Το νέο βιβλίο αθλητικού δημοσιογράφου Μάκη Διόγου, Δύο πέτρες για δοκάρια κι ένα άδειο κουτάκι (εκδόσεις ΛΟΓΟ_ΤΥΠΟ), όπως φανερώνει και ο τίτλος του, είναι μεν ένα βιβλίο για το ποδόσφαιρο, αλλά όχι όπως συνηθίζεται να γράφεται γι’ αυτό. Συγκεντρώνει 51 ιστορίες από τα γήπεδα όλου του κόσμου, όχι όμως από εκείνα που φωτίζονται από προβολείς και τηλεοπτικά συμβόλαια, αλλά από εκείνα που χτίστηκαν σε αλάνες, εργοστάσια, ανθρακωρυχεία, προσφυγικούς καταυλισμούς και γειτονιές.
Μέσα στις σελίδες του συναντιούνται γυναίκες που φόρεσαν φανέλα πριν αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου, πρόσφυγες που κουβάλησαν μια μπάλα σαν βαλίτσα, ομάδες που γεννήθηκαν μέσα σε πολέμους, παίκτες που δεν χώρεσαν ποτέ στα στενά όρια του «κανονικού». Είναι ιστορίες για την ήττα –που είναι σαν νίκη–, την αξιοπρέπεια, την αντίσταση, την παρέα και την ελπίδα.

Από τη Lily Parr που πέτυχε χίλια γκολ όταν το γυναικείο ποδόσφαιρο θεωρούνταν σχεδόν απαγορευμένο, μέχρι τον Τζάστιν Φάσανου, τον Αλία Καμαρά και δεκάδες ακόμη πρόσωπα που απέδειξαν ότι μια μπάλα μπορεί να αλλάξει ζωές, το βιβλίο κινείται εκεί όπου το ποδόσφαιρο συναντά την κοινωνία και αυτή είναι η μεγάλη του επιτυχία. Αυτό είναι που το καθιστά και ένα ανάγνωσμα όχι μόνο για τους «μυημένους» και τους λάτρεις του ποδοσφαίρου αλλά για όποιον και όποια θέλει να έρθει σε επαφή με ιστορίες που υπερβαίνουν το πλαίσιο του αθλήματος και γίνονται ιστορίες ζωής.
Ρωτήσαμε τον Μάκη Διόγο για το βιβλίο και το άθλημα αυτό που αγαπιέται φανατικά από τόσα εκατομμύρια ανθρώπων –μέσα σ’ αυτούς και ο ίδιος– και τον ευχαριστούμε για τις ουσιαστικές απαντήσεις του.
Ξεκινώντας με τις ιστορίες που έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Η Εποχή, ποιο είναι το κριτήριο επιλογής για το ποια ιστορία θα γίνει άρθρο;
Το βασικό κριτήριο είναι να υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και σε κοινωνικές διεκδικήσεις. Η Εποχή είναι μια πολιτική εφημερίδα που ανήκει στο ρεύμα της Ανανεωτικής Αριστεράς και θέλω οι αναγνώστες να διαβάζουν θέματα λίγο διαφορετικά από τα συνηθισμένα ποδοσφαιρικά θέματα που μπορούν να βρουν σε εφημερίδες και σάιτ.
Πηγαίνοντας στο βιβλίο, τι σημαίνει για εσάς ο τίτλος Δύο πέτρες για δοκάρια κι ένα άδειο κουτάκι;
Είναι μια καθαρά, προσωπική, παιδική ανάμνηση. Έπαιζα μπάλα στους δρόμους των Πετραλώνων και του Θησείου. Ναι, τότε μπορούσαμε να παίζουμε μπάλα στο δρόμο, δεν υπήρχαν τόσα πολλά αυτοκίνητα. Για δοκάρια συνήθως βάζαμε δυο πέτρες ή τις τσάντες μας αν είχαμε σχολάσει από το σχολείο. Όταν δεν είχαμε μπάλα (συνήθως πλαστική, πιο σπάνια δερμάτινη) παίζαμε με ένα άδειο κουτάκι, κονσέρβα συμπυκνωμένου γάλακτος ή πλαστικό από πορτοκαλάδα.
Οι περισσότερες ιστορίες κινούνται μακριά από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο και τη βιομηχανία του θεάματος. Τι σας ελκύει σε αυτή την «άλλη» πλευρά του αθλήματος;
Η προσπάθεια ανδρών και γυναικών σε πολύ δύσκολες, οικονομικά και κοινωνικά, εποχές να παίξουν ποδόσφαιρο και παράλληλα να διεκδικήσουν ορατότητα, δικαιώματα. Με ενδιαφέρει το ποδόσφαιρο ως μέσο διεκδίκησης καθώς είναι ένα μαζικό, λαϊκό άθλημα και μπορεί να επηρεάσει εξελίξεις.
Πώς συνδέεται η δημοσιογραφική σας ιδιότητα με τη συγγραφή αυτών των ιστοριών;
Προσπαθώ να πορευθώ στη δημοσιογραφία, την αθλητική δημοσιογραφία, διατηρώντας ακέραιες τις προσωπικές ιδεολογικές μου αξίες. Οπότε είναι μάλλον φυσιολογικό να θέλω εκτός από τη καθημερινή ενασχόληση με την αθλητική επικαιρότητα να αναζητώ και να προβάλλω διαφορετικά θέματα, πιο πολιτικά.
