Γιατί, όπως λέει και η ίδια, κάθε ιστορία που αξίζει να ειπωθεί, ξεκινά από μια μικρή, σχεδόν τυχαία συνάντηση. Κι ακόμα κάτι δικό της, με το οποίο ταυτιζόμαστε: όσα λένε οι ήρωες του Τσιώλη έρχονται πάντα και κουμπώνουν στα χείλη μας σε κάθε περίσταση…
Όταν συνάντησα τον Σταύρο Τσιώλη το 2016, η Κατερίνα ήταν μαζί του και είχα σκεφτεί πόσο αγαπιούνται οι δυο τους, με μια αγάπη συνωμοτική, παιδική, σχολική, ατόφια. Κάπου, εκεί, κοντά μας, καθώς μιλούσαμε, βρίσκονταν ο συνδετικός μας κρίκος, ο Βάσος Γεώργας και ο Θάνος Ανεστόπουλος.

Όσο κι αν επιμένουν να πεθαίνουν οι άνθρωποι, η τέχνη τους συνεχίζει να ζει. Και είναι βέβαιο ότι ζει χάρη σε άλλους ζωντανούς (ευτυχώς!) ανθρώπους που την κρατούν παλλόμενη και συχνά την αντιμετωπίζουν σαν μήτρα προορισμένη για νέες καλλιτεχνικές γέννες, χωρίς φόβο για συγκρίσεις. Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», όσο βαθιά κι αν έχουμε βουτήξει στο κινηματογραφικό σύμπαν του Τσιώλη, είναι η πιο γνωστή ταινία του, είναι αυτή που καβάλησε το άρμα της ποπ κουλτούρας, χωρίς να χάσει τίποτα από την ποιητική της ψυχή και από όσα είναι προορισμένα για να τα καταλαβαίνουν μόνο λίγοι.
Η Κατερίνα (το εν ζωή και ανθρωπινότατο έργο τέχνης που άφησε πίσω του ο Τσιώλης) γράφει σε ένα από τα κείμενά της που μου εμπιστεύθηκε, στο πλαίσιο της συνάντησής μας για να μιλήσουμε για εκείνη, για τον Σταύρο και για το «Ας περιμένουν οι γυναίκες»:
«Ο πατέρας μου πρόλαβε λίγο πριν το τέλος του να δει σε μια κινηματογραφική αίθουσα ένα παλλόμενο από γέλια και χαρά κοινό να λέει τις ατάκες και να τραγουδάει τα τραγούδια καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής της ταινίας «Ας περιμένουν οι γυναίκες»! Του άρεσε επίσης πολύ να διαβάζει τα σχόλια στο YouTube. O ίδιος δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει τί συνέβη με αυτήν την ταινία και αγαπήθηκε τόσο πολύ! Μπήκε στα τα λόγια της παρέας, έγινε memes, σελίδα στο facebook, χάρτης ταξιδιωτικός, πανό, γκραφίτι της πόλης, τραγούδι, παράφραση σε ταινίες του Ταραντίνο, αφίσα του Άρχοντα των δαχτυλιδιών, συναυλία του Μπατμανίδη και των Καραμπάχ, έγινε η ευκαιρία να τραγουδήσω κι εγώ τραγούδια άγνωστα δικά μας, έγινε ακόμα αθλητικό κέντρο, οδός, πριν λίγο καιρό έγινε κόμικ και πολύ σύντομα και θεατρικό!»
Το Κόμικ: Το όνειρο της Κατερίνας
Με την Κατερίνα ήθελα να μιλήσω καιρό, όμως έπρεπε να βρω την κατάλληλη αφορμή. Και ως τέτοια αντιμετώπισα το κόμικ. Μα, είναι και είδηση! Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» του Σταύρου Τσιώλη κυκλοφόρησε σε graphic novel από τη Chaniartoon Press: σχέδιο ο Σταύρος Κιουτσιούκης, χρώμα ο Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, με το σενάριο αποδιδόμενο στον ίδιο τον Τσιώλη. Η περιγραφή της έκδοσης τονίζει τον «ύμνο στη ζωή», την «αποθέωση του ελληνικού καλοκαιριού» και την κωμικότητα που «απαντά στην πολιτική», επιχειρώντας να μεταφέρει στο χαρτί την ποιητική αύρα της ταινίας. Διανέμεται κεντρικά από το Comixadiko, με τιμή λιανικής 22€ (προπαραγγελία στα 19,80 €), ενώ η πρώτη παρουσίαση έγινε στο 9ο Chaniartoon –International Comic & Animation Festival στα Χανιά την Παρασκευή 26/9, συνοδεία live των Babis Batmanidis Co(m)pany. Σημαίνων και σημαντικός επίσης, ο ρόλος του Μάριου Ιωαννίδη και της Κατερίνας Νανούρη, των ανθρώπων που «τρέχουν» το Chaniartoon (φεστιβάλ + εκδοτικό οίκο).
