Παρελθοντολάγνος ή απλώς ένα παράξενο πουλί; Τυχοδιώκτης των social media ή ένα πραγματικό ταλέντο που φέρνει το «μέλλον απ’ το παρελθόν»; Όταν πρωτοπέσει κανείς στα TikTok του Λεωνίδα Δερβένη δεν μπορεί παρά να τρυπώσει στο προφίλ του για να δει λίγο ακόμα. Είναι 21 ετών με αναφορές σ’ όλα τα ελληνικά 60’s-90’s. Περφορμάρει με αέρα Γιώργου Μαρίνου, είναι θεατρικός με μια υπέροχη φωνή, παίζει ενώ είναι ο εαυτός του.
Τα καλοκαίρια, τον Αύγουστο, βλέπει γαλλικό και ελληνικό κινηματογράφο: «Conte d’été» του Rohmer, «Le Temps Qui Reste» και «Été 85» του Ozon, τους «Ακροβάτες Του Κήπου» του Δήμα, τα «Peppermint και Uranya» του Κάπακα και για σβήσιμο τις «Ήσυχες Μέρες Του Αυγούστου» του Βούλγαρη.
Ο Αύγουστος του 2025, όμως, ξεχωρίζει γιατί ο Λεωνίδας με τον φίλο του Δημήτρη Σκρέτα στην κιθάρα, πατάνε το πρώτο rec στην κάμερα του κινητού.
«24 Αυγούστου. Βρισκόμαστε για γύρισμα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και καταφέρνουμε να γυρίσουμε δυο τραγούδια όλα κι όλα (πλέον γυρίζουμε καμιά δεκαριά μαζεμένα). Το ίδιο βράδυ ανεβάζω τις «Ζεστές Νύχτες Του Αυγούστου». Πάνε άπατες αλλά έχουμε περάσει υπέροχα. Πέρασαν μήνες για να πάρουν μια κάποια αγάπη.
25 Αυγούστου. Ανεβάζω την σκηνή απ’ το αναψυκτήριο.
26 Αυγούστου. Ανεβάζω το δεύτερο τραγούδι. «Αχ Και Να Γινόμουν Η Αγάπη Σου». Μαρινέλλα. Τα πάντα ξεκινάν με Μαρινέλλα. Και μέσα σε λίγες ώρες φτάνουμε περίπου τα 6.000 λάικ και έρχονται κατά πάνω μας περίπου 2.500 χιλιάδες αγκαλιές.
Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είπαμε εκείνη την νύχτα στο τηλέφωνο με τον Δημήτρη. Αλλά καταλήξαμε πως αφού το διασκεδάζουμε και υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να το δουν… Ας περάσουμε όμορφα», μου λέει ο Λεωνίδας στο τηλέφωνο όταν τον ρωτάω πώς ξεκίνησε το παιχνίδι με το TikTok.
Σήμερα στην πλατφόρμα το κοινό του αριθμεί 22.000, ενώ πολλά απ’ τα βίντεό του φλερτάρουν σε views με το 1 εκατομμύριο.
Είσαι ένα εξαιρετικά νέο παιδί με ακούσματα από τα ελληνικά 70s, 80s και 90s. Σκέφτομαι πως αν η Μοσχολιού ήξερε ότι ένας εικοσάρης την τραγουδάει το 2026 δεν θα το πίστευε με την καμία… Πώς ήρθες κοντά σε αυτή τη μουσική και τι σε ελκύει;
Καλέ στην ψυχή είμαι ογδοντάρης. Μη σου πω και στο σώμα, τρέχω με κάτι φυσιοθεραπείες. Δεν ξέρω τι ακούσματα έχω. Υποψιάζομαι, πάντως, πως η Μοσχολιού δεν θα έπεφτε από τα σύννεφα που την ακούει ένας εικοσάρης. Ήτανε τεράστια ερμηνεύτρια. Τραγουδούσε με όλο το κορμί της.
