Υπάρχουν συγκεκριμένες μέρες της εβδομάδας που κάποιοι δρόμοι των γειτονιών ντύνονται διαφορετικά· όχι με τα καλά τους, αλλά σίγουρα με τα χρωματιστά τους, τα μυρωδιαστά τους και τα καλούδια τους. Είναι οι μέρες λαϊκής! Του υπαίθριου φαινομένου που η Ελλάδα έχει να παινεύεται ότι είναι από τις λίγες ακόμα χώρες που η παράδοση αυτή με ρίζες της στην αρχαιότητα, ένα κράμα ανατολής και δύσης, καλά κρατεί. Στις λαϊκές υπάρχει κάτι το αδιαμεσολάβητο, άρα και το πρωτόλειο.
Οι λαϊκές έχουν στοιχεία τελετουργίας, θεατρικής παράστασης, ραντεβού. Διοργανώνονται σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο που τον γνωρίζουν όλοι –υπάρχει μάλιστα και ανακοίνωση την προηγούμενη μέρα με τις χαρακτηριστικές ταινίες και τα εκτυπωμένα Α4, διαρκεί συγκεκριμένες ώρες, το σκηνικό συναρμολογείται αχάραγα, μακριά από τα μάτια του κόσμου, και αποσυναρμολογείται στο τέλος πάλι, όταν οι «θεατές» είναι πλέον στα σπίτια τους. Τα σκουπιδιάρικα που εμφανίζονται ως επιθανάτιος ρόγχος για να μαζέψουν τα περισσευούμενα, είναι οι αστικοί γλάροι, που μπορεί να γίνονται ενοχλητικοί αλλά είναι απαραίτητοι στην… τροφική αλυσίδα.
Ο κόσμος που συγκεντρώνεται στη λαϊκή είναι εκεί για τον ίδιο σκοπό, ο οποίος όμως μπορεί να ξεφεύγει από το πλαίσιο της αγοράς προϊόντων και να γίνεται διάθεση για επικοινωνία και συνάντηση. Αυτή η διάθεση εξαπλώνεται και στους δρόμους πέριξ, αφού κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το πέρας των αγορών, με τις πλαστικές σακούλες και τα καρότσια φουσκωμένα, ο κόσμος με τις τυχαίες ή κανονισμένες συναντήσεις που έκανε στη λαϊκή, ξεχύνεται σε μαγαζάκια για τον καφέ, τον μεζέ, την μπύρα.
Δικαίως οι λαϊκές αγορές διεκδικούν τον χαρακτηρισμό πολιτιστικής κληρονομιάς και χρειάζεται να τις υπερασπιστούμε γιατί εάν εκλείψουν μαζί τους θα χαθεί ακόμα ένα ζωντανό κομμάτι των γειτονιών, το οποίο δεν αφορά μόνο τον δρόμο που καταλαμβάνουν οι πάγκοι.
Ηλέκτρα Τζώρτσου

Λαϊκή Οδού Λομβάρδου – Γκύζη
Το μπουκέτο
Ένα μεγάλο μπουκέτο. Σπανάκι, ρόκα, άνηθος, μάραθος. Ώρα για χορτόπιτες. Θα ανοίξω φύλλο, θα τις ετοιμάσω με φροντίδα και θα τις μοιράσω την επόμενη βδομάδα στους ίδιους τους παραγωγούς για να δουν τι μαγικά φτιάχνονται με τα προϊόντα τους. Να δουν πως δεν κακόπεσαν. Με κάνει τόσο χαρούμενη αυτή η ενασχόλησή μου. Η λαϊκή στη Λομβάρδου είναι η μικρή μου εβδομαδιαία διέξοδος. Αυτή που μου υπενθυμίζει πως η Αθήνα δεν είναι μόνο μπετόν και φασαρία· είναι οι άνθρωποί της που, έστω για λίγο, συναντιούνται.