Λέει η Κατερίνα:
«Ξέρεις, πολλοί θυμούνται μόνο την ταινία· εγώ θέλω να θυμούνται και το πώς συνεχίζει να ζει. Και ζει και μέσα από τα σόσιαλ, από τα νέα παιδιά… Κάπως έτσι γεννήθηκε και το κόμικ για το Περιμένουν οι Γυναίκες. Το σκεφτόμουν καιρό, ότι δηλαδή στα επόμενα χρόνια, με όλη αυτή την κίνηση στα social, θα είχε νόημα να υπάρξει και μια έκδοση σε χαρτί, σαν “ταινία” που γυρίζει σε καρέ. Και, σαν να μας άκουγε ο πατέρας μου, λίγες μέρες μετά χτύπησε το τηλέφωνο: ήταν ο Μάριος ο Ιωαννίδης από τα Χανιά. “Αγαπάμε πολύ τον κ. Σταύρο και θέλουμε να κάνουμε κόμικ το Περιμένουν οι Γυναίκες.” Του είπα “Καλώς το μανάρι μου”, και το ξεκινήσαμε. Το φτιάξαμε με πολλή αγάπη, πιστεύοντας πως οι ηρωίδες και οι ήρωες της ταινίας αξίζουν μια δεύτερη ζωή στις καρδιές του κόσμου – και σελίδα τη σελίδα, να τους ξανασυναντήσουμε. Με σεβασμό στο βλέμμα του Σταύρου Τσιώλη, το Κόμικ μεταφέρει τον ρυθμό και το χιούμορ της ταινίας καρέ καρέ, μέσα σε 163 σελίδες, χορταστικό πράγμα δηλαδή, ώστε να τη διαβάσεις όπως κάποτε τη βλέπαμε: αργά, τρυφερά, με χώρο για ανάσες».
Η ταινία: Το μόνο σενάριο του Σταύρου που γυρίστηκε χωρίς καμία αλλαγή και αυτοσχεδιασμό
«Να πω κάτι ειλικρινά; Όταν γυρίζαμε μια ταινία, δεν είχαμε ιδέα ποια θα είναι η εξέλιξή της. Τα νούμερα τότε δεν μας έλεγαν την αλήθεια: άλλα εισιτήρια στις αίθουσες, άλλη η αναγνώριση. Για εμάς, εκείνον τον καιρό, ήταν “κατά εισιτήρια” – και μετά, σαν να μην υπήρξαμε. Βγήκαμε όλοι από την αίθουσα λίγο στενοχωρημένοι. Κι όμως, δέκα χρόνια μετά, η ταινία κέρδισε κόσμο —μέσα από το YouTube, βασικά, και τα social. Δεν σπρώξαμε τίποτα οργανωμένα· ένα απλό ποστ στο Facebook έφτανε για να ανοίξει η πόρτα. Έτσι μαζεύτηκε κοινό, σιγά σιγά, και είπαμε “ας το κάνουμε συνάντηση, γραφή και live, να δούμε ο ένας τον άλλον και να ανταλλάξουμε υλικό.
Οι ταινίες του Σταύρου έχουν ένα καλό: τις βλέπεις και τις ξαναβλέπεις, ανακαλύπτεις συνεχώς νέο κοινό και νέα πράγματα. Ακόμα και το Περιμένουν οι Γυναίκες: όσοι το έχουν δει πολλές φορές, το ξέρουν απ’ έξω – και πάλι δεν εξαντλείται. Δεν εξαντλείται με τίποτα. Η ιδέα για
το σενάριο γεννήθηκε σε ένα φθινοπωρινό ταξίδι το 1991 που έκαναν μαζί ο Σταύρος Τσιώλης με τον Χρήστο Βακαλόπουλο αναχωρώντας χαράματα από την οδό Ασημάκη Φωτήλα –εκεί έμενε ο Χρήστος– προς την Καβάλα με σκοπό να συναντηθούν με τον επιστήθιο φίλο τους
Αργύρη Μπακιρτζή.
Όμως, μπέρδεψαν στον δρόμο μια λίμνη με τη θάλασσα, και σταμάτησαν στον πρώτο άνθρωπο που είδαν στον δρόμο για να ρωτήσουν, συγκεκριμένα έναν τσιγγάνο με ένα Datsun φορτωμένο μπανάνες.
―Αρχηγέ μου, μου είπαν ότι για να πάω στην Καβάλα πρέπει να ’χω τη θάλασσα δεξιά μου, εγώ την έχω στα αριστερά μου.
―Καλά πηγαίνετε. Στην Ασπροβάλτα θα βρείτε τη θάλασσα δεξιά σας, αυτή είναι η λίμνη Βόλβη.
―Ευχαριστούμε Αρχηγέ! Πιάσε δυο κιλά μπανάνες για τον φίλο μου. Του αρέσουν του Χρήστου πολύ οι μπανάνες!
Στο αυτοκίνητο βέβαια και μέχρι να φτάσουν Καβάλα, θυμήθηκαν το συνέδριο της Βόλβης και την προκήρυξη Μεϊμαράκη που μοίρασε μυστικά στα μέλη του κόμματος σπρώχνοντάς την κάτω από τις πόρτες των δωματίων τους, και από λάθος και κάτω από την πόρτα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, εκείνη η καμαριέρα. Δεν μίλησαν ούτε για πλάσματα που τ’ αφήνει αδέσποτα ο Θεός, ούτε για νύμφες που λούζονται στα νερά, ούτε για κοκορέτσι Παπαδίτσας αλλά σχημάτισαν την πρωταρχική ιδέα για έναν που τρελαίνεται μπερδεύοντας τη λίμνη με τη θάλασσα…
Λίγα χρόνια μετά, το 1996-97 χειμώνας ήταν, ο Σταύρος είχε κάποιες στενοχώριες, ο Χρήστος είχε φύγει απ’ τη ζωή και για να ευθυμήσει ανέσυρε από τα κουτάκια της μνήμης του εκείνο το ταξίδι. Μέσα σε έξι μήνες είχε γράψει το πρώτο χέρι του σεναρίου που τότε έφερε τον τίτλο
«Το ιστορικό συνέδριο της Βόλβης» και ήταν το μόνο σενάριο που γυρίστηκε χωρίς καμία αλλαγή, χωρίς κανέναν αυτοσχεδιασμό, ακριβώς έτσι όπως ήταν το κείμενο. Η Αδάμαστη μετονομάστηκε σε Κλυταιμνήστρα και ο τίτλος άλλαξε στο γύρισμα από τον Γιάννη
Ζουγανέλη στο θρυλικό «Ας περιμένουν οι γυναίκες».