Τον καθένα μας τον κερδίζουν διαφορετικά πράγματα. Εμένα με κερδίζει η εικόνα. Να μπορεί κάποιος με την ερμηνεία του να μου φτιάξει την εικόνα. Δεν με συγκινούν οι κορόνες και οι άρτιες μουσικά ερμηνείες. Ας έχει και την βρωμιά του, αρκεί να είναι αληθινό. Να φτάνει κάτω. Όλα ξεκινάνε από κάτω και τελειώνουν κάτω. Δεn πα να χτυπιέσαι πως νιώθεις πράγματα όταν ερμηνεύεις… Δεν με αφορά τι νιώθεις κύριε «καλλιτέχνη». Και δεν αφορά και κανέναν. Είμαστε πολύ εγωκεντρικά πλάσματα οι άνθρωποι. Ακόμα και όταν χειροκροτούμε έναν καλλιτέχνη, δεν το κάνουμε γι’ αυτόν. Δεν χειροκροτούμε ποτέ γι’ αυτό που είδαμε. Χειροκροτούμε γι’ αυτό που αισθανθήκαμε. Πάτα μου όλα τα συναισθηματικά κουμπιά! Μπορείς;
Ένα δίδυμο που έχεις «τιμήσει» πολύ στα βίντεό σου είναι το Κραουνάκης-Νικολακοπούλου, και τολμώ να πω ότι σου πάει. Τι γουστάρεις στα τραγούδια τους; Απολαμβάνεις τελικά πιο πολύ μουσική ή στίχο;
Όπως είπα και πιο πάνω… Εικόνα. Θέλω την εικόνα. Ο Σταμάτης και Λίνα είναι ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα κατασκευής εικόνων.
Άκου την εισαγωγή από το «Υπερωκεάνιο». Είσαι ήδη πάνω στο κατάστρωμα. Άκου τις πρώτες νότες απ’ το «Μαρόκο». Είσαι ήδη μέσα στις αγορές του. Άκου την λατέρνα στα «Παιδικά Παιχνίδια». Είσαι ήδη στο παιδικό σου δωμάτιο. Άκου την μετάβαση, από το πρώτο ρεφρέν στο δεύτερο κουπλέ, απ’ το «Πάτωμα». Είσαι ήδη στα πατώματα!
Είναι δύσκολο να κάνω λέξεις την μουσική του Σταμάτη γιατί υπάρχουν ήδη οι καλύτερες. Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω από Λίνα:
«Μ’ αρέσει που κατάλαβα / πως όσα πήρα τα ’λαβα / μ’ απρόσμενα σαφώς ταχυδρομεία / Θέλω να σε φιλήσω / στα χείλη σαν μεγάλη γνωριμία / και να χαθώ». Ας χαθώ.
«Την ώρα που θα παίζει στο διάδρομο / του δειλινού το φως με τα κλειδιά σου». Εκείνη την ώρα.
«Εμένα με συμφέρει που νιώθουμε όλοι κάτι / τις Κυριακές μετά το μεσημέρι / που μένεις στο τραπέζι και παίζεις με τ’ αλάτι, / μα κάποια γεύση έχει χαθεί / κι ο άνθρωπος το ξέρει». Ο άνθρωπος το ξέρει.
Και το πολύ αγαπημένο μου: «Μια νύχτα στη Βεγγάζη / να βγω φωτογραφία / στα φώτα κάποιου βαποριού / στα χέρια τ’ αγοριού».
Ο Σταμάτης χρησιμοποιεί τις νότες για να φτιάχνει τις εικόνες και η Λίνα τις λέξεις. Η μουσική του Σταμάτη είναι οι εικόνες που έφτιαξε η Λίνα με στίχους. Αλλά κανένας από τους δυο δεν το κάνει «έτσι απλά»… Μπήκαν στο δισκογραφικό τοπίο και γράψανε ιστορία. Μιλήσανε «αλλιώς».
Νομίζω πως απολαμβάνω περισσότερο τον στίχο. Αν και πάντα γράφω με μουσικότητα και ρυθμό. Θα πω όμως τον στίχο. Λατρεύω την γλώσσα και τα παιχνίδια της. Και η ελληνική γλώσσα έχει πολύ υλικό για παιχνίδι. Παιχνίδι, βέβαια, που απαιτεί τρομερή στρατηγική. Η λέξεις δεν είναι απλώς λέξεις. Δεν γίνεται να βάζεις πέντε λέξεις στη σειρά και να καμώνεσαι τον συγγραφέα και τον ποιητή. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν με θεωρώ συγγραφέα… Ακόμα!
Έχεις στο μυαλό σου κάπως μυθοποιημένες εκείνες τις δεκαετίες;
Καθόλου. Όλες οι εποχές έχουν τα στραβά τους και τα ίσια τους. Μελετάω και παρατηρώ τα πάντα, είναι κομμάτι της διαστροφής μου. Έχω σκεφτεί πώς θα ήμουν σε όλες αυτές τις δεκαετίες. Μου αρέσει να μπαίνω σε ξένα παπούτσια και να καταλαβαίνω την κάθε μια συμπεριφορά.