Το μανταρίνι της κυρίας Φαίδρας
Η κυρία Φαίδρα κατεβαίνει κάθε Τετάρτη στη Λομβάρδου με το ίδιο άουτφιτ, το ίδιο καρότσι, το ίδιο χτυπητό ροζ κραγιόν. Δεν αγοράζει πολλά· ένα κιλό μανταρίνια μόνο, συνήθως. «Για το ζάχαρό μου», εξηγεί δεξιά κι αριστερά, χωρίς κανείς να την έχει ρωτήσει. Ο μανάβης την ξέρει, της διαλέγει τα πιο γλυκά και την κερνάει πάντα μερικά παραπάνω –είναι αξιαγάπητη. Εκείνη τα παίρνει προσεκτικά, λες και θα σπάσουν, ξύνει από κάποιο λίγη φλούδα με το νύχι της, το μυρίζει και χαμογελάει. Είναι το μανταρίνι που θα αφήσει στο περβάζι της παλιάς της γειτόνισσας, σαν μικρή υπενθύμιση πως ακόμα την θυμάται, κι ας έφυγε πριν χρόνια. Αναρωτιέμαι πόση αγάπη κρύβει μέσα της αυτή η γυναίκα που δεν έχει πού να ξοδέψει.
Στη λαϊκή τη βρήκα
Στη λαϊκή τη βρήκα και στη λαϊκή την έχασα. Ήταν μεγάλη λαϊκή. Με ατελείωτα καφάσια, στοίβες από ροδάκινα, τσουβάλια με πατάτες, τσάντες που γέμιζαν και ξαναγέμιζαν. Τα καρότσια στριφογύριζαν τρίζοντας, τα λεμόνια κατρακυλούσαν κι οι φωνές των πωλητών δεν σταματούσαν. Ξέρω καλό παζάρι και το καυχιέμαι. Όχι, όχι δεν τη συνάντησα στον πάγκο με τις ελιές, στα ροδάκινα την πρωτοείδα. Ναι, έτρωγε λαίμαργα ένα ζουμερό ροδάκινο και με κοίταξε γελώντας. Ρώτησα: «Έι! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.» κι αυτή μου είπε: «Θα στο πω μετά…» Από ’κει βρεθήκαμε πάλι στον ψαρά κι εκεί την έχασα…Παζάρεψα παντού και πήρα όλα όσα ήθελα. Σε κάθε νίκη μου φώναζε: «Μπράβο!! Μπράβο!!» Σαν δεν απόμεινε τίποτα άλλο να πάρω, σταμάτησα και την ξαναρώτησα: «Έι! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.» Την άκουσα να μου λέει «Μετά, θα στο πω μετά…»*
^ Νικόλας (Ισορροπιστής)
Εδώ κάνουμε Λαϊκή Therapy! Tα χρώματα και η επικοινωνία βοηθάνε και θεραπεύουν πολύ κόσμο.

^ Κος Γιώργος
Μα να έχω τα σύκα μόνο δύο ευρώ το μισό κιλό και να μου κάνουν και παζάρια; Πάρτε κι εσείς – μέχρι δύο είναι δοκιμή.
Λαϊκή Καλλιδρομίου – Εξάρχεια
Σάββατο θα πει Καλλιδρομίου
Σαββατιάτικη λαϊκή για τους ανθρώπους του κέντρου θα πει Καλλιδρομίου. Μουσικοί του δρόμου, νεολαία που ψωνίζει χαλαρά, στους δικούς της ρυθμούς, γεμάτα τα τραπέζια των καφέ κατά μήκος του δρόμου, πίσω απ’ τους πάγκους. Όλα αυθεντικά, αληθινά, εξωστρεφή. Είναι Σάββατο κι οι Εξαρχιώτες (και όχι μόνο) τηρούν για άλλη μια φορά το άτυπο ραντεβού τους. Βλέπουν γνωστούς, χαιρετούν, ονειρεύονται τραπέζια ρεφενέ με φίλους, με τα αμόρε τους ή και μόνοι κι ατρόμητοι. «Κανείς δεν έρχεται μουτρωμένος και κανείς δε φεύγει με άδεια χέρια ή άδεια καρδιά», μας λέει ο κύριος Θανάσης.
