Ο TSO ανήκει στη νέα γενιά καλλιτεχνών που επαναπροσδιορίζουν τον ήχο της ελληνικής pop μέσα από μια πιο προσωπική, υβριδική και απρόβλεπτη ματιά. Με επιρροές που κινούνται ανάμεσα στο club, το hyperpop και τα βαλκανικά στοιχεία, χτίζει έναν κόσμο όπου το συναίσθημα και η πειραματική διάθεση συνυπάρχουν οργανικά.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μας μιλά για τη διαδρομή του, τις αμφιβολίες, τις επιρροές και την ανάγκη να παραμένει αυθεντικός σε μια απαιτητική εποχή για τους καλλιτέχνες.
Παράλληλα, συνεχίζει δυναμικά τις live εμφανίσεις του, με επόμενη στάση στις 7 Μαΐου στο ΚΛΑΚΑΖ, στα πλαίσια του Athens Music Week, όπου θα συμμετέχει στο showcase της Kiki Music Group δίπλα σε μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα ονόματα της σκηνής.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: πώς προέκυψε το όνομα Tso και τι ιστορία κουβαλάει πίσω του;
Το Tso προκύπτει από το επώνυμό μου. Στην εποχή του Facebook ντρεπόμουν να βάλω το κανονικό μου επίθετο, γιατί δεν μου άρεσε, οπότε χρησιμοποιούσα πάντα το Tso. Στο λύκειο καθόμουν στο ίδιο θρανίο με την κολλητή μου και θυμάμαι να γράφω ανελέητα “Tso” πάνω στο θρανίο, συνέχεια, χωρίς λόγο. Κάποια στιγμή γύρισε και με ρώτησε: «Γιατί γράφεις όλη την ώρα “150”;». Εκείνη τη στιγμή το βρήκα ιδιοφυές – ότι δηλαδή το Tso μοιάζει με το 150. Και έτσι προέκυψε το Tso150, που ήταν και το πρώτο μου stage name, με το οποίο κυκλοφόρησα τα πρώτα μου DIY τραγούδια.
Στην πορεία κατάλαβα ότι ήταν δύσκολο για τον ακροατή να καταλάβει πώς με λένε, γιατί το όνομα ήταν και περίεργο και είχε και αριθμούς μέσα. Οπότε επέστρεψα στο σκέτο TSO. Τώρα που έχω εκτεθεί σε περισσότερο κόσμο, καταλαβαίνω πόσο playful είναι τελικά το όνομά μου. Πριν λίγες εβδομάδες ήμουν σε ένα βρόμικο δίπλα στο σπίτι μου και έπιασα κουβέντα με τον ιδιοκτήτη, που δεν με ήξερε. Κάποια στιγμή, ενώ μιλούσαμε, μου λέει «αυτό είναι για τον -τσο» και του λέω «για ποιον;». Εκεί συνειδητοποίησα αυτή τη σύνδεση που δεν είχα κάνει ποτέ. Και μου άρεσε φουλ. Όπως λέω και στο GREEN: «θέλουν TSO και θα πάρουν τσο».
Πότε ένιωσες για πρώτη φορά ότι η μουσική δεν είναι απλώς κάτι που σου αρέσει, αλλά κάτι με το οποίο θέλεις πραγματικά να εκφραστείς και να επικοινωνήσεις με τον κόσμο;
Νομίζω με την κυκλοφορία του EP μου, 3598. Εκεί ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι η μουσική δεν είναι απλώς «κάνω την πλάκα μου» ή κάτι που κάνω για να περνάω την ώρα μου. Με το MIN KLES είδα φίλους μου να συγκινούνται πραγματικά, να ταυτίζονται, και αυτό με επηρέασε πολύ. Με κάποιον τρόπο άλλαξα κι εγώ μέσα από αυτό.
Κατάλαβα ότι μπορώ να πάρω κάτι που έχω νιώσει, κάτι πολύ προσωπικό, και να το μεταφέρω σε άλλους ανθρώπους που μπορεί να το βιώνουν τελείως διαφορετικά αλλά να το καταλαβαίνουν. Αυτό για μένα είναι μαγεία. Το να αγγίζεις κάποιον με τη φωνή σου, τις μελωδίες σου και τις λέξεις σου, χωρίς να τον ξέρεις καν.
Το Dazed σε συμπεριέλαβε στους 10 Musicians to Watch in 2026. Πώς βίωσες αυτή την αναγνώριση από ένα τόσο διεθνές μέσο και τι σημαίνει για σένα ως καλλιτέχνη που ξεκινά από την ελληνική σκηνή;
Όταν πήρα το mail με τις ερωτήσεις, ούρλιαξα κανονικά. Δεν το περίμενα καθόλου. Ένιωσα μια πολύ έντονη δικαίωση, γιατί ήταν κάτι που ήρθε χωρίς καμία μεσολάβηση – δεν το κυνήγησα, δεν το ζήτησα, απλώς με βρήκαν μόνοι τους. Και αυτό για μένα είχε μεγάλη αξία.
