Η Αθήνα είναι μια πόλη που αγαπάμε να την περπατάμε. Βέβαια, οι ρυθμοί της, η βαβούρα των λεωφόρων, η λάμψη των νυχτερινών κέντρων και η βιασύνη της καθημερινότητας δημιουργούν ένα πέπλο που καλύπτει το παρελθόν της. Υπάρχουν όμως στιγμές που η πόλη αποφασίζει να μας μιλήσει. Μια τέτοια είναι και η θεατρική δράση «Επόμενη Στάση: Γκαζοχώρι» από τη θεατρική ομάδα Ανεμόμυλοι σε διοργάνωση Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, η οποία επέστρεψε για τρίτη σεζόν (πώς αλλιώς; Αφού είχε ζήτηση!) ως μια ζωντανή, αναπνέουσα εμπειρία που επαναπροσδιορίζει τη σχέση μας με το αστικό τοπίο.
Έρευνα – Δραματουργία: Χρήστος Χριστόπουλος
Ιστορική Επιμέλεια: Γιάννης Στογιαννίδης
Ενδυματολογικά – Σκηνογραφικά: Κωνσταντίνα Εμμανουήλ
Θεατρικοί Ξεναγοί: Αλέξανδρος Καναβός, Σοφία Νικολοπούλου, Αγγελική Παναγιωτοπούλου
Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις:
https://www.more.com/gr-el/tickets/happenings/offer/epomeni-stasi-gkazoxori/

Εκεί που η βιομηχανία συνάντησε την καθημερινή ζωή
Η δική μας διαδρομή ξεκίνησε ένα συννεφιασμένο πρωινό, στις 11:00, από την πλαϊνή είσοδο της Τεχνόπολης. Η συννεφιά, βέβαια, δεν πτόησε το γκρουπ. Η υποδοχή από την Ευγενία ήταν το πρώτο δείγμα της φροντίδας που διέπει τη δράση. Με χαμόγελο και αποτελεσματικότητα, οργάνωσε την ομάδα, μοίρασε τις απαραίτητες οδηγίες και μας προετοίμασε για μια βύθιση στον χρόνο.
Το Γκαζοχώρι δεν είναι μια τυχαία γειτονιά. Είναι η γειτονιά που γεννήθηκε από φωτιές και κάρβουνα. Το Εργοστάσιο Φωταερίου, το σημερινό Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου, αποτέλεσε τον κεντρικό πυρήνα γύρω από τον οποίο χτίστηκε η ζωή της περιοχής από τον 19ο αιώνα. Οι εργάτες που ήρθαν εδώ για να δουλέψουν στις σκληρές συνθήκες του εργοστασίου, οι οικογένειές τους, οι άνθρωποι του περιθωρίου που βρήκαν καταφύγιο στη σκιά των φουγάρων, όλοι αυτοί άφησαν ένα αποτύπωμα που η ομάδα κατάφερε να ζωντανέψει με μπόλικη φαντασία.
Η δημιουργική διαδικασία

Πίσω από τη διαδρομή κρύβεται η ενδελεχής έρευνα του Χρήστου Χριστόπουλου. Ως υπεύθυνος για τη δραματουργία και τη σκηνοθεσία, κλήθηκε να απαντήσει στο δύσκολο ερώτημα: Πώς μετατρέπεται το ιστορικό αρχείο και οι μαρτυρίες σε ζωντανό θεατρικό λόγο;
«Αυτό γίνεται πάνω στην κοινή βάση που έχουν τα αρχεία, οι μαρτυρίες και ο θεατρικός λόγος, που είναι η ανθρώπινη παρουσία και η ανθρώπινη φωνή. Προχωράς παράλληλα σε έρευνα και δημιουργία γνωρίζοντας τον θεατρικό κώδικα και δουλεύοντας κάπως σαν… μόδιστρος. Κόβεις, ράβεις, διαλέγεις, ξηλώνεις, πετάς…»
Αυτή η μεταφορά του… μόδιστρου είναι εμφανής σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Το κείμενο είναι μια σπονδυλωτή αφήγηση, ένα μωσαϊκό με κοινό άξονα τον τόπο και την εξέλιξή του στον χρόνο. Υπάρχουν στιγμές που η ιστορική ακρίβεια σε κάνει να θέλεις να κρατήσεις σημειώσεις και στιγμές που η θεατρική αφήγηση σε παρασύρει. Ρώτησα τον Χρήστο πώς ισορροπεί ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και τη θεατρική αφήγηση.
«Δεν ξέρω αν ισορροπώ. Ανάλογα με το τι θέλω να “φωτίσω” κάθε στιγμή, θα έλεγα ότι πότε γέρνω στη μία πλευρά και πότε στην άλλη. Ανισόρροπος, δηλαδή, σαν να λέμε».
Ίσως αυτή η «ανισορροπία» να είναι και το μυστικό της επιτυχίας. Η ζωή στο… Γκαζοχώρι δεν ήταν ποτέ ισορροπημένη· ήταν μια ζωή στα άκρα, ανάμεσα στη σκληρή δουλειά και στην ανάγκη για επιβίωση, ανάμεσα στο σκοτάδι του εργοστασίου και στο φως του φωταερίου που έδινε ζωή στην υπόλοιπη Αθήνα, αλλά όχι πάντα στην ίδια τη γειτονιά.
Η πόλη ως σκηνικό

