες επιχειρηματίες που εκμεταλλεύονται τους Έλληνες νέο-μετανάστες!»

Εδώ έμεινα με το στόμα ανοιχτό, αλλά συνέχισα. Πώς είναι εκεί μετά από 2 χρόνια και τι σκέφτονται για το μέλλον; «Το σίγουρο είναι ότι εδώ είναι ένα ασφαλές περιβάλλον για να μεγαλώσει το παιδί μας και υπάρχουν πολλές δυνατότητες να σπουδάσει και να εξελιχθεί όσο καλυτέρα μπορεί. Δυστυχώς, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή υστερεί στο σύστημα υγείας και παιδείας, που είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο όταν έχεις παιδί. Πάντα έχουμε στο μυαλό μας την Ελλάδα. Νομίζω ότι δεν περνά μέρα που να μην συζητάμε για την Ελλάδα. Μας λείπει πολύ η οικογένεια και μας στοιχίζει εν μέρει που η κόρη μας μεγαλώνει μακριά… Μακάρι κάποτε να μπορέσει η Ελλάδα να στηρίξει πάλι τους Έλληνες και όχι να τους αναγκάζει να ξενιτεύονται! Την αγαπάμε πολύ τη χώρα μας και πάντα υπάρχει στόχος να γυρίσουμε πίσω».

Η ΠΕΝΝΥ

Την Πέννυ τη γνώρισα μάλλον όταν ήμουν στο δημοτικό και, με μια μικρή διαφορά ηλικίας, περάσαμε όλο το σχολείο μαζί. Η Πέννυ ήταν, πάντα, η καλύτερη μαθήτρια και συνέχισε να είναι η καλύτερη φοιτήτρια στο Πολυτεχνείο, αφού σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός. Μια μέρα η Πέννυ έφυγε για την Αγγλία, συγκεκριμένα για το Λονδίνο.

«Στο Λονδίνο είχα έρθει για ένα μονοετές μεταπτυχιακό με κανένα απολύτως σχέδιο μόνινης παραμονής. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα καλό πτυχίο σε ένα καλό πανεπιστήμιο, έτσι ώστε να μπορέσω πιο εύκολα να βρω δουλειά στην ελληνική αγορά εργασίας, που είχε ήδη αρχίσει να παίρνει την κατιούσα… Ε, και ήθελα φυσικά και για ένα μόνο χρόνο την εμπειρία του εξωτερικού. Και, πράγματι, τελείωσα το μεταπτυχιακό και χαρούμενη γύρισα πίσω, πανέτοιμη να ξεκινήσω τη καριέρα μου! Και εκεί είναι που το πράγμα δυσκόλεψε πολύ… Έψαχνα για δουλειά για έναν ολόκληρο χρόνο. Από αγγελίες, από γνωστούς, από γνωστούς γνωστών. Τίποτα… Αιτήσεις, βιογραφικά, και ούτε καν απάντηση δε λάμβανα τις περισσότερες φορές… Απογοητεύτηκα πολύ και, μετά από 8 μήνες συνεχούς και άκαρπης αναζήτησης, αποφάσισα να ξεκινήσω κάποιες αιτήσεις στο Λονδίνο. Δεν ήταν τόσο ότι, συνειδητοποιημένα, αποφάσισα να μεταναστεύσω, όσο το ότι είχα ανάγκη να απαντήσουν σε κάποια αίτηση μου, να διαπιστώσω εάν το πρόβλημα ήταν η κατάσταση στην Ελλάδα ή εγώ η ίδια… Ε, αυτό ήταν! Πριν κάνω καν κάποια αίτηση και ενώ έιχα ζητήσει από τον επιβλέποντα καθηγητή μου του μεταπτυχιακού μία συστατική επιστολή, εκείνος μου πρότεινε να κάνω διδακτορικό με υποτροφία. Τα αισθήματα μου ήταν τόσο μπερδεμένα τότε. Από τη μία, δεν ήθελα καθόλου να φύγω από την Ελλάδα, αλλά από την άλλη η προσφορά ήταν πολύ καλή. Διδακτορικό με μισθό, σε καλό πανεπιστήμιο και χωρίς καν να κάνω αίτηση. Όσο το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ ενθουσιαζόμουν. Και όταν έμαθα ότι στην Αγγλία το διδακτορικό διαρκεί 3-4 χρόνια υποχρεωτικά (και ότι επομένως θα μπορούσα να γυρίσω πίσω σχετικά σύντομα) το πήρα απόφαση! Και ήταν η πιο σωστή απόφαση που έχω πάρει ποτέ! Στην αρχή ήταν λίγο “άβολα” μέχρι να βρω τους ρυθμούς μου και να προσαρμοστώ στην ομολογουμένως διαφορετική καθημερινότητα: συνήθειες, ωράρια, καιρός… Αυτή η άχαρη, όμως, περίοδος κράτησε πολύ λίγο. Όλοι ήταν φιλόξενοι, φιλικοί και ευγενικοί και με βοήθησαν πολύ να προσαρμοστώ στη νέα κατάσταση».