Θα ήθελα να είμαι παιδί του ’70 και νεαρός του ’80. Να προλάβω τις τελευταίες αλάνες. Αλλά τρέμω στην πιθανότητα του να ήμουν ενήλικας που έφαγε καλά και δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή αυτό που θα έρθει.
Θα ήθελα να είμαι παιδί του ’90 και νεαρός του 2000. Να βλέπω τις Τρεις Χάριτες σε πρώτη τηλεοπτική μετάδοση. Να προλάβω την χρυσόσκονη του ’90. Την βροχή στα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Τα λαμπάκια που αν τα αγγίξεις θα πάθεις έγκαυμα τρίτου βαθμού και που το φως τους βγάζει θαλπωρή, δεν είναι LED. Δεν θα ’θελα όμως με το που θα βγω στην αγορά εργασίας να φάω την οικονομική κρίση και τα μνημόνια.
Μου αρέσει που είμαι παιδί της κρίσης. Ευτυχώς δεν με είχανε ποτέ σε σύννεφο οι δικοί μου. Χαίρομαι που ξέρω την μαυρίλα και έχω μάθει να ζω μέσα σε αυτή. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση, κι άλλα τέτοια κλισέ. Μου αρέσει που στα στραβά θα ρίξουμε ένα χορό και θα πάμε παρακάτω. Οι ψυχολόγοι δεν ξέρω τι έχουν να πούνε γι’ αυτό.
Δεν θέλω να είμαι μέρος κανενός προβλήματος που ξέρουμε την κατάληξή του. Προτιμώ που είμαι μέρος προβλήματος που θα δούμε αργότερα τα αποτελέσματά του αλλά και το κατά πόσο πρόβλημα ήταν τελικά. Αλλά μήπως αυτό δεν κάναν και οι προηγούμενες γενιές;… Ναι, δεν σας ακούω καλά. Πάρτε το μηδέν!
Έχεις μια ολόκληρη μέρα και μπορείς να την περάσεις με τρεις ανθρώπους από την ελληνική μουσική σκηνή. Ζώντες και νεκρούς. Με ποιον πας για καφέ, με ποιον για φαγάκι το μεσημέρι με καλό κρασί και με ποιον για ποτά μέχρι τα ξημερώματα. Και πού; (Αν θέλεις μου λες και μαγαζιά)
Δεν τις αντέχω αυτές τις ερωτήσεις. Δεν έχεις πιο αναποφάσιστο. Πάντως, δεν νομίζω πως θα είχα να πω και πολλά με ανθρώπους της μουσικής. Δεν είμαι καθαρά της μουσικής. Θα καθόμουν απλά να τους ακούω να μιλάνε. Σαν TED talk θα ήταν, άπαπα… Θα σου δώσω λοιπόν τρεις ανθρώπους των ελληνικών γραμμάτων που θα καθόμουν να συζητήσω μαζί τους με τις ώρες. Είναι τρεις συγγραφείς πολύ «φευγάτοι»… Γενικά τα ελληνικά γράμματα στην πλειοψηφία τους έχουν να κάνουν είτε με το ιστορικό μυθιστόρημα, είτε με το ερωτικό. Τα βαριέμαι τρομερά και τα δύο. Είναι, λοιπόν, κάποιοι δημιουργοί που εγώ τους λέω φευγάτους… Και άκου κάτι πράγματα. Και οι τρεις έχουν υπάρξει, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, μεγάλοι θεατράνθρωποι. Το λοιπόν:
Για καφεδάκι, με τον Κώστα Ταχτσή. Να μου μιλήσει για ένα από τα δεύτερά του μυθιστορήματα που δεν τα ολοκλήρωσε ποτέ. Θα καταλήγαμε να μου λέει για την μετάφραση της Δεσποινίδος Μαργαρίτας.
Για μεσημεριανό, με τον Γιάννη Ξανθούλη. Είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας και έχουμε να πούμε πολλά. Θα καταλήγαμε να συζητάμε πως θα μεταφέρουμε κινηματογραφικά το αγαπημένο μου από τα βιβλία του.
Και για ποτάρες, αν και δεν πίνω σταγόνα αλκοόλ, με τον Παύλο Μάτεσι. Να μου πει για… Όλα. Από μεταφράσεις και συγγραφή θεατρικών έργων μέχρι τα κείμενα και τα τραγούδια που έγραφε για τον Μαρίνο. Θα καταλήγαμε να μου εξιστορεί για την κινηματογραφική μεταφορά της Μητέρας Του Σκύλου που συζητούσε με τον Κουστουρίτσα.