Η παράσταση εξελίσσεται οργανικά. Οι τρεις ηθοποιοί-ξεναγοί και ερμηνευτές (Αλέξανδρος Καναβός, Σοφία Νικολοπούλου, Αγγελική Παναγιωτοπούλου) γίνονται οι αγωγοί μέσω των οποίων το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν. Χρησιμοποιούν ηχητικές αφηγήσεις που σε απομονώνουν για λίγο από τον θόρυβο της πόλης, εικόνες που σου δείχνουν πώς ήταν το ίδιο σημείο πριν από εκατό χρόνια, παλιές εφημερίδες και μικρά ραβασάκια ή χαρτάκια που σε κάνουν συμμέτοχο στη δράση.
Η αφήγηση είναι γεμάτη μικρές ιστορίες, άλλες αληθινές και άλλες φανταστικές, που όμως όλες θα μπορούσαν να έχουν συμβεί. Μια τέτοια ιστορία είναι αυτή του Ισμαήλ, την οποία ο Χρήστος Χριστόπουλος ξεχώρισε από την έρευνά του:
«Η ιστορία του Ισμαήλ, την οποία και αναφέρουμε στη θεατρική διαδρομή αξιοποιώντας αρχειακό υλικό μιας εφημερίδας, με επηρέασε περισσότερο κατά τη διάρκεια της έρευνας».
«Και εμάς», θα του απαντήσω, καθώς είναι αυτές οι «ασήμαντες» ιστορίες που δίνουν βάθος στο έργο. Δεν μαθαίνουμε μόνο ημερομηνίες, αλλά για τον πόνο, τον έρωτα, την ελπίδα και την αγανάκτηση του απλού ανθρώπου. Για την ίδια τη ζωή, εν τέλει.
Το απρόβλεπτο
Ένα από τα πιο γοητευτικά στοιχεία της παράστασης είναι η ενσωμάτωση του τυχαίου. Καθώς περπατάς στο Γκάζι το μεσημέρι, η πόλη δεν σταματά για σένα. Τα αυτοκίνητα κορνάρουν στην Πειραιώς, οι περαστικοί σε κοιτούν με απορία, τα συνεργεία δουλεύουν.
«Αυτό καλούνται να το κάνουν οι τρεις ερμηνευτές και είναι μια πολύ γοητευτική πτυχή της δουλειάς τους», αναφέρει ο Χριστόπουλος. «Είναι αυτό που κρατάει τη δράση ζωντανή, στο “εδώ και τώρα”, και που τελικά συνθέτει μια ξεχωριστή εμπειρία για το κοινό. Γιατί κάθε διαδρομή είναι ξεχωριστή και μοναδική, όπως και οι συνθήκες που την πλαισιώνουν».
Ρωτάω επίσης τον Χρήστο τι νέο θα ανακαλύψει ένας θεατής που έχει ήδη ζήσει την εμπειρία σε προηγούμενη σεζόν.
«Ένας θεατής που θα ξανάρθει, θα μπορέσει να παρατηρήσει άλλα πράγματα, θα εστιάσει αλλού και ίσως ανακαλύψει και κάποια πιο κρυμμένα μυστικά. Επίσης θα περπατήσει μια ελαφρώς διαφορετική διαδρομή, μιας και το γεγονός ότι η πόλη αλλάζει μας ωθεί στο να επιλέγουμε κάθε σεζόν τη δομή και τη διαδρομή της βόλτας μας».