Όταν τη ρώτησα αν είχε κάποια διαφορετική αντιμετώπιση, επειδή ήταν Ελληνίδα, μου είπε: «Στην εθνικότητά μου δε δόθηκε ποτέ ούτε θετικό, αλλά ούτε και αρνήτικο πρόσημο. Εξάλλου σε μία τόσο “καθώς πρέπει” και “politically correct” κοινωνία που, τουλάχιστον θεωρητικά, είναι απολύτως αντίθετη σε κάθε είδους διάκριση, δε θα έδειχνε κανείς συμπάθεια ή αντιπάθεια σε κάποιον μόνο και μόνο λόγω της εθνικότητάς του – κυρίως μάλιστα στα πλαίσια ενός ακαδημαϊκού περιβάλλοντος».

Τι της αρέσει περισσότερο στο Λονδίνο; «Είναι μία πανέμορφη πόλη, καθαρή, φροντισμένη και οργανωμένη. Οι επιλογές δραστηριοτήτων και τρόπου διασκέδασης είναι τόσες πολλές που, ακόμα και σήμερα, 5 χρόνια μετά, ανακαλύπτω νέα μερη που με ενθουσιάζουν».

Πόσο ακριβή, όμως, είναι εκεί η ζωή και πόσο ένας μισθός μπορεί να καλύψει τα τρέχοντα; «Είναι αδιαμφισβήτητα μία ακριβή πόλη με πιο μεγάλο κόστος αυτό της στέγασης. Οι μισθοί, τουλάχιστον σε αρχικό στάδιο, είναι τόσοι ώστε να μπορείς να ζεις άνετα χωρίς όμως να “βάζεις κάτι στην άκρη”. Παρόλ’αυτά, ποτέ δεν ένιωσα ότι ζω μίζερα ή ότι αδικούμαι μισθολογικά. Αντιθέτως, διαπίστωσα ότι η καλή δουλειά αναγνωρίζεται και ανταμείβεται (όπως και οι υπερωρίες!). Έχω πια τελειώσει το διδακτορικό μου και εργάζομαι ως ερευνήτρια στο πανεπιστήμιο».

Τελικά της λείπει η Ελλάδα; Σκέφτεται να ξαναγυρίσει; «Είναι πολλές οι φορές που νιώθω νοσταλγία για την Ελλάδα και ακόμα περισσότερες αυτές που μου λείπει η οικογένεια μου και οι φίλοι μου. Παρόλ’ αυτά, όσο περνάνε τα χρόνια, με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα να χειροτερεύει και με την επαγγελματική μου κατάσταση εδώ να βελτιώνεται, τόσο πιο δύσκολη μου φαίνεται η μόνιμη επιστροφή μου. Τουλάχιστον 3 ή 4 φορές το χρόνο (με 2-3 βδομάδες κάθε φορά) γυρίζω στην Ελλάδα και, πάντα, περνάω υπέροχα. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι αυτό συμβαίνει επειδή βρίσκομαι σε διακοπές.»

Η ΧΑΡΑ

Είμαστε μια παρέα 6 κοριτσιών, από το σχολείο ακόμη. Τη Χαρά τη γνώρισα από τις πρώτες, όταν ήμουν Α’ Γυμνασίου. Μαζί στα θρανία, μαζί στις ξένες γλώσσες, χωριστήκαμε στις κατευθύνσεις, αλλά τις πανελλήνιες και τις επιτυχίες μας μαζί τις περάσαμε. Μαζί μετά στα νησιά, στα ξενύχτια, στα club, γενικώς μαζί. Μέχρι που μια μέρα στο Μουσείο, με ένα espressακι ανά χείρας, μου ανακοίνωσε ότι έκανε αιτήσεις για να φύγει για μεταπτυχιακό. Η Χαρά τελείωσε το Πολυτεχνείο, Χημικός Μηχανικός.