Μου έδωσε πολλή αυτοπεποίθηση και δύναμη να συνεχίσω. Γιατί πολλές φορές μέσα στην πορεία έχω αμφιβάλλει για το αν αξίζει, ειδικά επειδή αυτό που κάνω δεν είναι πάντα εύκολο να «κάτσει» στα ελληνικά αυτιά. Είναι δύσκολο να μη βασίζεις την επιτυχία σου στους αριθμούς, ειδικά σήμερα που όλα είναι μετρήσιμα και όλοι συγκρίνονται μεταξύ τους.
Αυτή η αναγνώριση, όμως, με έκανε να νιώσω επιτυχημένος ανεξάρτητα από streams και views. Με έκανε να νιώσω ότι αυτό που κάνω έχει αξία και εκτός αυτής της λογικής. Και με ώθησε να θέλω να πάω ακόμα πιο μακριά.
Στον ήχο σου συνυπάρχουν autotuned “εκκλησιαστικές” μελωδίες με club και dance στοιχεία. Πώς γεννήθηκε αυτός ο ιδιαίτερος συνδυασμός;
Αυτός ο ήχος γεννήθηκε όσο έμενα στο Βερολίνο. Eίχα κουραστεί να γράφω «κενά» hopeless romantic τραγούδια και ένιωθα την ανάγκη να πω κάτι πιο ειλικρινές, πιο δικό μου. Παράλληλα, ήμουν εκτεθειμένος σε πάρα πολλά καλλιτεχνικά ερεθίσματα από ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμών και σκηνών.
Κάπου εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι θέλω να βρω έναν ήχο που να είναι ελληνικός αλλά ταυτόχρονα να μπορεί να σταθεί και διεθνώς – να μπορεί κάποιος έξω να τον καταλάβει, έστω και διαισθητικά. Οι εκκλησιαστικές μελωδίες μπήκαν πολύ φυσικά, γιατί για μένα είναι συνδεδεμένες με την οικογένεια, το σπίτι, κάτι πολύ οικείο και συναισθηματικό.
Το autotune είναι απλώς κομμάτι μου, μέρος του artistry μου, δεν το σκέφτομαι καν σαν «εφέ». Και το club/dance στοιχείο είναι καθαρά επιρροή από το Βερολίνο. Πλέον, όμως, με ενδιαφέρει να το αποδομώ – όχι απαραίτητα να το κάνω πιο experimental, αλλά να το φέρνω πιο κοντά σε κάτι βαλκανικό, πιο ανατολίτικο. Κάτι σαν ηλεκτρονικά …τσιφτεντέλια.

Πώς πιστεύεις ότι η ελληνική κουλτούρα επηρεάζει τον ήχο και την αισθητική σου;
Κοίτα, Είμαι Βαλκάνιος – όσο κι αν προσπαθήσω να το κρύψω, βγαίνει. Μου αρέσουν τα λαϊκότροπα στοιχεία, αλλά δεν νομίζω ότι επιλέγω συνειδητά να κάνω κάτι «ελληνικό». Όλα προκύπτουν οργανικά.
Νομίζω ότι όλα γίνονται πολύ οργανικά. Επειδή είμαι αυτός που είμαι και έχω μεγαλώσει εκεί που έχω μεγαλώσει, δημιουργώ με αυτόν τον τρόπο. Δεν είναι επιλογή branding ή στρατηγική.
Ίσως στο μέλλον να ακούσετε πιο έντονες βαλκανικές ενορχηστρώσεις σε τραγούδια μου – όχι επειδή θέλω να κάνω «ΏΠΑ, ούζο, συρτάκι, Σαντορίνη», αλλά επειδή έτσι είμαι. Από το Κορωπί. Δεν είμαι το Υπουργείο Πολιτισμού.
Το KINI YI μοιάζει να χτίζει έναν ολόκληρο κόσμο, με δική του αισθητική και θεματικές. Όταν ξεκινούσες να δουλεύεις τον δίσκο, είχες ήδη στο μυαλό σου αυτό το σύμπαν ή προέκυψε σταδιακά μέσα από τη διαδικασία;
Ξεκίνησα με την πρόθεση να κάνω ένα άλμπουμ με συνοχή, με αρχή, μέση και τέλος. Στο Βερολίνο είχα στο μυαλό μου κάτι πιο μικρό, ένα EP με το KINI YI, το ANASTASI και μερικά ακόμα κομμάτια.
Μετά, όμως, άλλαξαν πολλά. Υπέγραψα δισκογραφικό συμβόλαιο και προέκυψε και ένα TikTok hit, οπότε ένιωσα ότι πρέπει να εκμεταλλευτώ τη στιγμή. Άρχισα να γράφω πιο «εύκολα», πιο άμεσα κομμάτια, πιο TikTok-able.
Κάποια στιγμή πήγα στο στούντιο με την Tamta για ένα από αυτά τα κομμάτια και μου είπε ότι δεν είναι σίγουρη και ότι ίσως θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον να κάνουμε κάτι πιο ατμοσφαιρικό και συναισθηματικό. Όταν έφυγα από το στούντιο έπαθα ένα γερό mental breakdown. Δεν ήξερα ποιος είμαι, τι κάνω και προς τα πού πάω.