Ο Σταύρος γύρισε αυτή την ταινία όπως κάθε άλλη με πολλή χαρά, ελπίδα και αγωνίες
ελπίζοντας σε κάποια καλά εισιτήρια, πάντα ευγνώμων που το ζωτικό του ψέμα, όπως αποκαλούσε τον κινηματογράφο, οι άνθρωποι, το γύρισμα, τον κράτησαν «πάνω από το νερό» για μια φορά ακόμα!»
Ο Σταύρος και τα κόμικ: Ποκοπίκος και Χουχού
Τι θα έλεγε ο Σταύρος αν έπιανε στα χέρια του το κόμικ; Η Κατερίνα λέει πώς θα του άρεσε πολύ – αν και, φυσικά, ο ίδιος ως παιδί δεν είχε καμία ιδιαίτερη σύνδεση με τα κόμικ. Πώς θα μπορούσε, αφού, όπως λέει η ίδια η κόρη του, τεσσάρων ετών μωρό, τον έστελναν στα στρατόπεδα εκτελέσεων να μαζέψει βόλια για να τα κάνει σίδερο και να φτιάξει μια κατσαρόλα ή να τα πουλήσει;
Η Κατερίνα συμπληρώνει:
«Υπήρξε όμως ένα ζεύγος κομιξάτων ηρώων που ο Σταύρος βαθύτατα αγάπησε βλέποντός το σε τεύχη που του δάνειζε ο φίλος του Βαγγέλης Παναγόπουλος –ο επονομαζόμενος Τζέιμς Ντιν– για να τον μορφώσει, αφού αυτό το ζεύγος αγαπούσαν ιδιαιτέρως και τα κορίτσια, που αγαπούσε ιδιαιτέρως ο Σταύρος! Ήταν ο Ποκοπίκο και η Χουχού, ένας μικρός πυγμαίος τριάντα εκατοστών και μια όμορφη ιθαγενής υπηρέτρια αντίστοιχα, κρυφοερωτευμένοι, που πλαισίωναν τον φανταστικό κόσμο στη ζούγκλα του Γκαούρ Ταρζάν, του βασικού ήρωα κόμικς που κυκλοφόρησε το 1950.
Αυτούς τους δύο τους πήρε για πάντα μαζί του στις αποσκευές του στην Αθήνα, όταν πάνω σ’ ένα φορτηγό με πρόβατα το έσκασε για να γλυτώσει από το Δημόσιο που η γιαγιά μου ήθελε να τον χώσει για να τον εξασφαλίσει λέγοντας πάντα: «κοίτα να πιαστείς από τα ταβάνια του κράτους», φράση που στον πατέρα μου έφερνε ρίγη ανατριχίλας κι ας λάτρευε τη μάνα
του όσο κανείς, αλλά και γιατί ακολούθησε την ιερή εντολή του μαρξιστή μέντορά του, του Ασάντο Μάριο Τσουκίνι που τον ξεχώρισε από τους μαθητές του και τον έστειλε στην πρωτεύουσα για να κάνει μια ταινία και όταν βραβευτεί στη Βενετία να αποκαλύψει ότι το σενάριο του κλέφτη των ποδηλάτων δεν ήταν του Τσέζαρε Τζαβατίνι, αλλά του Ασάντο Μάριο Τσουκίνι!
Αργότερα, τις δεκαετίες ’70-’80, άλλα κόμικ που έπεσαν στα χέρια του μέσω εμού ήταν τα τεύχη Μίκυ Μάους –μικρά και Κλασσικά– που κάθε Παρασκευή μου έφερνε η μάνα μου που
δούλευε τότε και χρωμάτιζε τα Μίκυ Μάους στις εκδόσεις Τερζόπουλου στην οδό Φραγκοκλησιάς και αργότερα τα Λούκυ Λουκ, Αστερίξ και Οβελιξ, Ιζνογκούντ, και λίγο Mad και
Παραπέντε, Βαβέλ, και τέλος Μίλο Μανάρα που βούταγα απ’ την ξαδέλφη μου που ήταν λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία. Για αντιπερισπασμό σε όλα αυτά ο πατέρας μου –ήμουν γύρω
στα δέκα– μου έφερνε θεατρικά! Λόρκα και Δόνα Ροζίτα, Τσέχωφ και Βυσσινόκηπο!
