Αν το καλοσκεφτούμε θαλασσινοί είμαστε.

Και στο βουνό να έχουμε γεννηθεί η θάλασσα τρέχει εντός μας. Αν αφαιρέσεις από πάνω μας την θάλασσα, είναι σα να έχεις γδάρει γάτα. Η άτριχη γάτα δεν είναι γάτα. Είναι κάτι σαν alien. Έτσι ακριβώς και εμείς. Γεννιόμαστε και ντυνόμαστε ύδωρ με αλμύρα και θρόισμα από το βοτσαλάτο κύμα.

Εμένα δεν με τρέλαινε ποτέ η αμμουδιά –οργανωμένη πλαζ και τα σχετικά- με τα spray και τις ρουφηγμένες κοιλιές. Κορμιά αραδιασμένα, λες και παίρνουν μέρος σε εκθετήρια, όπου αν σηκωθεί κάποιος ή κάποια κακοκαλουπωμένος-η οι υπόλοιποι αποτελούν τους κακεντρεχείς κριτές..

Δε μ’ αρέσει αυτή η πικρόχολη και μίζερη πλευρά του ανθρώπου.

Λατρεύω την λαμπερή μας πλευρά. Αυτή που ορίζεται μ’ ένα βλέμμα πελώριο, έτοιμο να παραδοθεί στο ωραίο, να αναμιχθεί μαζί του, να ανασηκωθεί η ψυχή μας και να κοιτάξει έξω από τον περιορισμένο εξώστη, που στα σύγχρονα και σημερινά την φτηναίνουμε την καλουπώνουμε μέχρι οριστικής και αμετάκλητης παύσης.

Αν περιπλανηθεί το βλέμμα σου με έκσταση το τοπίο ξεκαρφώνεται από τη θέση του και σε καλεί να τυλιχτείς στην πιο υπέροχη μαζί του περιπλάνηση. Δίχως φωνές, χωρίς πολλούς γύρω σου, με τον καημό σηματωρό, και σημαδούρα τον ορίζοντα βουτηγμένο σαν γραφή σε ένα υδάτινο μελάνι.

Εσύ στο κύμα και η κάθετη ανελέητη καυτή του ήλιου ρίγα ν αντανακλά εσένα τον ίδιο σε καθρέφτη γαλάζιο. Να συνταράσσεσαι και να ενώνεις τα αλμυρά σου πρωτοφανέρωτα δάκρυα με τον θρήνο των νερών.

Το δέρμα σου γδαρμένο ν’ απλώνεται στα βράχια. Και εσύ ολομόναχος να το ξαναταιριάξεις.

Τέτοια αισθήματα και πολλά άλλα που δεν θα μας έφτανε ο χώρος να απαριθμήσουμε αλλά και ίσως να μην είναι δυνατό το βίωμα του καθενός στο χαρτί να μεταφέρεις.

Τελευταία δεν αισθάνομαι όμως καλά….

Η φτώχεια μας –των περισσοτέρων από εμάς- βαράει τα μηνίγγια. Η θολούρα θυμίζει αρχαίους μύθους με καταργημένους και λοιδορημένους τους θεούς. Ποιος από τα άγρια παζάρια θα μας σώσει;; Εμείς ντυμένοι τη θάλασσα είμαστε. Το χτικιασμένο γύμνωμά μας το λαβωμένο πέλαγο από εμάς, ορφανό στο τέλος θ’ αφήσει.

Τα ξύλινα σκαριά που ψάρευαν, καταδικάστηκαν και καταστράφηκαν… Οι παραλίες παραδόθηκαν σε ορδές χιλιάδων αλλοπρόσαλλων καταναλωτών που βλέπουν τη θάλασσα σαν τουριστική ατραξιόν.

Οι ελεύθεροι χώροι πωλούνται και αγοράζονται. Φράκτες, λες και πρόκειται για φυλακές υψίστης ασφαλείας, σταυρώνουν της άμμου τα αρχαία κρινάκια.

Οι περιηγητές του κάλλους περιορίστηκαν. Ατζέντηδες των θεαμάτων ενορχηστρώνουν τα ηλιοβασιλέματα. Και χρήμα να ρέει τόσο, λες και αφαιμαξομετάγγιση στις θαλάσσιες φλέβες κάνουν.

Κίτρινα χρόνια. Ακόμη κι ό ήλιος ντρέπεται.

Οι ταπεινοί και σεμνοί ελάχιστοι περιηγητές σαν ασκητές σε μυστικές ρωγμές, συνεχίζουν να ισιώνουν τα κρινάκια, να κόβουν με λεπτές χειρονομίες τον κρίταμο από τα βουτηγμένα πλευρά των κοφτερών ακτών, να περπατούν ελαφρά με τις πατούσες καλά ισορροπημένες πάνω σε ανάγλυφα βραχάκια, να συνομιλούν με τα ξεχασμένα καβουράκια, να μαζεύουν πίνες και να εξηγούν στα γύρω μικρά παιδιά και μετά… να σιωπούν, βουτώντας ένα βλέμμα λίμνη από μελαγχολία.

Δεν αισθάνομαι καθόλου καλά. Αυτό το καλοκαίρι αγόρασα ένα χάρτη καινούριο. Ονειρεύτηκα την Κίμωλο. Τράβηξα με το δάκτυλο μια διαδρομή στο χάρτη και ζωγράφισα μέσα μου την πάλλευκη κιμωλία του μαυροπίνακα, τα απέριττα ψαροκαλυβάκια, άκουσα τον παφλασμό, ταράχτηκα, νομίζω είδα κι εσένα να με κρατάς στην αγκαλιά, με πήραν αναφιλητά.

Μόλις απολύθηκα. Μια ιδιωτική δουλειά της πλάκας από αυτές που κάνουμε όλοι εμείς.

Έντρομη άρχισα τις έρευνες για πάμφθηνα δωμάτια. Δεν βρήκα. Δεν βγαίνουν και οι άνθρωποι πέρα. Τα μέτρα που πήραν οι οικονομικές κυβερνήσεις είναι σαν να μην είναι δικά τους τα σπιτάκια αλλά κάπου τα χρωστάνε.

Σταμάτησα την έρευνα. Οι αγαπημένοι νησιώτες εξηγούν με περισσό άγχος και μεγάλη καλοσύνη.

Σε λίγο θα καταντούσαμε να κλαίμε μαζί με την τηλεφωνική γραμμή να μας δίνει μαντήλι.

Στην παραλία;;; Αν πήγαινα και έκανα την ξένη ίσως κατάχαμα κοιμόμουν……. Ίσως αν ξεχνούσα τα ελληνικά….. για λίγες μέρες….

Και εσύ;; Πώς θα με έβλεπες, άστεγη στο νησί;;

Απέκλεισα την περιπέτεια αυτή.

Θα έμενα στην Αθήνα. Θα έβλεπα πάμπολλες φωτογραφίες στο διαδίκτυο. Θα έκανα έρευνα και θα πρότεινα την περιήγηση βήμα το βήμα.

Μόνο που θυμόμουν εσένα. Βουτούσα το δάκτυλο στον χάρτη. Και τότε η θάλασσα γινόταν γυαλί και μου ‘κοβε το αποτύπωμα στον δείκτη.

Σκούπιζα το αιμάτινο μονοπάτι και άκουγα για πολλοστή φορά

της Janis Joplin το summertime..!

 

Photo by rawpixel.com from Pexels