Ένας Συλλέκτης
Εννοείται πως κάθε ντομάτα είναι διαφορετική και θέλει προσοχή για να τις διαλέξεις σωστά, αλλά αυτός ο παππούς το παράκανε θαρρώ. Τις διάλεγε για κανένα δεκάλεπτο τουλάχιστον, με υπομονή συλλέκτη γραμματοσήμων, περίπου στο ύψος του Bourbon. Έσκυβε, μύριζε, περιεργαζόταν, λες και αποτελούσαν για αυτόν (οι ντομάτες, ναι) κάποιο μεγάλο μυστήριο. Άλλες ήταν κάπως σκασμένες απ’ τον ήλιο, άλλες λίγο χτυπημένες, άλλες ολοστρόγγυλες, άλλες πιο ροζ, πιο άγουρες…Τα συνηθισμένα. Για αυτόν όμως μάλλον ήταν ζήτημα καίριας σημασίας. Τέτοια προσήλωση πάνω από ζαρζαβατικό είχα να δω απ’ την εποχή του «Στην κουζίνα ολοταχώς» του κυρίου Μαμαλάκη. Έφυγα λίγο πριν γεμίσει μέχρι σκασμού και τη δεύτερη σακούλα του, ελπίζοντας να βρήκε αυτό ακριβώς που έψαχνε.
Αναμονή
Τα Σαββατοκύριακά μου ξεκινούν πάντα από εδώ. Όχι τόσο για τα ψώνια· αυτά τα ξεχνάω συχνά ή τα κάνω στη λαϊκή της Νάξου που μου πέφτει πιο κοντά. Πάω όμως για τη βόλτα. Κρεμάω την κάμερα στο λαιμό και ψάχνω υποψήφια θύματα να αιχμαλωτίσω στα κάδρα μου. Να δανειστώ για ένα κλικ ένα κλάσμα απ’ τη ζωή τους. Πάω και για τον καφέ στο χέρι, για τα «καλημέρα στο κορίτσι», για τον χαβαλέ που εκτοξεύεται απ’ τον έναν πάγκο στον άλλον, για τη μυρωδιά του άνιθου που μπερδεύεται με αυτήν από τα γιασεμιά των γύρω μπαλκονιών. Πάω και για τον αγαπημένο μου πάγκο, αυτόν με τα μέλια των συνεταιρισμών. Με κερνάνε με ένα κουταλάκι· μέλι πηχτό, κεχριμπαρένιο, κολλάει μετά στα δάχτυλα, ψάχνω υγρά μαντηλάκια. Σχηματίζεται ουρά πίσω μου αλλά δεν πειράζει. Όσο χρόνο μου πάρει να καταλήξω…(βελανιδιάς! Το αγαπημένο μου!) Γιατί η λαϊκή δεν είναι σούπερ μάρκετ· είναι κατάσταση, αναμονή, κουβέντα, άρωμα, ζωή.

^ Κος Θανάσης
Η Καλλιδρομίου έχει κουλτούρα. Βλέπεις νέα παιδιά, χαμογελαστό κόσμο, καλοδιάθετο. Κανείς σχεδόν δεν έρχεται μουτρωμένος ή νευριασμένος.

^ Κος Γιάννης
Η λαϊκή αυτή ξεχωρίζει γιατί έχει πάνω απ’ όλα νεολαία. Εγώ είμαι 50 και βάλε χρόνια εδώ. Κάποτε πούλαγα τσάντες για να αγοράσω κόμικς, φαντάσου!
Λαϊκή Oδού Nάξου – Kυψέλη
H παράσταση
Πως να καταλάβεις ότι πλησιάζεις στη λαϊκή: Τσιριχτοί ήχοι από τα ροδάκια των καροτσιών των υπερφορτωμένων με καλούδια φρέσκα. Μυρωδιές ανάκατες κάθε λογής: από ψαρίλα μέχρι βασιλικό και μοσχοβολιστά –πατημένα κατά λάθος– εσπεριδοειδή. Πορτοκαλί ομπρέλες η μία σχεδόν πάνω στην άλλη. Φωνές που σε καλούν «έλα-πάρε-πάρε» και «εδώ το καλό το…» και «μέλι τα σύκα, παιδιά» και παζάρι λέξεων· «πόσο πάει;», «πιο φτηνά δε θα τα βρεις!», «βάλ’ ακόμα δυο». Ολόκληρη παράσταση εδώ, για τα μάτια μας μόνο. Το σκηνικό πολύχρωμο, σκηνοθέτης δεν υπάρχει, το έργο αλλιώτικο κάθε φορά.