Πέρασαν τα χρόνια και κόμικ δεν μπήκε στο σπίτι μας, μας έφταναν οι αναφορές στον Ποκοπίκο και τη Χουχού, τα ονόματά τους έγιναν και τα χαϊδευτικά μας παρατσούκλια, καθημερινές αναφορές με κάθε αφορμή και μικροί διάλογοι που θυμόταν. Φτιάξαμε και μια γλώσσα, την ακαριαία χουχουϊκή όπου “γκλιν-γου” σημαίνει “σε πιστεύω πάμε μαζί”, “καρούμπαλο incoming” “θα σου σπάσω το κεφάλι με το τηλεκοντρόλ” και άλλα…»
Η Κατερίνα μιλά για την Κατερίνα (όχι χωρίς καθόλου πίεση…)
Η κυρία Τσιώλη, παιδιά, είναι ένας άνθρωπος που κατέχει έναν πολιτιστικό θησαυρό, όπως και να το κάνουμε. Μια ολόκληρη παρακαταθήκη, ε;
«Κι αυτός ο θησαυρός δεν είναι για βιτρίνα ούτε για να τον ξεσκονίζουμε· είναι για να τον ζούμε και να τον μοιραζόμαστε. Κι όσο αυτό γεννά, δεν μπορεί να κάνω πως δεν τ’ ακούω· κι ας πονάει, γιατί με σπρώχνει σε μεγάλα άλματα.»
Αυτή είναι η απάντησή της και στους φίλους (sic) που λένε «κοιτάς να βγάλεις κεφάλαιο, να το εκμεταλλευτείς». Και φυσικά, τα ίδια τα λόγια του μπαμπά Σταύρου, λίγο πριν φύγει από την ζωή: «Αυτό που σου δίνω – όχι περιουσία, το υλικό μου, την δουλειά μου! Κι εσύ να το αξιοποιήσεις όσο μπορείς. Μην ντραπείς, όπως εγώ. Μην φοβηθείς.»
Είναι προφανές, στα μάτια μου, ότι η Κατερίνα φέρει επ’ ώμου ένα χρέος γλυκό, που δεν μοιάζει να την βαραίνει βέβαια, αλλά να την αναπτερώνει. Θέλω να την κάνω να μου μιλήσει για εκείνη, για την ζωή της, τα γούστα της, τους σεβντάδες της και αυτή, όλο το γυρνά στον Τσιώλη και τις ταινίες του – στις οποίες, ως βοηθός σκηνοθέτη, ως παραγωγή, ως κουβαλήτρια, ως εμψυχώτρια, ως καλλιτέχνιδα (ουχί ηθοποιός, ουχί πρωταγωνίστρια, never!) η Κατερίνα έχει συμμετάσχει ψυχή τε και σώματι.
Εντάξει, μου λέει ότι γενικά λατρεύει το σινεμά. Της αρέσει ο Γούντυ Άλεν, ο Ταρκόφσκι, ο Λιντς, ο Αρονόφσκι, ο Μπέργκμαν. Της αρέσουν, ακόμα, τα λαϊκά τραγούδια, οι βόλτες, οι αγκαλιές. Απολαμβάνει και να διαβάζει θέατρο, φιλοσοφία, ψυχολογία, την ενδιαφέρει πολύ η ψυχή. Η ίδια είναι αυτό που λέμε «ψυχούλα». Την ρωτώ για τη μητέρα της. Μου λέει ότι όταν χώρισαν με τον πατέρα της, η Κατερίνα πέρασε λιγάκι δύσκολα – κλασικό αυτό. Η μαμά της ζει, αλλά η Κατερίνα ήταν πάντοτε πιο κοντά με τον μπαμπά της – και ως κόρη, και ως συνεργάτιδα και ως φίλη. Σαν αυτά τα δύο παιδάκια, ο Σταύρος και η Κατερίνα (λέω εγώ) να κατέβηκαν σε αυτή την ενσάρκωση ως αδερφές ψυχές, με τον ρόλο του μπαμπά και της κόρης. Σα να είναι γραφτό τους να συναντιούνται σε όλες τους τις ζωές ως Άλλοι.
«Αν με ρωτάς για την ταυτότητά μου, είναι απλό: είμαι η κόρη του Σταύρου Τσιώλη και το λέω με περηφάνια. Δεν θες ούτε μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που είσαι – κι εγώ δεν το επιδιώκω. Από παιδί με τον Σταύρο ήμασταν αχώριστοι· όλα τα ζούσαμε μαζί και, μεγαλώνοντας, μπήκα φυσικά και στις παρέες του, στον τρόπο του να βλέπει τον κόσμο.
Πολλές φορές άκουσα ότι δούλευα στις δουλειές επειδή ήμουν το παιδί του. Μα ποιος ήξερε καλύτερα τον Σταύρο Τσιώλη από εμένα για να καταλάβω τι έχει στο μυαλό του και να βοηθήσω ουσιαστικά στο να βγει μια ταινία; Ο Σταύρος δούλευε με σταθερούς συνεργάτες που ήξεραν ακριβώς πώς λειτουργεί. Στην τελευταία ταινία, όταν αναγκαστήκαμε –λόγω του θανάτου του Βασίλη του Καψούρου– να αλλάξουμε συνεργάτες, φάνηκε η δυσκολία της προσαρμογής.
Ναι, είμαι επίσης η επίγονος του Σταύρου ως προς το έργο του. Έχω χρέος πρώτα να ψηφιοποιήσω τις ταινίες του, για να μη χαθεί το υλικό. Μόνο να σου πω πώς βρήκαμε υλικό του Γιώργου Αρβανίτη σε υπόγειο στο Κέντρο: σε κούτες, χωρίς σωστή ψύξη, το φιλμ κακήν κακώς ξετυλιγμένο, φθαρμένο… Θέλει φροντίδα αυτό το πράγμα, θέλει έγνοια και οργάνωση.