Δεν θέλω μαγαζιά… Σαλόνια. Κουζίνες. Βεράντες. Έτσι, σπιτικά.

Όσοι ασχολούμαστε με τα καλλιτεχνικά κάθε τόσο βαράμε κολλήματα με ορισμένους καλλιτέχνες που θεωρούμε είδωλα. Θέλω να μου πεις ποιο ήταν το πρώτο είδωλό σου και ποιο το πιο πρόσφατο;
Πολύ θα ‘θελα να έχω είδωλα. Και να βάζω και τις αφίσες τους πάνω απ’ το προσκεφάλι μου. Αλλά νομίζω δεν έχω. Ίσως, βέβαια, να μου κακοφαίνεται και η λέξη καθ’ αυτή. Μεγάλη κουβέντα, για κάποια άλλη στιγμή. Υπάρχουν τρεις καλλιτέχνες που τους θεωρώ μοναδικούς και άπιαστους. Που έχουν μιλήσει και θα συνεχίζουν να μιλάνε μέσα μου. Που τους έχω κάνει κτήμα μου και όταν έφυγαν ένιωσα έναν τεράστιο κενό πόνο. Κάθε φορά.
Πρώτη, η Αννούλα. Που με το ταλέντο και τη βραχνή της τη φωνή σημάδεψε την ψυχούλα μου. Η πτυχιακή μου στη σκηνοθεσία ήταν αφιερωμένη σε αυτή. Κάναμε το τελευταίο γύρισμα λίγες μέρες αφότου έφυγε. Το πρώτο σκηνογραφικό αντικείμενο που είχα σκεφτεί, αρκετούς μήνες πριν, όταν έγραφα το σενάριο, ήταν μια μικρή ταμπελίτσα που έγραφε: «Τι Είναι Εδώ;». Η φωνή της με τρυπάει όταν γράφω. Η φωνή της, «Που αν ήταν ήχος θα ‘ταν μουσικούλα / Αν ήταν δάκρυ θα ‘τανε πηγή / Κι αν μου μιλούσε θα ‘λεγε: Αννούλα / για όλους έναν Πατσατσούφα έχει η ζωή!».
Μετά, ο Γιώργος. Αυτός, ο Γιώργος. Δεν μπορώ να βάλω σε λόγια τη σκέψη μου… Νομίζω θα πω κάτι λάθος. Κάτι που απλά θα είναι «λίγο»… Να ακούσετε όλοι τον αγαπημένο μου δίσκο: «Μόνον Άντρες».
Και τέλος, η Μαρινέλλα. Με τη στεντόρεια φωνή. Που και συνταγή για φασολάκια να σου διαβάσει, θα ανατριχιάσεις.
Ο ίδιος κενός πόνος και στους τρεις.
Θεατρικότητα, ταλέντο, μπρίο, μια αλλιώτικη μουσική παιδεία σε σχέση με τους συνομήλικούς σου, και μια queer σφραγίδα. Όσο μεγαλώνεις έχεις νιώσει «διαφορετικός»; Έχεις βρεθεί σε καταστάσεις bullying και αν ναι πώς το διαχειρίζεσαι;
Είχα την τύχη να μεγαλώσω με πολλή αγάπη και αποδοχή. Ολοκληρωτικά. Οι δικοί μου στήριζαν, στηρίζουν και θα στηρίζουν την ολότητά μου. Ακόμα κι αν έχουν φόβους και δεύτερες σκέψεις, αυτό δεν θα τους εμποδίσει απ’ το να με στηρίξουνε. Οικογενειακώς έχουμε σαν στάση ζωής πως ο κόσμος θα έχει πάντα κάτι να πει. Ό,τι και να κάνεις. Δεν υπάρχει σωστός ή λάθος δρόμος. Δεν γίνεται να αρέσουμε σε όλους… Και εδώ θα έρθω να συμπληρώσω: Δεν θέλω να αρέσω σε όλους. Δεν με αφορά. Έχω τόσο λίγο χρόνο στη Γη. Δεν θα κάτσω να σπαταλήσω σε ανούσιες καταστάσεις ούτε έναν κόκκο.