Το πεπόνι
Σε ακολουθούσα ασυναίσθητα από τη Φωκίωνος Νέγρη ως τη Νάξου, στους πρώτους πάγκους της λαϊκής – εκείνους με τα πιτζαμάκια και τα σουτιέν. Κοιτούσα τον καμένο απ’ τον ήλιο αυχένα σου. Κάπως έτσι πρέπει να είναι να σου κάνουν μάγια. Μέσα στην απροσεξία μου έπεσα πάνω στα πεπόνια κι ένα κύλησε ως τα πόδια σου, ενώ ζουπούσες κάτι μεγάλες ντομάτες Κρήτης. Το προσπέρασες με ύφος (ή έτσι μου φάνηκε εμένα). Μα καλά, τόσο δύσκολο ήταν να σταματήσεις να το μαζέψεις; Αυτό που για σένα δεν ήταν τίποτα, κάποιος το φύτεψε, το φρόντισε και το προστάτεψε από κάθε κακό. Το αγόρασα εις ένδειξη διαμαρτυρίας για την αδιαφορία σου.
Ημερολογιακή Καταγραφή
Σημειώνω: Η λαϊκή της Nάξου ξυπνάει κάθε Τρίτη πιο νωρίς από εμένα. Ακούω: «Θέλω ένα καρπούζι». «Μικρό ή μεγάλο;» «Μεσαίο». Σημειώνω: καφάσια στοιβαγμένα. Ακούω: «κολοκυθάκια-μωρέ-τρυφερά». Σημειώνω: ο πρώτος μανάβης στη σειρά είναι ομορφόπαιδο και θυμάται και το όνομά μου, αν και δεν έχουμε συστηθεί μάλλον. Σημειώνω: οι λαϊκές μας είναι κομμάτι της γεωγραφίας της πόλης. Βλέπω: μικρά πλαστικά δοχεία, γεμάτα σαλιγκάρια που σκαρφάλωναν αργά στα καπάκια. Δεν τα έχω ξαναδεί. Ακούω: «νωπά, δηλαδή ζωντανά, δηλαδή κατευθείαν για στιφάδο». Ένα παιδί σταματάει και κολλάει σχεδόν τη μύτη του στο δοχείο. «Μαμά, αυτά τρώγονται;» Εκείνη το τραβάει βιαστικά και μουρμουρίζει «είναι ακριβά αυτά, μην τα κοιτάς». Μένω να χαζεύω τα σαλιγκάρια, ενώ διαγράφουν τις αργές τους διαδρομές. Ίσως να μπορούσα να τα μαγειρέψω κι εγώ, αλλά δειλιάζω. Πού να βρω το κουράγιο να ρίξω ζωντανά πλάσματα μέσα στα κατσαρολικά μου;

^ Αγγελική & Λαζαρία
Εδώ υπάρχει εγγύτητα και σχέση διαπροσωπική με τον πελάτη.
Γνωριζόμαστε, χαιρετιόμαστε με τα μικρά μας.

^ Αντριάν
Τέσσερα χρόνια είμαι σ’ αυτήν τη λαϊκή. Το χρήμα αλλάζει τις λαϊκές. Παρασκευή πάω στου Κολωνακίου κι έρχονται όλοι με τους βοηθούς που τραβάνε το καροτσάκι. Στη Νέα Σμύρνη ας πούμε δεν ανησυχούν για τις τιμές, ψωνίζουν και μετά σου λένε κατευθείαν «τι χρωστάω;»
Λαϊκή Οδού Χριστιανουπόλεως – Γαλάτσι
Φυσική, χημεία κι άλλες επιστήμες
Τα καφάσια που είναι το ένα πάνω στο άλλο στοιβαγμένα όπως όπως; Η βαρύτητα θα κάνει τη δουλειά της – το μάθαμε και στο μάθημα της φυσικής. Η οξύτητα της ντομάτας; Εξισορροπείται απ’ τη μοσχοβολιά των λουλουδιών στα γλαστράκια τους. Ο αέρας φουσκώνει, τα ματσάκια του δυόσμου μου γαργαλάνε τη μύτη. Γλωσσολογία: το μοναδικό και υπό εξαφάνιση ιδίωμα του μανάβη (βλέπε εισαγωγικό σαλόνι αφιερώματος). Η Χριστιανουπόλεως κάθε Τετάρτη μετατρέπεται σε ζωντανό πείραμα.