Δεν είχα τη φιλοδοξία να κάνω “δική μου” ταινία· είχα και έχω όμως τη φλόγα να τραγουδήσω. Στη μουσική δούλεψα πολύ και έκανα πράγματα. Είμαι παιδί της ομάδας – εκεί βρίσκω τη χαρά. Κι αυτή η αίσθηση ήταν και παραμένει υπέροχη.
Έχω κάνει ένα σωρό δουλειές, σέρβις, ελιές, τα πάντα. Κι όμως, ο χώρος που πραγματικά μ’ αγαπάει, εννοώ όπου κινούμαι άνετα και νιώθω σπίτι μου, είναι γύρω από το σινεμά, τη συγγραφή και τη μουσική. Το ’χω αποφασίσει και το κάνω δύο χρόνια τώρα πιστά∙ εκεί βρήκα την ισορροπία μου. Από ’κει και πέρα, τι θα δώσω εγώ η ίδια; Καμία αγωνία επ’ αυτού. Δεν έχω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Είμαι ευτυχισμένη με τη διαδικασία: όταν γράφω κι ένα κείμενο «κάθεται» ωραία, όταν μπορώ να παλεύω, να τραγουδάω…Είμαι καλά με όλα αυτά, μέσα μου εννοώ.
Η προσωπικά αγαπημένη μου ταινία του Σταύρου είναι ο Θησαυρός του Χουρσίτ Πασά, που δείχνει μια άλλη Ελλάδα, η οποία όλο και συρρικνώνεται, για να μην πω εξαφανίζεται. Αυτή η ταινία αγαπιέται από πολλούς, λόγω του ότι δείχνει αυτήν την αυθεντική, και σαν χαμένη πια, ευγένεια και γλυκύτητα των ανθρώπων.
Είχαμε μια παλιά σύγκρουση με τον Σταύρο για την ταινία του “Σχετικά με τον Βασίλη”. Η ιστορία πάει κάπως έτσι: ένας καθηγητής κοινωνιολογίας που, χωρίς να εξηγήσει τους λόγους, παραιτείται από τη δουλειά του και κλείνεται στον εαυτό του, ζώντας με ένα φανταστικό πρόσωπο, με μια φωτογραφία. Τότε του είχα πει του πατέρα μου: “Αν ήθελες να κάνεις ταινίες για να τις βλέπετε εσύ και οι φίλοι σου, εμένα να με βγάλεις από τα σχέδιά σου”. Αυτό δεν μου το συγχώρεσε· ούτε τώρα που έφυγε –κι ας τον παρακαλούσα– νομίζω πως δεν με συγχώρεσε τελικά. Όταν κάθισα να την ξαναδώ την ταινία, πιο ώριμη, με περισσότερη κατανόηση ίσως πάνω στο τι είχε ο πατέρας μου στο νου του ως κινηματογραφιστής, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Και κάθε φορά που την βλέπω μένω, γιατί γνωρίζω μέσα από αυτή την ταινία τον Σταύρο λίγο παραπάνω κάθε φορά. Είναι μια ταινία που πια μπορώ να πω ότι αγαπώ. Με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Βασικά, από τον Έρωτα στην Χουρμαδιά και μετά, όλες τις ταινίες τις αγαπώ.»
Κατερίνα, μίλα μας κι άλλο, πες μας για την μουσική!
«Από μικρό παιδί είχα πιάνο, όπως πολλά παιδάκια – και κάπου εκεί ανακάλυψα ένα κάποιο ταλέντο. Στο ιδιωτικό σχολείο που πήγαινα τα περισσότερα χρόνια της μαθητικής μου ζωής μπήκα σε ένα μουσικό γκρουπ, με το οποίο φτάσαμε μέχρι στούντιο και γράφαμε μουσική για θεατρικές παραστάσεις! Εκεί ήταν που κατάλαβα την αγάπη μου κυρίως για το τραγούδι. Δεν θα πω ότι ήμουν καλή μουσικός, γιατί από ένα επίπεδο και μετά έμεινα πίσω· η μουσική θέλει αθλητική πειθαρχία, σκληρή πειθαρχία.