Το Τικ Τοκ έχει και μια τοξική πλευρά στα σχόλια. Έχετε έρθει αντιμέτωποι με αυτό;
Και σε αυτό τυχεροί ήμασταν. Υπήρξαν κάποια τοξικά σχόλια τον πρώτο καιρό αλλά πλέον είναι ελάχιστα. Τι ελάχιστα; Καθόλου! Έχουμε φτιάξει μια μεγάλη παρέα που μόνο από αγκαλιές ξέρει… Εύχομαι να ξανάρθουν και τα αρνητικά μπας και κουνηθεί λίγο ο αλγόριθμος. Το μόνο σχόλιο που με πείραξε βαθιά ήταν ένα που το θυμάμαι αυτολεξεί: «Επιτέλους, τα Χόμπιτ σύμπραξαν ειρήνη με τα Ορκ». Πώς να μην πειραχτώ; Όχι, πώς να μην πειραχτώ; Είναι δυνατόν να με βάλεις δεύτερο στη μαρκίζα;
Όλοι μας έχουμε ένα ψώνιο. Ποιο είναι το δικό σου; Θέατρο; Τραγούδι; Σκηνοθεσία; Μεγάλες πίστες ίσως;
Σίγουρα δεν με ενδιαφέρει να γίνω τραγουδιστής όπως λανθασμένα αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι από τα βίντεό μας. Δεν έχω το ταλέντο, πόσο μάλλον τη ματαιοδοξία για κάτι τέτοιο. Από μικρός έλεγα ηθοποιός. Μέρα με τη μέρα, όμως, βλέπω ότι δεν με αφορά καθόλου. Μου αρέσει ναι μεν να παίζω, αλλά αυτό δεν αρκεί για να γίνεις ηθοποιός. Δεν έχω αυτή την… γκάβλα! Έτσι, με γκ και β.
Το πάθος μου είναι να λέω ιστορίες. Παραμύθια. Μύθους. Ακόμα και σκηνοθεσία που σπούδασα, το έκανα γιατί θέλω να λέω ιστορίες με τη δική μου φωνή. Ένας καθηγητής στη σχολή (που δεν θα πω το όνομά του γιατί δεν θα θέλει) μας έλεγε πως οι σκηνοθέτες είμαστε παραμυθάδες. Ίσως το πιο σημαντικό πράγμα που έμαθα. Άρα… Παραμυθάς. Δεν ξέρω αν μετράει για ψώνιο, πάντως μου βγάζει κάτι γέρικο που πάει ταμάμ με τα τραβήγματα της μέσης μου. Δεν ξέρω. Θέλω να γνωρίσω το θέατρο από κάθε πιθανή του πλευρά. Σκηνοθέτης/συγγραφέας κράτα, να ‘σαι μέσα.
Θα μου πεις βέβαια, μα εμείς σε τραγούδια σε βλέπουμε, τραγουδιάρα είσαι. Και τα τραγούδια μικρές ιστορίες είναι. Έτσι αντιμετωπίζω το τωρινό πρότζεκτ του TikTok. Κάθε τραγούδι που επιλέγω γίνεται μια μικρή ιστορία. Γι’ αυτό και δέχτηκα με χαρά να βγάλουμε και το πρώτο δικό μας πριν μερικούς μήνες. Μου έστειλε μια εξαιρετική ιστορία ένας όμορφος καλλιτέχνης. «Το Ίδιο Το Λάθος» σε στίχους και μουσική του Γιώργου Μπενοβία. Να μπείτε στο TikTok να το ακούσετε. Τώρα έχω αρχίσει να γράφω και δικά μου. Σιγά σιγά σκαρώνω στιχάκια και μελωδίες. Ανακαλύπτω την τέχνη της κατασκευής σύντομων μύθων και πολύ το χαίρομαι.
Πολλά είπα και κούρασα. Τα υπόλοιπα στη σκηνή. Κι όπως έχει πει και η Λίνα στο Χορικό Του Μύθου: «το έργο κάνει διάλειμμα / την ώρα αυτή συνήθως / με τούτο το τελάλημα / θα ζωντανέψει ο μύθος». (Να ακούσετε τη Λυσιστράτη, κλείνει 30 χρόνια εφέτο και είναι στα σος!)
