Όταν μου λείπουν τα θαύματα, το μυαλό μου γυρνάει σ’ εκείνο το μικρό κομμάτι γης, το χωμένο σα πέτρινη γλώσσα στη θάλασσα, όπου πέρασα τα πρώτα μου χρόνια να γράφω και να ονειρεύομαι. Τα περισσότερα νέα απ’ τον κόσμο αργούσαν να μας φτάσουν στο βορειότερο ακρωτήρι της χώρας, κάτι που μας έδωσε μάλλον λίγο περισσότερο χρόνο παιδικής αθωότητας σε σχέση με άλλους.
Ανέβαινα στο ποδήλατό μου και πήγαινα να χαζέψω για ώρες τους τεράστιους λείους βράχους που κοιτούσαν από ψηλά τη θάλασσα και τον εγκαταλελειμμένο φάρο -απέναντί τους ακριβώς, στο ίδιο ύψος- που από μικροί ακούγαμε πως θα γκρεμιζόταν και τρέμαμε. Σ’ αυτόν τον φάρο μαζεύονταν από πάντα παρέες παιδιών για να πούνε ιστορίες, να ανάψουνε φωτιές, για να διώξουν τα κακά πνεύματα και να διατηρήσουν κάπως το χθες μέσα σ’ ένα παρόν που απογοήτευε. Στον στριφογυριστό δρόμο ως εκεί, επιτάχυνα συνεχώς –με πείσμα– ανάμεσα στις στοιχισμένες βελανιδιές, λες και βιαζόμουν να βεβαιωθώ ότι όλα αυτά στα οποία πίστευα στέκονταν ακόμα όρθια. Πολλές φορές, γυρνούσα αργά το βράδυ, αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις μόνο από τον μακρύτερο παραθαλάσσιο δρόμο, αποφεύγοντας από σεβασμό το σκοτεινό δάσος και πηγαίνοντας κόντρα στο φόβο να γκρεμοτσακιστώ κατευθείαν στα αφρισμένα κύματα.
Εκείνη την περίοδο οι αλλαγές στο χωριό ήταν εμφανείς, ακόμα και σ’ εμένα που μετρούσα λιγότερο από μια εικοσαετία στη ζωή. Τα καράβια που έρχονταν λιγόστεψαν. Κανείς δεν επισκεπτόταν τον φάρο. Το βούτυρο έχανε τη γεύση του, οι γιαγιάδες μας πέθαιναν μία μία και οι μεγάλοι δούλευαν πια στις κοντινές πόλεις, σε λατομεία που έτριζαν. Κανείς δεν είχε χρόνο να διηγείται τους Κέλτικους θρύλους που όλοι είχαμε ακούσει, αν και ξεχνούσαμε πότε και από ποιον. Οι λίγοι συνομήλικοί μου ή σπούδαζαν ήδη μακριά ή παντρευόντουσαν με βιαστικά συνοικέσια. Έμοιαζα να είμαι η μόνη επιζήσασα κάποιας τεράστιας καταστροφής, που ακόμα πρόσεχε τη Μεγάλη Μητέρα, που περπατούσε τα μονοπάτια των γιγάντων κι άφηνε γάλα στις παρυφές του δάσους για τα μοναχικά ξωτικά.
Ήταν παραμονή των Αγίων Πάντων, που θα σήμαινε την αρχή ενός ακόμα χειμώνα. Είχα καθυστερήσει, παραπάνω από ότι συνήθως, στο βαθούλωμα ενός βράχου, να γεύομαι τον αλμυρό αέρα και να ψαχουλεύω με τα μάτια μου τον ορίζοντα για ψαράδες ή για κρυμμένα μοτίβα στα πετάγματα των γλάρων, όταν άκουσα ανάμεσα στα κρώξιματά τους τον μηχανικό ήχο κάποιου οχήματος να αγκομαχάει στην ανώμαλη ανηφόρα που έβγαζε στον παμπάλαιο άσπρο φάρο. Παράτησα την τσάντα μου και τις ονειροπολήσεις μου κι έφτασα τρέχοντας, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά, στην καγκελωτή του περίφραξη, με την ανάσα μου να καίει σχεδόν πιο πολύ κι απ’ την αδικία που αισθανόμουν να ’ρχεται, σχεδόν πιο δυνατά κι απ’ τις φωτιές του Αϊ Γιάννη, που αργούσαν ακόμα μισό χρόνο. Το ένστικτό μου επιβεβαιώθηκε από έναν ξανθό νεαρό με λονδρέζικη προφορά, που έβλεπα για πρώτη φορά. Ο φάρος θα γκρεμιζόταν. Είχε εγκριθεί από την πολεοδομία ένα σχέδιο για να κατασκευαστεί στο σημείο εκείνο κάποιου είδους τουριστικός ξενώνας.