Τελείωσα το σχολείο, έφυγα από το σπίτι της μαμάς, έμεινα με τον μπαμπά. Ούτε δεκαοχτώ χρονών και άρχιζα πια να σκέφτομαι τι θέλω να κάνω με την ζωή μου. Δεκαετία ’80-’90, εν τω μεταξύ, και οι τραγουδιστές έβγαζαν τρεις δίσκους τον χρόνο! Χανόμουν μέσα μου τι θα κάνω με το τραγούδι, με την μουσική… Είδα μια αγγελία στην εφημερίδα και πήγα σ’ ένα σκυλάδικο στην Αχαρνών. Μου φάνηκε σούπερ! Ο Σταύρος, εν τω μεταξύ, ήθελε από παλιά να γυρίσει μια ταινία που λεγόταν “Δεύτερη ευκαιρία”, με έναν που ακολουθεί μια τραγουδίστρια που γυρίζει τρεις περιοχές της ελληνικής επαρχίας, για να δουλέψει σε σκυλάδικα. Γι’ αυτό πηγαίναμε κάποια χρόνια στην Τρίπολη, σε ένα σκυλάδικο δεύτερης-τρίτης κατηγορίας που λεγόταν “Ο λόφος”. Παρακολουθούσαμε τη ζωή και, βασικά, τις σχέσεις μουσικών, τραγουδιστών και μαγαζιού, αυτά που δεν βλέπει ο θεατής. Περίπου όπως το κατέγραψε το “Αυτή η νύχτα μένει”. Μάλιστα λέγαμε: “Α, δεν γυρίσαμε εμείς την ταινία – να, τώρα μας το πήραν άλλοι… (γέλια)
Μετά το σχολείο, που λες, δούλεψα στο σκυλάδικο και παρατηρούσα, έπαιρνα εικόνες. Μ’ άρεσαν αυτές οι κοπέλες που, ενώ “δεν είναι τίποτα”, δεν τις υπολογίζει κανείς τη μέρα – το βράδυ όμως που θα ντυθούν, θα βαφτούν, θα ετοιμαστούν, θα φορέσουν τα φορεματάκια τους και θα βγουν κάτω απ’ το φως, θα πάρουν το μικρόφωνο με όποια φωνούλα έχουν, θα γίνουν οι απόλυτες θεές της νύχτας.
Κάποια στιγμή ξυπνάω ένα πρωί – κοιμόμουν, βέβαια, τα πρωινά, εγώ το βράδυ ζούσα, μετά τις εννιά ξεκινούσε η μέρα μου. Ήμουν 19 προς 20, καλοκαίρι. Βλέπει ο Σταύρος τα ποδαράκια μου μελανιασμένα από το ντέφι που βάραγα απάνω τους – ήμουν τόσο αδύνατη και μικρή! Λοιπόν, μου λέει: “Τι περιμένεις, ρε Κατερίνα, στο σκυλάδικο; Κάποιον να σε ανακαλύψει;” Για να του απαντήσω εγώ: “Ναι, αυτό περιμένω. Πόσες ιστορίες δεν έχουμε ακούσει για κορίτσια που τις ανακάλυψαν…” Μου λέει: “Θα κάτσεις να δουλέψεις μόνη σου. Θα γράφεις τραγούδια.”
Δουλέψαμε, μαζί με τον πατέρα μου, αρκετές ώρες που δεν ξεχνώ, πάνω σε τραγούδια. Μελωδία, στίχους…μαζί.
Που λες, δεν σήκωσε ποτέ ο Σταύρος τηλέφωνο να πει να με πάρουν σε δουλειά, ήθελε να αναπτυχθώ μόνη μου, να γίνω ανεξάρτητη, αν ήθελα, ό,τι ήθελα. Μια και μοναδική φορά, όμως, κάλεσε σπίτι τον Τάσο Φαληρέα και τον Γιώργο Κυβέλο. Με μια μικρή κιθάρα, ελαφρά σπασμένη από έναν τσακωμό μας με τον Σταύρο – τους τραγούδησα τα κομμάτια που είχαμε φτιάξει με τον πατέρα μου. Από εκεί προέκυψε κι ένα μικρό «θαύμα»: τέσσερα τραγούδια επιλέχθηκαν, για έναν δίσκο της Πίτσας Παπαδοπούλου!
Μου αναπτερώθηκε το ηθικό και, με πολλή πίστη –που τώρα πια δεν την έχω στον ίδιο βαθμό– άρχισα να τρέχω σε εταιρείες δεξιά κι αριστερά. Οι κασέτες μου κυκλοφορούσαν παντού. Κοίτα σε τι εποχή έπεσα: τότε που οι τραγουδιστές υπέγραφαν συμβόλαια μαμούθ και οι μεταγραφές γίνονταν με τεράστια ποσά. Μου έλεγαν όλοι πολύ όμορφα λόγια για τα κομμάτια μου που ακούγονταν, ακόμα και στο ραδιόφωνο. Σκέψου χαρά και ενθουσιασμός για ένα κορίτσι 20-21 ετών, να ζει κάτι τέτοιο! Κάπου μες στην τρέλα μου εκείνης της περιόδου, έκανα κι ένα μεγάλο σφάλμα· θα το πω τώρα πρώτη φορά, δεν το ’χω ξαναπεί. Γράψ’ το κιόλας, μήπως το δει ο άνθρωπος που τον αφορά η ιστορία και με πάρει τηλέφωνο. Είχαμε πάει με τον Βασίλη Καψούρο στην Ιερά Οδό· ο Καψούρος, φωτογράφος του πατέρα μου, είχε αναλάβει τα φώτα σε μια μουσική παράσταση. Καθώς στήναμε τα φώτα – εγώ κρατούσα τις σημειώσεις του Βασίλη, ήμουν μαζί του δεκαπέντε-είκοσι μέρες, ε, και στα διαλείμματα ανέβαινα στα καμαρίνια.
Μια μέρα, όπως ανεβαίνω, με βλέπει ο…Νταλάρας: «Γιατί είσαι εσύ εδώ;», μου λέει. Του εξηγώ ποια είμαι αμέσως. Κι εγώ, ξέρεις, πάντα στην κωλότσεπη κουβαλούσα μια κασέτα, για πάσα χρήση και περίπτωση! Λέω, τώρα είναι η στιγμή. Του δίνω μια κασέτα με αντρικά τραγούδια· “Θα ήθελα να πάρετε την κασέτα· αν σας αρέσει κάτι, θα ’ταν τιμή μου να το τραγουδήσετε.’’