Πώς γίνεται η έρευνα γύρω από την κάθε περίπτωση;
Στην εποχή του διαδικτύου η αναζήτηση είναι πιο εύκολη. Υπάρχουν εξαιρετικά σάιτ, ένα από αυτά είναι το Dialektik Football, που ασχολούνται με την εναλλακτική πλευρά του ποδοσφαίρου. Παράλληλα, πολύ σημαντική δουλειά κάνουν τα παιδιά του περιοδικού Humba! που εδώ και 16 χρόνια δημοσιεύει εξαιρετικά άρθρα και ρεπορτάζ που αναδεικνύουν το κοινωνικό και πολιτικό νόημα του αθλητισμού.
Πόσο δύσκολο ήταν να εντοπίσετε και να διασταυρώσετε ιστορίες από τόσο διαφορετικές χώρες, εποχές και κοινωνικά περιβάλλοντα;
Κάποιες φορές είναι δύσκολο, ιδιαίτερα όταν αφορά πρόσωπα πριν από τη δεκαετία του ’40. Όμως με επιμονή, τις περισσότερες το αποτέλεσμα είναι πολύ καλό.
Ήταν δύσκολο να κρατήσετε 51 μόνο ιστορίες που τελικά συμπεριλήφθηκαν στην έκδοση; Με ποια κριτήρια τις επιλέξατε;
Ήταν δύσκολο. Έμειναν εκτός ωραίες ιστορίες, ελπίζω να πάει καλά το βιβλίο και να επανέλθουμε με άλλες 51. Τα κριτήρια ήταν να υπάρχει πλουραλισμός θεμάτων, γεωγραφική ευρύτητα και λίγο η προσωπική μου άποψη.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου εμφανίζονται πρόσφυγες, εργάτες, φοιτητές και άνθρωποι της καθημερινότητας. Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί οι πρωταγωνιστές;
Την αγάπη τους για το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο είναι μια παγκόσμια γλώσσα. Αν πέσει μια μπάλα ανάμεσα σε 10 ανθρώπους από 10 διαφορετικές χώρες μετά από λίγα δευτερόλεπτα και αφού χωριστούν 5-5 θα παίξουν ποδόσφαιρο μέχρι τελικής πτώσεως και ας μην μπορούν να μιλήσουν μεταξύ τους. Αυτό είναι το κοινό. Μια μπάλα.
Ποια είναι η σημασία της μνήμης στο ποδόσφαιρο και γιατί θεωρείτε σημαντικό να αναδεικνύονται (και) πρόσωπα που ίσως έχουν ξεχαστεί;
Είναι πολύ σημαντικό. Ας πούμε, για παράδειγμα, θεωρώ ότι η Λίλι Παρ είναι ένα πρόσωπο αδικημένο από την οικογένεια του ποδοσφαίρου. Και μόνο ότι την έκανα γνωστή, μετά από δεκαετίες, σε αρκετούς ανθρώπους στην Ελλάδα, το θεωρώ πολύ σημαντικό. Η μνήμη είναι ένα μεγάλο «όπλο» για την ανθρωπότητα. Η λήθη είναι ό,τι χειρότερο για το ανθρώπινο είδος.
Πιστεύετε ότι το ποδόσφαιρο λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας ή ως μέσο αλλαγής της;
Είναι και τα δυο. Αν δεν δεις τη πραγματικότητα δεν μπορείς να την αλλάξεις. Το ποδόσφαιρο, ιδιαίτερα το σύγχρονο, είναι ο καθρέφτης μιας υπερκαταναλωτικής κοινωνίας που μοναδικό σκοπό έχει το οικονομικό κέρδος για το οποίο στη προκειμένη περίπτωση «θυσιάζονται» άνθρωποι (Πραγματικά. Δείτε τα θύματα στην κατασκευή των γηπέδων στο Κατάρ), εξοντώνονται σωματικά και πνευματικά οι ποδοσφαιριστές, «εξαφανίζονται» ομάδες, εμβλήματα και γήπεδα.
Σε μια εποχή όπου κυριαρχούν οι σύντομες εικόνες, οι γρήγορες εντυπώσεις και το θέαμα, γιατί εξακολουθούν να έχουν αξία οι μικρές, ανθρώπινες ιστορίες;
Γιατί έτσι προχώρησε ο άνθρωπος. Λέγοντες ιστορίες (αλλά και παραμύθια) από γενιά σε γενιά…
Αν το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει πλέον γίνει το «εμπορευματοποιημένο ποδόσφαιρο των μεγάλων διοργανώσεων», γιατί εξακολουθεί να γοητεύει τον κόσμο που πιστεύει σε ένα «άλλο» ποδόσφαιρο;
Για τον ίδιο λόγο που γοητεύουν σήμερα και οι παλιές, ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες, τα παλιά γουέστερν αλλά και οι υπερπαραγωγές του Χόλιγουντ. Γιατί και το σύγχρονο ποδόσφαιρο διατηρεί στοιχεία από το παλιό, ωραίο, «αθώο» ποδόσφαιρο. Γιατί ακόμα και οι σημερινοί εκατομμυριούχοι ποδοσφαιριστές παίζουν για τη νίκη. Κυνηγάνε μια μπάλα.
