Τζιτζίκι, τζίτζικας, τέττιξ, ζίζιρος στα κυπριακά, αυτό το αρχαιοπρεπές πλάσμα με το πλατύ σώμα και τα αραχνοΰφαντα φτερά δεν θα μάθει ποτέ ότι έχει γίνει σύμβολο. Όποτε κι αν ακούσεις αυτόν τον ήχο, ξέρεις ότι το καλοκαίρι, οι ψηλές θερμοκρασίες και η γλυκιά απραξία είναι πολύ κοντά.
Τα τζιτζίκια, τα θερινά ρολόγια μας, που μετράν τον καυτό χρόνο να περνά σαν μία αργοκίνητη κολλώδης ουσία. Αδιάκοπη παρουσία, μα σχεδόν ανεπαίσθητη. Υπόμνηση παρόντος, mantra του καλοκαιριού.
Για χρόνια θαμμένα στο χώμα, αναδύονται και τραγουδάν το τζιτζίκειο άσμα τους για ’μας, για τη δημιουργία, τη μνήμη, την ελευθερία. Το τραγούδι τους μονότονο αλλά ανακουφιστικό, σχεδόν τελετουργικό, μοιάζει με φυσικό αντίδοτο για τα άγχη, τις κρίσεις, τις ανησυχίες. Αστραπές από παιδικά καλοκαίρια, χωριά, μεσημέρια χωρίς υποχρεώσεις – ποτέ καμία άλλη προσωπική και συλλογική μνήμη δεν είχε ένα τόσο δικό της σάουντρακ. Ανάμνηση εξωλεκτική: δε μιλούν μα θυμίζουν τόσα.
Θορυβούν, αλλά ταυτίζονται με την απόλυτη ησυχία. Φασαριόζικα αλλά διόλου ενοχλητικά. Φήμες λένε ότι μόνο οι γκρινιάρηδες ζητάν από ένα τζιτζίκι να βγάλει επιτέλους τον σκασμό.
Χορωδία χωρίς μαέστρο, συντονισμένη με το φως, τη ζέστη και την εκστατική ανάγκη για ζευγάρωμα – πάντα πίστευα ότι τα κούφια κοστουμάκια, τα κολλημένα πάνω στα δέντρα, είναι όσων εξ αυτών την πάτησαν από τον έρωτα και έμειναν κενά, διάτρητα, χωρίς ψυχή και σώμα.
Αυτοί οι γέροι τροβαδούροι –σαν τον Τζάγκερ, τον Ντίλαν, τον Ρότζερ Γουότερς και τον Πουλικάκο–, παρά την ηλικία τους, σκαρφαλώνουν σε αλμυρίκια, κέδρους και ελιές, καμουφλάρονται εξόχως, και αθέατοι όπως καταφέρνουν να παραμείνουν, κάνουν αυτό που ξέρουν καλά: Μας κοιτάνε με τα πέντε μάτια τους και τερετιστά μάς τραγουδούν: Κι εσύ που δεν έζησες για 17 χρόνια κάτω από τη γη, τι κατάλαβες;















































































