Δεν περίμενα τίποτα φυσικά, γιατί είχα δώσει άπειρες κασέτες και ποτέ δεν είχε χτυπήσει το τηλέφωνο. Κι όμως, την άλλη μέρα, πολύ νωρίς το πρωί χτυπάει. Με πετυχαίνει στον ύπνο ο Νταλάρας!
“Έλα, Κατερίνα; Είμαι ο Γιώργος.’’
“Ποιος Γιώργος;’’
“Ο Νταλάρας.’’ Πάγωσα. “Άκου κορίτσι μου, αντρικά τραγούδια τώρα δεν θέλω. Φτιάχνω έναν δίσκο κι έχω κι άλλον έτοιμο. Με ενδιαφέρει όμως η περίπτωσή σου· να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για σένα…’’
Κι εγώ, μέσα στη νύστα και στην… ευθύτητα, του απαντάω: “Κύριε Νταλάρα, εγώ ήθελα απλώς να πάρετε ένα τραγούδι. Αυτή τη στιγμή μιλάω με τον Γιώργο Τζομπανάκη για να κάνουμε ένα CD. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ – ελπίζω να τα φέρει η ζωή και να τα ξαναπούμε.’’
Το μεγάλο λάθος, που δεν επεδίωξα συνάντηση ή που δεν του είπα να δει κι άλλα κομμάτια ή τέλος πάντων να έγραφα κι άλλα κομμάτια, το κατάλαβα λίγο αργότερα. Έτσι είναι αυτά – αρκεί μια στιγμή καμιά φορά για να ξεκινήσει να χτίζεται κάτι ή…να γκρεμιστεί τελείως.»

«Αλλά θα σου πω και για το σινεμά»
«Είμαι πολύ τυχερή που έζησα την ευλογημένη περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου, όταν ήταν πραγματικά χειροποίητος. Γυριζόταν μια ταινία, ας πούμε, κι ερχόταν ο Βακαλόπουλος να συμμετάσχει· μετά γύριζε ο Βακαλόπουλος τη δική του και βοηθούσαμε εμείς στην παραγωγή. Ο Τορνές, επίσης… μια ταινία, όλοι μέσα, άλλος στην κάμερα, άλλος στα χρήματα, άλλος στο μοντάζ! Όλο αυτό το αλισβερίσι ήταν καθαρό καλλιτεχνικό: τεράστιες δυσκολίες, αλλά και μεγάλη χαρά – κι εκείνα τα δυνατά κρασιά που πίναμε μετά τα γυρίσματα. Μοναδικό πράγμα. Ομαδικό σπορ ο κινηματογράφος.
Κι εμείς, κάναμε σινεμά με ελάχιστα χρήματα, αυτοσχέδια και με φαντασία, με καρδιά! Θυμάμαι έχουμε κάνει φώτα από λάμπες υγραερίου, με σεντόνια από πάνω τους. Θυμάμαι αυτοσχέδιες ντουζιέρες, να κοιμόμαστε όπως όπως στρωματσάδα, οκτώ δέκα άνθρωποι και να είναι ολόκληρη η μέρα μας αφιερωμένη στο γύρισμα, στη συζήτηση, στις ιδέες. Ξεκινούσαμε χωρίς σενάριο, πολλές φορές…γέλια, διαφωνίες, ακόμα και μια κοινή ηλίαση σε κάτι γυρίσματα στην Αρκαδία, θυμάμαι, όπου όλοι μας, όλοι μας, όμως, νομίζαμε πως βλέπαμε το ίδιο πράγμα μπροστά μας. Κοινότητα και στις ψευδαισθήσεις!
Ο Σταύρος πάλευε για πολλά χρόνια το σενάριο για μια ταινία με τον τίτλο “Το Χιόνι’’. Από τα τέλη του ’70 το πάλευε, ήταν η ιστορία της ζωής του, της παιδικής του ηλικίας. Κάτω από τον τίτλο “Το Χιόνι” είχε σημειώσει και κάποιους στίχους από τον αγαπημένο του Αντώνη Βαρδή –τον λάτρευε. (Κι όμως, ποτέ δεν βάλαμε Βαρδή σε ταινία, τώρα που το σκέφτομαι…). Θέλω να βρεθεί ο τρόπος και να γίνει αυτή η ταινία, ο Σταύρος θα το ήθελε πολύ.
Ο Σταύρος έχει δύο ισόποσες απουσίες από το σινεμά του, δεν ξέρω αν το έχει προσέξει κανείς αυτό: Μία από το 1970 μέχρι το 1985 και μία από το 2004 μέχρι το 2016.