Κλειδώθηκα εφτά μέρες κι εφτά νύχτες με τα σύννεφα και τον αέρα μέσα στο καμαράκι του φάρου, να προστατεύω με τη ζωή μου το τελευταίο οχυρό των ονειροπόλων. Αισθάνθηκα για πρώτη φορά τι θα πει πολιορκία, τι θα πει δύναμη και τι θα πει μάχη υπέρ κάποιας πίστεως, της μόνης που γνώριζα ως τότε. Ποτέ δεν έφτασα πιο κοντά στο θαύμα από ό,τι εκείνες τις μέρες. Όλη τη νύχτα τα αερικά σφύριζαν γύρω μου και χόρευαν έξω απ’ τα θολά τζάμια για να μου δώσουν κουράγιο. Τα άκουσα να γλεντούν και να λένε τραγούδια που δεν είχα ξανακούσει ποτέ. Μια ολόκληρη στρατιά από πνευστά που δεν θύμιζαν σε τίποτα τα ανθρώπινα που γνώριζα. Η φύση ολόκληρη μάνιασε και για μια βδομάδα τα κύματα γίνονταν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη πελώρια, μόλις έφταναν οι –κάθε μέρα και περισσότεροι– απεσταλμένοι του δήμου να με καταφέρουν, μια με παζάρια, μια με απειλές, να εγκαταλείψω.
Καμιά φορά φοβόμουν μη με γκρεμίσουν μαζί με το φάρο, αλλά μια δύναμη, που δεν ήξερα ότι είχα, μου υπαγόρευε να αντέξω συνέχεια λίγο ακόμη. Προσπαθούσα να πείσω τις φωνές στο κεφάλι μου ότι εκεί ακριβώς που βρισκόμουν, κατοικούσε η αιώνια παγανιστική ψυχή της Ιρλανδίας κι ότι θα μέναμε όλοι ορφανοί αν καταστρεφόταν αυτός ο φάρος. Το πάρε δώσε με τις μικροσκοπικές φιγούρες από κάτω, έγινε ένα τεντωμένο σκοινί που ή θα έφερνε τον έναν στη θέση του άλλου ή θα έσπαγε εντελώς. Μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι μπορεί και να φαινόμουν αφελής, αλλά ταυτόχρονα ήμουν και σίγουρη ότι οι αφελείς ήταν ΕΚΕΙΝΟΙ, που το μόνο που ήξεραν να κάνουν ήταν να μετράνε τα λεφτά στους κουμπαράδες τους και να ράβουνε κουρτινάκια με απαίσια βολάν που έφερναν εμετό.
Τα παράτησα αργά την έβδομη νύχτα, μούσκεμα απ’ το κλάμα και τη βροχή, γνωρίζοντας πως το πρωί ο φάρος δε θα υπήρχε πια και μαζί του θα έπαιρνε μάλλον και τις κρυφές δυνάμεις του δάσους και του βυθού που για αιώνες λατρεύανε εκεί οι γονείς μας κι οι παππούδες μας κι άλλοι πολλοί πριν απ’ αυτούς. Η αίσθηση της ήττας ήταν πικρή στο στόμα μου, όσο διέσχιζα εξαντλημένη –και για πρώτη φορά– μέσα σε απόλυτο σκοτάδι, το δάσος. Κι όμως, τα πράγματα πήραν μια εντελώς ανεξήγητη τροπή. Λίγες ώρες πριν το ξημέρωμα και πριν φτάσει όλο το γνωστό επιτελείο –συν μερικούς παραπάνω ειδήμονες σε ζητήματα ανυπακοής–, η τεράστια βραχώδης γλώσσα έγινε οικειοθελώς χίλια μικρά κομμάτια γης και χάθηκε με έναν εκκωφαντικό βρόντο μέσα στην κρύα θάλασσα για πάντα, παίρνοντας μαζί της και τον άσπρο φάρο. Όταν μου το περιέγραψαν, ήξερα πως είχα κατά κάποιον τρόπο νικήσει και ταυτόχρονα πως ο σοφός κύκλος των πάντων έβαζε τους τίτλους του τέλος σε κάτι που μάλλον δεν είχε πια κάποιο σκοπό να υπηρετήσει. Για μήνες ολόκληρους ήταν το πρώτο θέμα στις ταβέρνες και στην πλατεία, ο ξενώνας δεν χτίστηκε φυσικά ποτέ κι εγώ κυκλοφορώ ακόμα στη ζωή, ασφαλής, πιστεύοντας στα θαύματα.















































































































