Ξεχωρίζουν με την παρουσία τους, είναι εμφατική, αποδομητική, εξόχως καταστροφική, συχνά θορυβώδης. Τους ενώνει το δίκιο τους, το οποίο στηρίζεται στην αυτονόητη για αυτούς απόρριψη του δεδομένου, του κατεστημένου (sic), του «συστήματος». Είναι οργίλοι, χλευαστικοί και, αν τολμήσεις να διαφωνήσεις μαζί τους, τότε αυτομάτως γίνεσαι εχθρός, υπερασπιστής του κατεστημένου, συστημικός, βολεμένος ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, πρόβατο. Ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, έτσι νομίζουν, ωστόσο τους ενώνει μια κοινή πρακτική και μια στάση αντικοινωνική, που αφορμάται από την εκ θεμελίων απόρριψη της αισθητικής.

Αν επιχειρούσαμε να τους ομαδοποιήσουμε, τότε στη μία ομάδα θα βρίσκαμε αυτούς που νιώθουν μια ορμώδη επιθυμία να γράψουν την άποψή τους παντού, υπό μορφή συνθήματος. Έτσι ιδιωτικές περιουσίες, προσόψεις πολυκατοικιών, στάσεις του λεωφορείου, παγκάκια, βιτρίνες και ρολά καταστημάτων αλλά και κάθε άλλο εκτεθειμένο στον δημόσιο χώρο σημείο διακοσμούνται με συνθήματα υπέρ της ανατροπής του πολιτικού συστήματος (γιατί αυτή είναι η μόνη λύση σε ένα πρόβλημα του οποίου αν ζητηθεί ο ορισμός παραμένει ασαφές), υπέρ της απελευθέρωσης πολιτικών κρατουμένων στα διάφορα μέρη του πλανήτη (γιατί, αν γράψουμε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας της Κωλέττη στα Εξάρχεια να απελευθερωθεί ο τάδε ή ο δείνα πολιτικός κρατούμενος κάπου στην Τουρκία ή στην Αίγυπτο, τότε οι πιθανότητες απελευθέρωσής του αυξάνονται εκθετικά) και φυσικά υπέρ της Γάζας (γιατί, αν γράψουμε σε έναν βράχο κάπου σε μια παραλία της β. Κρήτης για τη γενοκτονία, αυτή θα σταματήσει αυτοστιγμεί).
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αφισοκολλητική ρύπανση. Σε κάποια μέρη της Αθήνας –αλλά και άλλων πόλεων που βιώνουν την επιδρομή της βαναυσότητας– οι επικολλημένες η μία πάνω στην άλλη αφίσες σχηματίζουν ένα παλίμψηστο βρόμας και ανούσιων «πολιτικών» μηνυμάτων που πέρα από το ότι προσβάλλει την αισθητική των πολιτών, εγείρει ερωτήματα και περί της περιβαλλοντικής συνείδησης των αυτόκλητων υπερασπιστών του κόσμου. Θύμα της αισθητικής αυτής αποτελούν και τα αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα (sic), η κακοποίηση των οποίων αποτελεί το καλύτερο άλλοθι για την άλλη εκδοχή της κακοποίησης, αυτή της απόλυτης οικονομικής εκμετάλλευσής τους.


Λαμβάνοντας τη σκυτάλη από τα κακοποιημένα πάρκα, περνάμε σε μια άλλη ομάδα που από άλλη αφετηρία δρα αναλόγως αποδομητικά. Κάτω στα πάρκα, στους πεζοδρόμους, στις πλατείες, ακόμα και στις παιδικές χαρές πεταμένα αποτσίγαρα ή απομεινάρια του ατμίσματος, ως ένδειξη άποψης, μαγκιάς ή απλώς αδιαφορίας. Στους τοίχους συνθήματα οπαδικά (γιατί έτσι κερδίζονται τα πρωταθλήματα, γράφοντας Θύρα 4 στον τοίχο μιας μονοκατοικίας που σε πείσμα της κακοποίησης προσπαθεί να διατηρηθεί όμορφη), άλλα με περιεχόμενο υβριστικό και άλλα με εθνικιστικό. Κάπου εδώ εντάσσεται και η αχώνευτη σε επίπεδο αισθητικής αλλά ανθεκτική στο πέρασμα του χρόνου «ταγκιά».
«Ανένταχτα» κρούσματα σε βάρος της αισθητικής και του δημόσιου χώρου εν γένει θα βρούμε κι άλλα. Παραδείγματος χάριν τους κατ’ όνομα και μόνον φιλόζωους που αφήνουν τα περιττώματα του συμπαθούς τετράποδού τους να τα θαυμάσει το κοινωνικό σύνολο. Τα πεταμένα στη μέση του δρόμου μπουκάλια νερού, αναψυκτικών, μπίρας, τα πακέτα τσιγάρων, τα κάθε λογής σκουπίδια από τα οποία περνάμε καθημερινά, κάνοντας αυθόρμητα ζιγκ ζαγκ, που προφανώς αποσκοπούν στο να διατηρούν τα αντανακλαστικά μας σε εγρήγορση. Είναι και αυτά δείγμα της νεοελληνικής μαγκιάς, της αίσθησης ότι «ο δρόμος μού ανήκει».
Περάσαμε ένα καλοκαίρι που για διάφορους λόγους –και λόγω της πολυσυζητημένης «Οδύσσειας» του Νόλαν– η αναζήτηση του ταυτοτικού στοιχείου τού Νεοέλληνα ήταν στο προσκήνιο. Νομίζω ότι σε επίπεδο νοοτροπίας, ένα είναι συνεπές και εκκωφαντικά παρόν: αυτό τού βάνδαλου. Αν τις προηγούμενες συμπεριφορές τις εντάσσαμε σε ένα απλό διάγραμμα Βεν, αυτό θα διαπιστώναμε. Η αδιαφορία προς ό,τι αποτελεί δημόσιο χώρο, η πλήρης απαξίωση της αισθητικής, η αντικοινωνική συμπεριφορά, η αδιαφορία προς τον συνάνθρωπο, η καταστροφή τοποσήμων, μνημείων, προτομών, στοιχείων τέχνης που εκτίθενται δημοσίως, η άγνοια περί του αρχιτεκτονικού πλούτου της κάθε πόλης που χρειάζεται περιφρούρηση είναι δευτερεύοντα μπροστά σε αυτό που ο ελληνοβάνδαλος θεωρεί πρωτεύον: να κάνει το κομμάτι του, γιατί «αυτός είναι και κανένας άλλος».
Κάπου εδώ προκύπτει και το ερώτημα πού είναι το κράτος ή η αυτοδιοίκηση. Σωστό ερώτημα, απουσιάζουν και τα δύο. Προτού, όμως, διαπιστώσουμε ότι το ψάρι βρομάει από το κεφάλι, ας αναλογιστούμε ότι συχνά αυτή η παροιμία επιστρατεύεται και ως φερετζές της δικής μας συμπεριφοράς.















































































