Λίγο πριν φύγει από την ζωή, έγραφε για τα παιδικά του χρόνια. Ξέρεις, το βιβλίο “Κεφάλια Πέντε, Ανάσες Τέσσερες”. Μέσα εκεί, κατέθεσε αναμνήσεις, βιώματα, πράγματα πολύ δικά του. Τη θάλασσα, ας πούμε που την πρωτοαντίκρισε γύρω στα οκτώ του για να την αγαπήσει παντοτινά όσα λίγα άλλα στον κόσμο και στην ζωή, σχεδόν όσο τις γυναίκες! Οικογενειακώς είχανε πάει, καβάλα σε μια νταλίκα από την Τρίπολη στο Ναύπλιο, για να επισκεφθούν τον πατέρα του, κρατούμενο των ταγματασφαλιτών στην Ακροναυπλία. Του λέγαμε από καιρό του Σταύρου να καθίσει να γράψει τις παιδικές του αναμνήσεις από την Κατοχή στην Αρκαδία, ιστορίες που μας έλεγε ούτως ή άλλως ο ίδιος συχνά. Ως τότε δεν το κατόρθωνε: τον φόρτιζε βαθιά συγκινησιακά και, επειδή τα τελευταία του χρόνια ήταν άρρωστος και λιγάκι αδύναμος, δυσκολευόταν να γράψει στο χέρι.

Ουσιαστικά, η συγγραφή ξεκίνησε στα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας, “Γυναίκες που περάσατε από ’δω”, το 2017, και το ολοκλήρωσε λίγο πριν φύγει από τη ζωή, το καλοκαίρι του 2019. Μέσα από τα προσωπικά του βιώματα, συμπυκνώνει αριστοτεχνικά την ατμόσφαιρα της κατοχικής τετραετίας (1941-’45) και του εμφυλίου που ακολούθησε: την αγωνία αλλά και την εφευρετικότητα των πεινασμένων, τις συγκρούσεις των κατοχικών δυνάμεων με τους αντάρτες και το τίμημα για τους αμάχους, τα μπλόκα, τους μαυραγορίτες και τους δοσίλογους…
Για τον Σταύρο, αυτό το βιβλίο ήταν ευλογία. Τον θυμάμαι όταν το αποφάσισε και το πρωτοξεκίνησε, να κλείνεται μέσα για ένα εικοσαήμερο και, μέσα σ’ εκείνη την απομόνωση, να ολοκληρώνει τα δύο τρίτα του βιβλίου. Κι από τότε, κάθε χρόνο δουλεύαμε μαζί. Κι έτσι, μέσα από τη διαδικασία του γραψίματος, γύριζε προς τα πίσω…
Ένας άνθρωπος 82 χρονών που, περνώντας από κύκλους μνήμης και λήθης, ξανάπιανε την άκρη από τα πέντε και τα έξι του! Γινόταν πάλι παιδί. Σαράντα πέντε κιλά με δυο τεράστια μαύρα μάτια! Πήγαινα και τον έβλεπα στο κέντρο φροντίδας. Τι εμπειρία και αυτές οι επισκέψεις, στις οποίες δουλεύαμε κιόλας, καθόμασταν και γράφαμε, εγώ δηλαδή κατέγραφα τις αφηγήσεις του. Πενηνταέξι τρόφιμοι ήταν εκεί μέσα, οι περισσότεροι με άνοια. Δεν θα ξεχάσω μια φορά που είδα τον μπαμπά μου από πίσω, πλάτη, μ’ ένα πουκαμισάκι μωβ να τυλίγει τους μικρούληδες ώμους. Τα χεράκια του λεπτά και “Ήρθε η Κατερίνα!”, να λέει κάποιος. Σηκώνει τότε ένα κεφαλάκι με εκείνα τα τεράστια μαύρα μάτια, χαμογελαστά.
Εκεί, καθώς τον κοίταζα, είδα στ’ αλήθεια, τον πατέρα μου παιδί. Και για μια στιγμή ο χρόνος γύρισε όλος πίσω.
Το πένθος μου δεν γιατρεύεται – μάλιστα, χειροτερεύει. Το μόνο που μπορώ είναι να μάθω να το διαχειρίζομαι. Αλλιώς θα με συντρίψει. Ναι, μαθαίνω καθημερινά τον τρόπο.
Κι όμως, όσο κι αν μου λείπει ο Σταύρος κάθε μέρα και περισσότερο, παίρνω τόση χαρά με όσα συμβαίνουν: παρουσιάσεις, οι συναυλίες του Μπατμανίδη, τώρα το κόμικ και η παράσταση η θεατρική! Μιλάω πια άνετα, με χιούμορ κιόλας όσο μπορώ, σε πεντακόσιους ανθρώπους, εγώ που τόσο ντρεπόμουν, που δεν το είχα καθόλου! Θέλω ο κόσμος να περνάει όμορφα, να γελάει, αυτό ήθελε και ο Σταύρος με τις ταινίες του.
Έχουμε μέλλον, νομίζω. Για να δούμε…»
Σε στίχους Σταύρου Τσιώλη και σύνθεση Κατερίνας Τσιώλη από το album Απαγορευμένο όνειρο.
INFO:
Το κόμικ ΕΔΩ
Η θεατρική παράσταση (στην Θεσσαλονίκη) ΕΔΩ
Το βιβλίο του Σ. Τσιώλη «Κεφάλια πέντε, ανάσες τέσσερες» ΕΔΩ
Και κάτι ακόμα σημαντικό:
Το YouTube Κανάλι για τον Σταύρο Τσιώλη και τις ταινίες του, που διαχειρίζεται η Κατερίνα Τσιώλη, ΕΔΩ.














































































































