Καλοκαίρι του ’43. Ιούνιος κι ο πόλεμος, με χνώτο καυτό, έκανε και στις Κυκλάδες ό,τι κάνει ο λίβας στα σπαρτά. Στη Φολέγανδρο λιοστά σπίθια, λιοστοί άνθρωποι και κοπιασμένοι, μα πολύς ουρανός. Πάλι καλά. Το βλέμμα πρέπει να ’χει χώρο να πάει απάνω, να μη βλέπει τον κόσμο που βουλιάζει. Ήτονε δεν ήτονε τότε στο νησί πενήντα Ιταλοί Carabinieri καταχτητές. Κάποιοι είδανε την ομορφιά του τόπου και την εθάμαξαν. Κάποιοι, σαν τον κακορίζικο τον Μιλανέζο τον Τζιουζέπε που τίποτα δεν τον γαλήνευε, βλέπανε σκέτη ξεραΐλα. Και κάποιου η καρδιά ηχτύπα για το νησί δυνατά από τις πρώτες κιόλας μέρες της Κατοχής.
Ο «κάποιος» ήτονε είκοσι πέντε χρονώ, ψηλός, ξανθός, με πλατύ στήθος κι ένα συννεφόκαμα στα μάτια να σε πιάνει η καρδιά σου, να τα κοιτάζεις και να ’ναι σαν να πέφτεις σ’ αγκρεμό. Βαρύς και θλιμμένος ανέβαινε και κατέβαινε τα δρομάκια της Χώρας και της Άνω Μεριάς. Ήταν ο μόνος ανθυπολοχαγός ποχε δουλέψει καλά τα μυδραλιοβόλα, αν και τελικά δεν ήταν χρεία για τέτοια πράματα στο νησί. Ήξερενε καλά τον πόλεμο, παρά τα λίγα χρόνια του, μα ούτε κι αυτό του χρησίμεψε ποτέ στη Φολέγανδρο. Ήξερενε και λίγα ελληνικά –νερό, ψωμί, γυναίκα, καλημέρα– κι ήξερενε και να χορεύγει κι ήτονε σβέλτος κι όμορφος σαν έπιανε ρυθμό.
Κάθε τόσο, όταν τα νέα απ’ τον πόλεμο ήτανε καλά, οι Ιταλοί ανάβανε φωθχιές κι εκάμανε αυτοσχέδιες γιορτές, μια στις αμμούδες μια στις πλατείες, κι υποχρεώνανε τους ντόπιους να ’ρθούνε να γιορτάσουνε. Τότε, ο Αντόνιο, ο Αντονίνο –έτσι τον ελέγανε χαϊδευτικά– άλλαζε ολόκληρος. Ο ίδιος γινότανε φωθχιά και στο φως που τρεμόπαιζε και μέσα στη μουσική, έβγαζε μια γοητεία λες απ’ άλλο κόσμο. Κι ας τον κακολοούσε ο κακορίζικος ο Μιλανέζος που τον έβλεπε νιο κι ολάνθιστο και σκύλιαζε, ο Αντόνιο δεν έδινε σημασία, μόνο χόρευγε και παρκάλιε για ακόμα περισσότερες γιορτές. Κι ο λόγος δεν ήταν μόνο ο χορός, ήτονε κι αυτός που του ’φερνε και τις άγριες θάλασσες μέσα του. Ηπάλευγε ο Ιταλός πώς θα κάμει γνώρα επιτέλους με την δεκαοχτάχρονη Ανθούλα και πώς θα σφίξει στα χέρια του τα χέρια της τα σαν ξασπρισμένα μύγδαλα και πως θα την κάμει γυναίκα του.
Ένα βράδυ απ’ τα πιο ζεστά, στήθηκε έν’ ακόμα πανηγυράκι – ένα τραπέζι με λουκούμια, δυο κρασοβάρελα και κόσμος που πάλευγε να πάρει μιαν ανάσα βαθιά. Φωνές, γέλια, κλάματα, πειράγματα, Έλληνες κι Ιταλοί μαζί. Την είχανε πια την άνεση αναμετάξυ τόνε οι νησιώτες με τους στρατιώτες. Κι ας μην ήντονε απ’ την ίδια μεριά τση ιστορίας. Ο μικιός από την Καλαβρία, ο Σαλβατόρε, έπιασε μια στιγμή το ακορντεόν του, γύρισε τα μανίκια του κι άρχισε να παίζει σιτσιλιάνικα, γραικάνικα και νησιώτικα, όλα μαζί ανακατεμένα. Ήταν καπάτσος κι όλα τα βγαζε με τ’ αυτί και μόνο. Αφού είχε αρχίσει για τα καλά το κρασί να κάμει τη δουλειά του, ο γέρο Λέλος γύρισε στον Αντόνιο:
– Χόρεψε καπιτάνο κανα κορίτσι, να χαρείς το μπόι σου. Να ιδούμε κι εμείς πώς τα κάμετε τα κουμάντα σας κει επά τσή χώρα σας.