Τι απαντάτε σε αυτούς που θεωρούν το ποδόσφαιρο απλά ένα βάρβαρο άθλημα πολλών εκατομμυρίων;
Ότι έχουν ακόμα την ευκαιρία να πάνε σε ένα γήπεδο της γειτονιάς τους και να δουν 22 παιδιά, αγόρια ή κορίτσια, να ιδρώνουν για να πετύχουν ένα γκολ.
Υπάρχει κάποια ιστορία του βιβλίου που σας συγκίνησε περισσότερο κατά την έρευνα ή τη συγγραφή της;
Η ιστορία του Τζεφ Χολ. Γιατί ο θάνατός του από πολιομυελίτιδα κατάφερε να αρχίσει την ευρεία δημόσια αποδοχή στη Βρετανία της ανάγκης εμβολιασμού έναντι της θανατηφόρου ασθένειας.
Ποια ιστορία του βιβλίου πιστεύετε ότι θα εκπλήξει περισσότερο έναν αναγνώστη που περιμένει ένα «κλασικό» ποδοσφαιρικό βιβλίο;
Η ιστορία «Ακατάλληλο για Γυναίκες» στην οποία θα διαβάσει τους (απίθανους) λόγους που η αγγλική ομοσπονδία στη δεκαετία του 1920 απαγόρευσε στις γυναίκες να παίζουν ποδόσφαιρο.
Υπάρχει κάποιο θέμα ή γεωγραφική περιοχή που θεωρείτε ότι αξίζει περισσότερη έρευνα για μελλοντικές ιστορίες γύρω από το ποδόσφαιρο;
Το θέμα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στο ποδόσφαιρο. Γιατί μην βλέπουμε τη βιτρίνα στη Βρετανία, στη Γερμανία ή στις ΗΠΑ. Υπάρχουν ακόμα δεκάδες χώρες που τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα «κρύβονται» στους αθλητικούς χώρους.
Εσείς παίζετε μπάλα;
Παλαιότερα έπαιζα πιο συχνά. Με φίλους, για κοινωνικούς σκοπούς. Δεν σας κρύβω ότι αναζητώ την ευκαιρία να κλωτσήσω λίγο…
Κάτι έχει πάρει το αυτί μας για την αγάπη σας στον Πανιώνιο. Φαντάζομαι πηγαίνετε γήπεδο. Πώς συμπεριφέρεστε εκεί; Ξεφεύγει και καμία βωμολοχία;
Φυσικά. Σε όλα τα εντός έδρας ματς, αλλά και σε όσα μπορώ εκτός Νέας Σμύρνης. Όταν δεν έχω ραδιοφωνική μετάδοση, όπου προσπαθώ να είμαι εγκρατής, είμαι ένας οπαδός. Προσπαθώ να μην προσβάλλω αντιπάλους, αλλά όλο κάποιο «τολμηρό» σχόλιο εκφράζω…
Θέλετε να μοιραστείτε μία ιστορία η οποία δεν χώρεσε στο βιβλίο αλλά αξίζει να διαβαστεί;
Είναι η ιστορία του Τόνι Πάουελ. Την «ανακάλυψα» όταν το βιβλίο ήταν στο τυπογραφείο. Ο 78άχρονος σήμερα Πάουελ, πρώην ποδοσφαιριστής της Μπόρνμουθ και της Νόριτς, «παίκτης της χρονιάς» το 1979, έκρυβε για πολλά χρόνια ότι ήταν γκέι και αναγκάστηκε το 1981 να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Έκοψε κάθε επαφή με την οικογένειά του και εξαφανίστηκε για 35 χρόνια. Έπαιξε εκεί μπάλα και στη συνέχεια έζησε 25 χρόνια σε μοτέλ ως διευθυντής και στη συνέχεια ως ο τελευταίος ένοικος, προτού κλείσει και προσφέρει προσωρινή στέγαση σε άστεγους. Η ζωή του έγινε πρόσφατα ντοκιμαντέρ με τίτλο «The Last Guest at the Holloway Motel». Τρομερή ιστορία!
Έπειτα από τόσα χρόνια αρθρογραφίας για το ποδόσφαιρο, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας κάνει να πιστεύετε ότι «δύο πέτρες για δοκάρια» αρκούν για να ξεκινήσει μια μεγάλη ιστορία;
Γιατί αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Μ’ αυτό μεγάλωσα και το κουβαλάω μέσα μου.
Το βιβλίο μπορείτε να το προμηθευτείτε από εδώ















































































