«Ήρθα στη Γαλλία για μεταπτυχιακό γιατί δεν υπήρχε αντίστοιχο στην Ελλαδά και γιατί οι Γάλλοι χρησιμοποιούν τεχνολογίες πολύ πιο εξελιγμένες. Επίσης, ένα παρόμοιου επιπέδου μεταπτυχιακό, δε θα μπορούσα να κάνω στην Ελλάδα ποτέ. Είμαι παραπάνω από ικανοποιημένη από το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα».

Στο αν αντιμετώπισε κάποια δυσκολία, μου λέει: «Δεν αντιμετώπισα κάποια πολύ μεγάλη δυσκολία, ίσως τη γλώσσα στην αρχή (να τους καταλαβαίνω οταν μιλάνε γρήγορα, εκφράσεις στην αργκώ κτλ). Η δική τους αντιμετώπιση ήταν γενικά θετική όταν έλεγα ότι είμαι από Ελλάδα-σχεδόν όλοι ρωτούσαν να μάθουν για την κρίση».

Στη συνέχεια μου μίλησε για τη ζωή στο Παρίσι: «Είναι δύσκολα. Η ζωή είναι ακριβή, τα νοίκια πανάκριβα, τα σπίτια μικρά, η πόλη τεράστια. Με ένα μέσο μισθό καλύπτεις σίγουρα τις ανάγκες σου, αλλά μόνο με συνετή διαχείριση. Και δεν ξέρω αν μπορείς να αποταμιεύσεις ένα σοβαρό ποσό».

Της λείπει η Ελλάδα; Κατά πόσο σκέφτεται να ξαναγυρίσει; «Από την Ελλάδα μου λείπουν η οικογένειά μου, οι φίλοι μου, το σπίτι μου, οι συνήθειές μου, ο ήλιος, το φαγητό και η βραδινή ζωή-διασκέδαση. Πιο πολύ βέβαια μου λείπουν οι άνθρωποι που αγαπώ. Δε μετανιώνω επ’ ουδενί που έφυγα, ήταν δική μου επιλογή και αυτά που έχω κερδίσει κατά την παραμονή μου στο εξωτερικό είναι ανεκτίμητα, αλλά ναι, σκέφτομαι να ξαναγυρίσω».

*Μέχρι να τελειώσω το άρθρο η Χαρά με ενημέρωσε ότι γυρνάει και πάλι. Δεν βρίσκει δουλειά η οποία να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της. Σκέψη 1: yessss!! Σκέψη 2: Καλά ούτε εκεί βρίσκει δουλειά; Το επόμενο κύμα μετανάστευσης θα είναι προς τον Άρη;

Η ΜΕΝΕΛΙΑ

Η Μενέλια ανήκει και εκείνη στη «συμμορία των 6» από το σχολείο. Πάντα, βέβαια, μας ταλαιπωρούσε αυτό το κορίτσι με τις τάσεις φυγής, καθώς σπούδασε Βιολογία στο Ηράκλειο της Κρήτης, και έπρεπε να περιμένουμε να τη δούμε σε γιορτές και αργίες ή να πάρουμε τα πλοία της γραμμής. Όταν επέστρεψε πια, ηρέμησα λίγο, μέχρι που μια μέρα με σπιτικά cocktails στην ταράτσα της, άκουσα το μαντάτο ότι ξανα-φεύγει. Και μετά ξαναήρθε. Και μετά ξαναέφυγε!