Ξαναάκουσα το άλμπουμ και δεν μου έβγαζε κανένα νόημα. Είχα χάσει τελείως τη συνοχή που ήθελα από την αρχή. Το συζήτησα με τον ψυχολόγο μου και μου είπε κάτι που μου έμεινε: καλύτερα να αποτύχω με κάτι που αγαπάω, παρά να πετύχω κάνοντας κάτι για τους άλλους.
Έτσι, μέσα σε δύο μήνες, ξανάχτισα όλο το άλμπουμ από την αρχή. Τότε έγραψα και το THA XIMEROSI που τελικά κάναμε ντουέτο με την Tamta και υπερλατρεύουμε και οι δυό μας. Οπότε τελικά η διαδικασία δεν ήταν καθόλου γραμμική. Ήταν απλώς το να μάθω να εμπιστεύομαι το ένστικτό μου.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η μουσική κυκλοφορεί παντού και συνεχώς. Πώς βρίσκει ένας καλλιτέχνης τον δικό του χώρο μέσα σε αυτόν τον θόρυβο; Και ποια είναι για σένα η μεγαλύτερη πρόκληση στο να είσαι καλλιτέχνης σήμερα;
Νομίζω ότι αν το θέλεις πραγματικά, θα βρεις τον χώρο σου – γιατί αλλιώς σε τρώει από μέσα. Η μεγαλύτερη συμβουλή που θα έδινα είναι να «σκοτώσεις» τα είδωλά σου. Είναι αναπόφευκτο να επηρεαζόμαστε, αλλά πρέπει κάποια στιγμή να τα αποβάλεις για να βρεις τι είναι δικό σου.
Δεν έχει νόημα να ακολουθείς μονοπάτια επιτυχίας άλλων ή να συγκρίνεσαι συνεχώς. Πρέπει να βρεις τι σε κάνει διαφορετικό και να μείνεις εκεί, χωρίς να αποπροσανατολίζεσαι.
Η μεγαλύτερη πρόκληση στην Ελλάδα είναι ξεκάθαρα η επιβίωση. Δεν υπάρχει ουσιαστική καλλιτεχνική κρατική στήριξη όπως υπάρχει σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Προσωπικά δουλεύω το πρωί ως το απόγευμα και το βράδυ κάνω μουσική, studio, lives, γυρίσματα. Είναι εξαντλητικό. Δεν μένει ενέργεια ούτε για τα βασικά, ούτε για φίλους, ούτε για προσωπική ζωή, ούτε καν για να πάω ένα σούπερ μάρκετ.
Και ταυτόχρονα υπάρχει και ένα συνεχές αίσθημα αποτυχίας, όταν στη δουλειά σου σε αναγνωρίζουν από την πρώτη στιγμή και σε ρωτάνε «γιατί δουλεύεις εδώ;» ή «δε βγαίνεις με τη μουσική έ;». Αλλά προσπαθώ να το μετατρέπω σε καύσιμο. Με θυμώνει τόσο αυτή η συνθήκη που με ωθεί να γράψω καλύτερα.
Έχεις συνεργαστεί ήδη με καλλιτέχνες όπως η Mαρίνα Σάττι και η Tamta. Πώς επηρεάζουν αυτές οι συναντήσεις τον τρόπο που βλέπεις τη δική σου μουσική; Και υπάρχουν καλλιτέχνες με τους οποίους θα ήταν για σένα ένα μικρό “όνειρο” να συνεργαστείς;
Και οι δύο με έχουν βοηθήσει πάρα πολύ, με διαφορετικούς τρόπους. Η Μαρίνα με έμαθε να μη φοβάμαι και να ρισκάρω, να αφήνω τα ταμπού του «εναλλακτικού» και του «ψαγμένου». Να μην αυτολογοκρίνομαι τόσο.
Επειδή γράφω και για άλλους, πολλές φορές φιλτράρω υπερβολικά τον εαυτό μου. Πλέον δεν το κάνω τόσο. Αν κάτι μου αρέσει, θα το κυκλοφορήσω, ακόμα κι αν θεωρηθεί cheesy ή cringe.
Η Tamta, από την άλλη, μου έδειξε τι σημαίνει πραγματική στήριξη. Όταν τελείωσα το άλμπουμ, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι το άκουσε ολόκληρο και ότι της φάνηκε πολύ ακραίο. Αυτές οι στιγμές, ειδικά όταν δεν είναι δημόσιες, έχουν τεράστια αξία. Είναι πανέμορφο να βλέπεις άτομα που εκτιμάς να σε εκτιμούν. Είμαι πολύ τυχερός που έχω συνεργαστεί με τα άτομα που έχω συνεργαστεί. Όλοι μου έχουν δώσει από κάτι και ελπίζω κι εγώ να τους έχω δώσει αντίστοιχα.
Στο μέλλον θα ήθελα μια συνεργασία που να μην είναι αναμενόμενη. Ίσως με έναν straight ράπερ. Μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα η σύγκρουση αυτών των διαφορετικών κόσμων.















































































