Μυστήρια πράγματα
Στη λαϊκή της Χριστιανουπόλεως όλα έχουν κάτι ύποπτο. Ένας τύπος με πολλά τατουάζ πουλάει μήλα τόσο κόκκινα που μοιάζουν σχεδόν ψεύτικα. Μια σακούλα γεμάτη κόκκινα κρεμμύδια αλλάζει χέρια βιαστικά δίπλα στον πάγκο με τα σταφύλια – τι δουλειά έχει εκεί; Βρες μπας και δεν είναι κρεμμύδια αυτά μέσα; Ένα παιδί κρυφακούει μια απαγορευμένη συνομιλία ενηλίκων, ένας γέρος σφίγγει μερικά δίευρα στην παλάμη του σαν να ’ταν κλεμμένα. Κάποιος κοιτάει ένα ντεκολτέ για περισσότερα δεύτερα απ’ ότι θα όριζε η ευπρέπεια. Αν παρατηρήσεις προσεκτικά, θα καταλάβεις: υπάρχει μυστήριο εδώ. Γι’ αυτό κι η γοητεία. Γι’ αυτό κι η ένταση. Δεν έχει τόση σημασία ποιος έχει το φθηνότερο ζαρζαβατικό, αλλά τι κρύβεται πίσω απ’ τα βλέμματα.
Και μετά και μετά;
Μια φορά κι έναν καιρό, παιδιά, υπήρχε ένα πανάρχαιο έθιμο, αυτό της υπαίθριας λαϊκής αγοράς. Στήνονταν πάγκοι και πάνω άπλωναν οι παραγωγοί την πραμάτεια τους. Φρούτα, λαχανικά, καρυκεύματα, ρούχα, φυτά – τα πάντα. Τιμές; Ασύγκριτες. Ποιότητα; Εγγυημένη. Βούιζαν σαν μελίσσια οι γύρω δρόμοι. Με πήγαινε η μαμά μου εμένα, η προγιαγιά σας, η Λίζα, να κάνουμε τα ψώνια της εβδομάδας στη λαϊκή αγορά της Χριστιανουπόλεως. Με έπαιρνε από το χέρι. Ήμουν μικρή, τόσο μικρή που όλοι γύρω μού έμοιαζαν γίγαντες, με κατάπιναν τα χρώματα και ο κόσμος. Αφού γεμίζαμε και τα τέσσερα μπράτσα μας με σακούλες γεμάτες νοστιμιές, καθόμασταν σ’ ένα καφέ εκεί που τέλειωναν οι πάγκοι και ξεκουραζόμασταν. Πάνω στο τραπέζι ο καφές της μαμάς, τα κουλουράκια κι ο χυμός μου. Κάθε τόσο ανοίγαμε τις σακούλες και κλέβαμε καμιά ρώγα σταφύλι ή κανέναν ξηρό καρπό. Ήταν το κάτι άλλο.

Bαγγέλης, Θοδωρής, Πετρούλα
Οι λαϊκές αγορές είναι αξεπέραστες και σε τιμές και σε ποιότητα.
Υπάρχει επιλογή, είναι για όλες τις τσέπες, όχι σαν τα σούπερ μάρκετ που ’χει δυο τελάρα και τέλος.

Σπυριδούλα
Είναι ευγενικοί εδώ οι άνθρωποι, είναι αρκετά καλή λαϊκή σε σχέση με τις άλλες που πηγαίνουμε.
Εδώ λαϊκή, εκεί λαϊκή, πού είναι η λαϊκή;
Μήπως άλλαξε δρόμο τώρα που χειμώνιασε; Μήπως μετά το
ξενύχτι να πάρουμε κανένα ζαρζαβατικό να φτιάξουμε καμιά
σούπα βελουτέ να στρώσουμε;
Δείτε εδώ που έχει λαϊκή κοντά σας σήμερα.
Γιατί αυτά δεν είναι να τα χάνουμε.






















































































