«Έχω φύγει από την Ελλάδα εδώ και 4μιση χρόνια. Μετά το προπτυχιακό μου στη Βιολογία, αποφάσισα να προχωρήσω σε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Καθώς βρήκα ακριβώς το μεταπτυχιακό πρόγραμμα που επιθυμούσα στο Παρίσι και γνωρίζοντας τη γλώσσα, αποφάσισα να μετακομίσω εκεί για δύο χρόνια. Στην αρχή ήμουν πολύ ενθουσιασμένη για την καινούργια αρχή σε μια νέα πόλη/ χώρα και ταυτόχρονα στενοχωρημένη για τα πρόσωπα που άφηνα πίσω. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισα καθ’όλη τη διάρκεια της διαμονής μου ήταν πολλές και κυρίως τους πρώτους μήνες που έφτασα (τραπεζικοί λογαριασμοί, σπίτι, τα μαθήματα στα γαλλικά κλπ.). Ποτέ δεν περίμενα ότι μια μεγάλη πόλη σαν το Παρίσι θα ήταν τόσο μοναχική. Οι μεγάλες αποστάσεις, το κρύο και ο περιορισμένος χρόνος για κοινωνικοποίηση δεν ήταν αυτό που περίμενα. Παρόλα αυτά, μετά από κάποιο καιρό, κατάφερα να προσαρμοστώ στη γαλλική καθημερινότητα, να αποκτήσω λίγους φίλους και να τελειώσω το μεταπτυχιακό μου. Είμαι πολύ ευχαριστημένη από τον ερευνητικό τομέα της Γαλλίας και κατάφερα να γνωρίσω ερευνητές που με έκαναν να αγαπήσω την επιστήμη μου παραπάνω και να θέλω να συνεχίσω στον ακαδημαϊκό τομέα.»

Αφού η Μενέλια έχει ζήσει αρκετά στο Παρίσι και έφυγε, τη ρώτησα τι της λείπει από τη ζωή που πέρασε εκεί. «Από το Παρίσι θα μου λείψει το Πομπιντού και το Ορσέ, οι παραδοσιακοί φούρνοι με τα κρουασάν, οι ατελείωτες επιλογές σε κόκκινο, λευκό και ροζέ κρασί, τα μπιστρό σε κάθε γειτονιά, η ομορφιά της πόλης και η κουλτούρα της που εκπέμπονται από τα κτίρια, τα κανάλια, τις γέφυρες, τα μουσεία, τα καφέ, την Παναγία των Παρισίων και τις κρεπερί.»

Πού είναι η Μενέλια αυτή τη στιγμή; «Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι ακόμα πιο Βόρεια από την Ελλάδα, στην Αμβέρσα, πόλη της Φλάνδρας στο Βέλγιο. Ζω εδώ ήδη δυο χρόνια περίπου και κάνω το διδακτορικό μου. Η έρευνα βασίζεται πάρα πολύ στη μετακίνηση από χώρα σε χώρα, καθώς η εξειδίκευση κάνει τις επιλογές ακόμα πιο περιορισμένες».

Πώς είναι η καθημερινότητα στο Βέλγιο; «Είναι πολύ ενδιαφέρον να γνωρίζει κανείς άλλες κουλτούρες, πρώτον γιατί κατανοεί καλύτερα τον υπόλοιπο κόσμο και δεύτερον επειδή καταλαβαίνει τι του λείπει πιο πολύ από τη χώρα του και δεν το σκέφτεται, όταν δεν έχει φύγει από εκεί γιατί είναι το «συνηθισμένο», το γνωστό, το αυθόρμητο. Έτσι, παρόλο που στην Αμβέρσα όλα πηγαίνουν ρολόι, οι άνθρωποι είναι ευγενικοί ή τυπικοί, τους αρέσει η μπύρα και οι πατάτες τηγανητές (σπεσιαλιτέ του Βελγίου), μετά από 4μιση χρόνια στο εξωτερικό, κατάλαβα ότι μου λείπουν όχι μόνο τα άτομα που έχω αφήσει, πίσω αλλά και πολύ απλά στοιχεία της καθημερινότητας, της κουλτούρας, ο ήλιος, η κοινωνική συναναστροφή, η οικειότητα, η γλώσσα, η νυχτερινή ζωή, το οικογενειακό κυριακάτικο τραπέζι και το να αισθάνομαι ότι βρίσκομαι «σπίτι» μου. Αυτά τα 4μιση χρόνια της ζωής μου δε θα τα άλλαζα με τίποτα, παρά τις δυσκολίες και τις άπειρες σκέψεις. Είμαι χαρούμενη που είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω δύο χώρες μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα και να συναναστραφώ με διαφορετικούς ανθρώπους και στον τομέα της έρευνας και στην καθημερινότητα μου».

Θα γυρίσει άραγε στην Ελλάδα ή θα συνεχίσει τις «εξορμήσεις» της; «Μετά τα δυο χρόνια ακόμα που μου μένουν στο Βέλγιο, πιστεύω ότι θα ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα.»