Αυτή τη περίοδο ανεβάζεις το πρώτο σόου σου στη Θεσσαλονίκης με τον γαμάτο τίτλο : «Δε γαμείς». Πες μου τα όλα για το πώς διάλεξες αυτό το σλόγκαν. Θα μας έρθεις και Αθήνα;
Όταν μου έγινε η πρόταση από τη Δέσποινα Κοντογιάννη για ένα show στο Μαιευτήριο είπα κατευθείαν ναι. Καλό ναι μεν το ναι που το ‘πα αλλά έπρεπε να βρω και τι θα λέω στην παράσταση. Την ημέρα που μου έκανε την πρόταση η Δέσποινα, είχαμε ανεβάσει στο TikTok ένα ευχαριστήριο βίντεο για τους 10.000. Σε αυτό το βίντεο έλεγα σε κάποια φάση πως «υπάρχουν κάποια αρνητικά σχόλια, αλλά δε γαμείς!»… Ε κάπως έτσι μου ‘σκασε ο τίτλος καθώς γυρνούσα σπίτι εκείνο το βράδυ.
Πήρα τηλέφωνο τον Δημήτρη –όπως κάνω κάθε φορά που έχω μια ιδέα– και ξεκίνησα να αναλύω. Μονόλογοι, τραγούδια, κίνηση, πρόζα! Στο τέλος του τηλεφωνήματος είχα παράσταση. Δεν είναι η πρώτη φορά που έγραφα θεατρικό έργο αλλά είναι η πρώτη που καταπιάστηκα με το «show». Εντελώς διαφορετική δομή. Σε τέσσερις μέρες ήταν έτοιμο τυπωμένο. Μέρα με τη μέρα μεταλλάσσεται. «Δε Γαμείς! (να περνάμε όμορφα)». Είναι μια φράση ευαγγέλιο για εμένα. Αυτό το «Δε Γαμείς!» το λέω πολύ συχνά. Αλλά δεν το λέω απλά για να το πω… Λέξεις! Είναι πολύ σημαντικές οι λέξεις που χρησιμοποιούμε. Μπορείς να πεις «Δε Γαμείς!» με όλη του τη σημασία; Είναι δύσκολο να βλέπουμε το κάθε πρόβλημα κατάματα και να μην το βάζουμε κάτω απ’ το χαλί. Να μην το καταπίνουμε αμάσητο. Δεν σου λέω όμως περισσότερα. Τα υπόλοιπα επί σκηνής μαζί με δύο υπέροχους καλλιτέχνες. Στο πιάνο η Ολυμπία Παπά και στα κρουστά ο Γιώργος Παπαδόπουλος. Αλλά και off σκηνής η μακιγιέζ και δεξί μου χέρι, Σίσσυ Ζούπη.
Λίγα λόγια για το έργο.
ἔστιν οὖν τραγῳδία… Μια πολύ π(ε)λούσια, ένα σύμβολο του σεξ και η Πηνελόπη, μπαίνουν σε ένα comedy club ντυμένοι με παγιέτα. Τρώνε ελιές, φτύνουν κουκούτσια και ουρλιάζουν όλοι μαζί: «την ώρα που γεννιόμουνα, σχολάγανε οι μοίρες». Το «Δε Γαμείς! (να περνάμε όμορφα)» είναι ενα one man show (γελάνε εδώ οι showmen), για όλους αυτούς που δεν το βάζουν κάτω και συνεχίζουν μετά από κάθε (αυτο)τρικλοποδιά. Είναι για όλους αυτούς που βγάζουν μια κραυγή και ένα ψίθυρο μαζί, ταυτόχρονα. Είναι για όλους αυτούς τους άθεους αλλά και τους αθεόφοβους που γυρνάνε το μάγουλο σαν καλοί χριστιανοί για να φάνε άλλη μια σφαλιάρα. Ξανά και ξανά. Μα… Δε Γαμείς! / Να περνάμε όμορφα· εμείς! Σύντομα θα έρθουμε και Αθήνα…
Θέλω για κλείσιμο να δώσεις ένα δικό σου μήνυμα χωρίς καμία ερώτηση. Πες ό,τι γουστάρεις, ό,τι θέλεις να ακουστεί, σπάστο.
Να καθόμαστε σε ησυχία με τον εαυτό μας.
INFO:
Τα Σάββατα της χρονιάς που διανύουμε ο Λεωνίδας έδινε παραστάσεις στο «Μαιευτήριο Club» της Θεσσαλονίκης. Σύντομα θα κατηφορίσει και προς Αθήνα. Stay Tuned στα social media του: Instagram , TikTok





















































































