Η νοσταλγία των millennials
Καθώς η διαδρομή προχωρά προς τη σύγχρονη εποχή, το κλίμα αλλάζει. Η νοσταλγία του 19ου αιώνα δίνει τη θέση της στην εκρηκτική άνοδο του Γκαζιού τις τελευταίες δεκαετίες. Εδώ αναδύεται η ποπ κουλτούρα των millennials. Είναι η γενιά που είδε τα παλιά μηχανουργεία να γίνονται μπαρ και τα σιδεράδικα να μετατρέπονται σε clubs. Η παράσταση θίγει το στοιχείο της διαφορετικότητας που πάντα χαρακτήριζε την περιοχή, από τις απαγορευμένες γωνιές του χθες μέχρι το queer καταφύγιο του σήμερα.
Ήχοι και σιωπές
Ζήτησα από τον Χρήστο να φανταστεί το Γκαζοχώρι χωρίς κείμενο, μόνο με εικόνες και ήχους. Η περιγραφή του είναι ένα ηχητικό τοπίο που διατρέχει τους αιώνες:
«Ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, θα έμεναν οι ήχοι από τα μηχανουργεία και τα σιδεράδικα, ο συνεχής ήχος λειτουργίας του εργοστασίου φωταερίου, οι βαριές ανάσες των εργατών, τα “αχ” των γυναικών και τέλος ένα ατελείωτο techno beat».
Αυτό το «techno beat» είναι ο παλμός της σύγχρονης Αθήνας, που όμως πατάει πάνω στις ανάσες του παρελθόντος. Αυτή η συνέχεια είναι που κάνει τη δράση τόσο συγκινητική. Δεν βλέπουμε κάτι πεθαμένο, αλλά κάτι που εξελίσσεται. Αν το Γκαζοχώρι ήταν πρόσωπο, θα ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα, μια φιγούρα που κουβαλάει αντιθέσεις που μόνο στην Αθήνα μπορούν να συνυπάρξουν. Όπως λέει και ο Χρήστος:
«Θα ήταν ένας εργάτης του εργοστασίου με ένα κόκκινο κραγιόν κρυμμένο στην τσέπη του. Μια πόρνη με ένα βιβλίο του Παπαδιαμάντη κάτω από το μαξιλάρι της. Ένα προσφυγάκι πάνω σ’ ένα χαλασμένο ποδήλατο που κουβαλάει μια πλαστική σακούλα γεμάτη όνειρα. Θα μας συναντούσαν στην Πειραιώς και δεν θα μας έλεγαν τίποτα. Μόνο θα μας κοιτούσαν και ίσως για λίγο να μας χαμογελούσαν».

Μια βόλτα που δεν θέλεις να τελειώσει
Η εμπειρία του «Επόμενη Στάση: Γκαζοχώρι» είναι ένα μάθημα ιστορίας που δεν το μαθαίνεις, αλλά το παθαίνεις. Μαθαίνεις και διασκεδάζεις ταυτόχρονα. Η αλληλεπίδραση με τους ηθοποιούς, η κίνηση μέσα στα στενά, η αίσθηση ότι είσαι μέρος ενός μυστικού θιάσου που κινείται ανάμεσα στις ανυποψίαστες μάζες της πόλης, σου δίνει μια αίσθηση κοινότητας.
Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι η πρόσληψη της πληροφορίας από το κοινό. Όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης όταν τον ρωτάω τι τον έχει εκπλήξει περισσότερο στις αντιδράσεις των θεατών:
«Η πρόσληψη της πληροφορίας και η κοινή βιωματική εμπειρία, όπως αυτή λειτουργεί το ίδιο όμορφα και αποτελεσματικά στις διαφορετικές ηλικίες των θεατών, που έχουν διαφορετικές προσλαμβάνουσες, διαφορετικά βιώματα, ακόμα και διαφορετικούς κώδικες επικοινωνίας».

Φεύγοντας από τη διαδρομή, δεν κρατάς μόνο τις πληροφορίες για το φωταέριο ή τις ημερομηνίες. Κρατάς μια νέα αίσθηση για την πόλη σου.
«Αν ο θεατής κρατήσει μόνο ένα πράγμα», λέει ο Χριστόπουλος κλείνοντας, «θα ήθελα να είναι η αίσθηση ότι η πόλη είναι γεμάτη ιστορίες και μυστικά που είναι κάπου κρυμμένα, στις γωνίες, στους δρόμους, πίσω από τα κλειστά παράθυρα, στα χαλάσματα των παλιών σπιτιών και περιμένουν υπομονετικά να τις ανακαλύψουμε».
Το «Γκαζοχώρι» μάς περιμένει εκεί που η ιστορία σταματά να είναι χαρτί και γίνεται εικόνα. Μια παράσταση απαραίτητη για όποιον θέλει να λέει ότι «ζει» στην Αθήνα και όχι απλώς ότι κατοικεί σε αυτήν. Αν βρεθείτε ποτέ στην Πειραιώς και νιώσετε ένα ελαφρύ αεράκι νοσταλγίας να σας χτυπά, ίσως είναι η επόμενη στάση που σας περιμένει. Μην την προσπεράσετε.
Ο Χρήστος Χριστόπουλος και η θεατρική ομάδα Ανεμόμυλοι μας ξεναγουν θεατρικά και στην Κυψέλη:
https://www.more.com/gr-el/tickets/happenings/epomeni-stasi-kypseli-theatriki-diadromi/
















































































