Πέντε «ξενιτεμένοι» εις τας Ευρώπας και για το τέλος, σας κράτησα μία μοναδική, ξεχωριστή περίπτωση:

Η ΕΥΑ

Η Εύα γεννήθηκε στην Ελλάδα, από ενός έτους μεγάλωσε στο Λουξεμβούργο, σπούδασε στην Αγγλία, δούλεψε στο Λονδίνο, και μετά στο Άμστερνταμ. Φίλες από τότε που γεννηθήκαμε, πάντα σε γιορτές και διακοπές βρισκόμασταν και τώρα, έχει πολλά να μας διηγηθεί. Αυτό πάντως που θα σας εκπλήξει είναι το πού είναι τώρα και τι κάνει!

«Αφού παραιτήθηκα από τη δουλειά μου στο Άμστερνταμ, λόγω κακών συνθηκών και μισθού, που δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες μου (εκμετάλλευση υπάρχει παντού!), με έζωσαν τα φίδια. Που θα πάω; Τι θα κάνω; Στο Λονδίνο δεν ήθελα να γυρίσω, το είχα δει το έργο. Στο Λουξεμβούργο δεν υπήρχε κάτι στον τομέα μου. Είμαι δημοσιογράφος και το μεταπτυχιακό μου το έκανα στη Δημοσιογραφία Μόδας. Όταν το λέω αυτό σύχνα η απάντηση που παίρνω είναι πως με τέτοιες σπουδές, οι δυσκολίες στην εύρεση εργασίας θα έπρεπε να είναι αναμενόμενες. Τι να κάνουμε όμως που εγώ αυτό αγαπώ, σε αυτό έχω αφιερώσει ώρες ολόκληρες και είμαι και πεισματάρα; Μη θέλοντας να συμβιβαστώ από τα 26 μου, αποφάσισα να στρέψω το βλέμμα μου και προς την πατρίδα και κάπως έτσι γύρισα, βρήκα δουλειά δηλαδή.

Να πω σε αυτό το σημείο ότι την Ελλάδα μου έχουν μάθει να την αγαπώ από πολύ μικρή ηλικία. Συχνά σκέφτομαι ότι όσοι έχουμε μεγαλώσει στο εξωτερικό, με γονείς που μας έμαθαν τι θα πει Ελλάς με τα καλά και τα στραβά της, ίσως να την αγαπάμε και περισσότερο. Κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι, ειδικά όσο ζούσαν παππουδογιαγιάδες, δεν ετίθετο ζήτημα για το που θα πάμε και ποτέ δεν ζητήσαμε κάτι άλλο (Α, ίσως μια φορά να τους ζήτησα να πάμε για σκι. Το αίτημα μου απορρίφθηκε αμέσως). Έτσι την έμαθα την Ελλάδα, στις διακοπές στην Αθήνα και τα νησιά και αυτό που μου έλειπε πάντα μετά από κάθε επιστροφή στο γκρίζο Λουξεμβούργο/Λονδίνο/Άμστερνταμ, ήταν ο ήλιος, το φαγητό και οι φίλοι μου. «Έχετε έλλειψη βιταμίνης D», με ενημέρωναν μετά από κάθε εξέταση. Το ξέρω! Έχετε κάτι να προτείνετε; Αφού δεν έχετε, μην με πρήζετε.

Όταν τελείωσα το σχολείο, πέρασε από το μυαλό μου να έρθω στην Ελλάδα για σπουδές. Πέρασα και στο πανεπιστήμιο, αλλά τελικά με κέρδισε το Kent, που πολύ ωραίο είναι, δε λέω, αλλά ήλιο και ελληνικό φαγητό δεν έχει. Μετά έσκασε και η κρίση και η επιθυμία μου να γυρίσω, να δω πως είναι και η ζωή στα πάτρια εδάφη, πέρασε σε δεύτερη (τελευταία) μοίρα.