Ο έρωτας δεν κρύβεται, που λένε και ούλοι ηξεύρανε για τον Αντόνιο, ως κι οι ψαρόπλακες, ποχε τον καημό της μαυρομάτας της Ανθούλας. Σαν κάτι να του ’πε πως ο χρόνος τελείωνε και πρώτη φορά κείνη την ώρα, στο ψευτομάζωμα το πήρε απόφαση πως δεν πήενε άλλο. Κι είχε η άτιμη κάτι μαλλιά σαν νυχτιά κι αγκίστρια για βλέφαρα. Πήε κοντά της χωρίς να τον νοιάζει για τα βλέμματα που πέφταν απάνω τους, ούτε για τον κακορίζικο που έσφιγγε τις γροθιές του. Όμως από ‘να λάθος αντί να ιπεί «Θέλεις να χορέψουμε;» είπε «Θέλεις θα χορέψουμε;» κι ακούστηκε σαν κατάφαση και σιγουριά και πίστη, μα τύχαινε και ήτανε κι αλήθεια, γιατί κι η Ανθούλα είχε καιρό που ’θελε να κερδηθεί και να «χάσει» απ’ τον ανθυπολοχαγό. Κι αρχίσαν τις στροφές τους, κι επέταξαν κι εγίνανε μιά αγκάλη, απού εφυλάξανε για λίγο τον έρωτα και βγήκε ο ήλιος στα μάτια του Αντονίνο και ξημέρωσε στα μαλλιά της Ανθούλας κι ούλοι, ακόμα και το χώμα κάτω απ’ τα ποδάρια τους, κρατάγανε την ανάσα γιατί κείνος ήταν Ιταλός και κείνη Ελληνίδα και δεν γινότανε να ζευγαρώσουν καταχτητές με ντόπιους, όση κι αν ήτονε η λαχτάρα.
Πάντως, από κείνο το βράδυ κι έπειτα, ο Αντόνιο δεν ήταν πια στρατιώτης. Ήταν ο Νίνο. Εγλύκανε. Έστριβε στα στενά της χώρας κι έπαιζε τη φυσαρμόνικα τα μεσημέρια κι έφτιανε καραμέλες από ζάχαρη και ρετσίνι για τα παιδιά. Και κάθε τόσο, ξημερώματα, τον έβλεπες να γυρνάει από τον μόλο μ’ ένα γέλιο κολλημένο πα στο πρόσωπο, σαν να ’χε τελειώσει ο πόλεμος. Μα ο άτιμος, είναι σαν τον σκορπιό, πάντα βρίσκει ρωγμή και τρυπώνει. Ήρθε ο Σεπτέβρης του ’43 κι οι Ιταλοί, ξαφνικά, από αφεντάδες γινήκανε κυνηγημένοι. Και να οι λιποταξίες και να τοι τώρα να ζητάνε άσυλο απ’ τους ντόπιους και να τοι οι αποχωρισμοί.
Ένα βράδυ, σαν όλα τα βράδια και σαν κανένα άλλο, ο Νίνο έπαιζε τη φυσαρμόνικά του στο μόλο, στο ψιλόβροχο. Είχε τόση ησυχία που θαρρούσες πως η θλιμμένη μελωδία θα ακουγόταν το δίχως άλλο σ’ όλο το νησί, απ’ το περιβόλι του Βιολατζή ως το Κάτεργο. Μετά από λίγο, σιωπή. Αυτό ήταν και το τελευταίο σημάδι του. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε, λες κι έσπασε η Φολέγανδρος στα δυο και τον πήρε στα σπλάχνα της.
Μέρες, μήνες, χρόνια επεράσανε. Το νησί άντεξε, ήρθανε φύγανε ποστάλια, ήρθαν χαρές και συμφορές άλλες. Μα κάθε τόσο, κάποιος έλεγε πως είδε τον Νίνο. Πρώτα ένα παιδί στη ρεματιά να σκαλίζει καλάμια. Ύστερα μια γριά είπε πως της άφηκε ψωμί στην πόρτα, όπως έκανε πάντα. Ο παπα-Κωστής ορκίστηκε πως του εξομολογήθηκε ένας σαν «σκιάχτρο με μάτια συννεφιασμένα» που δεν γινότανε να ναι άλλος κανείς. Κι όλο σταυροκοπιόταν. Κι η Ανθούλα δεν παντρεύτηκε ποτέ. Μόνο πήγαινε κι ερχόταν απ’ τον μόλο στο Λιβάδι και πίσω και ξανά κι όλο μιλούσε στον αέρα.
Αυτός που δεν έχει πατρίδα, στους πολέμους είναι ο πιο ασφαλής, λένε. Κι ο Νίνο ποχε μισή καρδιά βενετσάνικη και μισή Φολεγανδρίτισσα, χάθηκε σαν φύσημα του λίβα δυο φορές. Μία από την πατρίδα του και μία από το νησί του. Μα χάνεται τίποτα ποτέ στ’ αλήθεια; Ακόμα και τώρα, αν σταθείς ώρα απομεσήμερο, ημπορείς μου φαίνεται να ακούσεις το ψιθύρισμα μιας φωνής βενετσάνικης:
«Θέλεις θα χορέψομε»
Σ.σ. Καλούς χορούς, παιδιά! Τα λέμε σύντομα, κι εδώ κι αλλού!















































































