Οι σπουδές στο Λονδίνο, στο αντικείμενο που τόσο αγαπώ και η δουλειά μετά, ήταν εμπειρία που δεν θα άλλαζα με τίποτα. Αυτό όμως που σίγουρα δεν θα μου λείψει είναι το διαμέρισμα με το ένα μπάνιο, τη μικρή κουζίνα και το παράθυρο που έμπαζε επί ένα χρόνο, όπου έμενα με άλλους έξι (6!!!). Το πανάκριβο ενοίκιο δεν θα το αναφέρω καν, γιατί ανεβάζω πίεση. Αυτό όμως που θα πω, είναι ότι το νοίκιαζε ένας «Ελληνάρας», προσωποποίηση όλων των αρνητικών στερεότυπων που ακούμε για εμάς στο εξωτερικό. Η πόλη και μητρόπολη της μόδας, απλά πανέμορφη, ενδιαφέρουσα και γεμάτη δυνατότητες για δραστηριότητες κάθε μέρα. Αυτά τα θετικά όμως δεν μπορείς να τα απολαύσεις χωρίς έναν καλό μισθό και όταν σε αυτή τη μιζέρια προστίθεται και ο άθλιος καιρός, γρήγορα σου χτυπά την πόρτα η παράνοια. Λίγο πριν της παραδοθώ ανευ όρων, βρήκα δουλειά στο Άμστερνταμ. ‘Εφυγα μες στη νύχτα (κυριολεκτώ, ο «Ελληνάρας» ακόμα με ψάχνει) και με συνοπτικές διαδικασίες βρέθηκα στο ‘Αμστερνταμ όπου δούλεψα για ένα χρόνο.

Η τύχη, τουλάχιστον στην αρχή, ήταν με το μέρος μου, αφού πολύ γρήγορα βρήκα δωμάτιο (με παράθυρο που δεν έμπαζε και λογικό ενοίκιο) και αγάπησα και την πόλη. Η δουλειά επίσης καλή στην άρχη. Μέχρι που διαπίστωσα πως τα λεφτά που έπαιρνα ήταν μαύρα, πως ο μισθός που έπαιρνα ήταν πολύ χαμηλότερος του βασικού χωρίς προοπτική αύξησης, και τα αφεντικά μου είχαν ένα θεματάκι επικοινωνίας. Είχα πει στον εαυτό μου πως θα το υπέμενα μέχρι να κλείσω ένα χρόνο, να φαίνεται και ωραίο το βιογραφικό, αλλά μετά από διάφορα άκομψα περιστατικά την έκανα με ελαφρά και έφυγε ένα βάρος από πάνω μου.

Στην Ελλάδα δεν ξέρω πόσο θα μείνω. Δεν ξέρω αν μπορώ να μείνω για καιρό δεδομένου ότι έχω κάποιους οικονομικούς στόχους, που ίσως να μην μπορώ να πραγματοποιήσω εδώ. Επιπλέον, ίσως αυτά που έδιωξαν τόσους στο τέλος διώξουν και εμένα. Προς το παρόν, απλά απολαμβάνω μικρά καθημερινά θαύματα που μου έχουν λείψει τόσο καιρό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το πρωί στο λεωφορείο, όταν όλοι αποφεύγουν να καθίσουν από τη μεριά που χτυπά ο ήλιος, εγώ ζω την απόλυτη ευτυχία που μου χαρίζει το φωτόλουτρο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν θα έχω έλλειψη βιταμίνης D. Προς το παρόν, είμαι ακόμα στο mood του τουρίστα και απολαμβάνω τα μικρά. Είμαι τυχερή που μεγάλωσα σε χώρα και περιβάλλον που με έμαθε να είμαι προσαρμοστική, σίγουρα μου έχει βγει σε καλό μέχρι τώρα. Ελπίζω μόνο να μην ξαναφύγω από την Ελλάδα αγαπώντας την λιγότερο».

Τελικά, σε όλους λείπει ή έλειψε η Ελλάδα. Αλλά τι να κάνουμε, οι συνθήκες δεν ευνοούν και το παραδεχόμαστε όλοι. Τα πράγματα θα φτιάξουν, δεν μπορεί. Και αυτό ελπίζουμε όσοι μένουμε πίσω.

Μέχρι τότε, ευτυχώς υπάρχουν τα τηλέφωνα, το Viber, το Skype, το Whats app. Κάποιοι εδώ, κάποιοι «αλλού», πάντα μαζί όμως, αφού η Ελλάδα, με όλα τα στραβά κι ανάποδα, μας έμαθε –τουλάχιστον- τι πάει να πει «Φιλία».

Προηγούμενο άρθροΤο τροχαίο
Επόμενο άρθροΗ παρέλαση
Άντα Κουγιά
Παιδί του κέντρου, παιδί της πόλης που ζει ακόμη! Σπούδασε δημοσιογραφία και θέατρο, χάνεται σε βιβλιοπωλεία και σε μουσικές του ελληνικού κινηματογράφου, σκέφτεται με αυτόνομο τρόπο για το τι άλλο θα μπορούσε να γίνει...