Για να είσαι απλός κι αυθεντικός, θέλει μεράκι. Δεν είναι εύκολο, αλλά ευτυχώς, κάποια στέκια πετυχαίνουν ακριβώς για αυτόν τον λόγο, γιατί δεν έχουν τίποτα το επιτηδευμένο, το δήθεν.
Δεν έχουν ακαταλαβίστικες λέξεις στο μενού, ούτε προσέλαβαν ποτέ διακοσμητή. Αποφασίσαμε, λοιπόν, να αφιερώσουμε μερικές σελίδες αυτού του τεύχους στα στέκια εκείνα που μας γεμίζουν, που μας κάνουν αληθινή παρέα, που μας θυμίζουν τι έχει πραγματική σημασία όταν βγαίνουμε με την παρέα (ή και μόνοι). Αυτά τα λαϊκότροπα στέκια δεν τα πολυψάχνεις, σε βρίσκουν μόνα τους και σε ό,τι διάθεση κι αν είσαι, σε χωράνε. Είναι σαν μικρά καταφύγια βγαλμένα απ’ το παρελθόν, με καρέκλες και ποτήρια που μπορεί και να μην είναι σετ, με γεύσεις που σου θυμίζουν κάτι απροσδιόριστα οικείο, γεμάτα με ανθρώπους που δεν κάνουν περιττές ερωτήσεις, ούτε είναι ευγενικοί-με-το-ζόρι. Μπαίνεις και, πριν προλάβεις να παραγγείλεις, έχει ήδη συμβεί το βασικό: έχεις νιώσει άνετα.
Εδώ ο χρόνος κυλάει αλλιώς. Εδώ μυρίζει φαγητό, κρασί και μισοτελειωμένες ιστορίες. Απλά πράγματα, καθαρά. Κεφτεδάκια, πατάτες τηγανητές, ένα πιάτο που γίνεται λόγος να βγεις απ’ το σπίτι. Οι θαμώνες είναι μέρος του ντεκόρ, αλλά και της ιστορίας: άνθρωποι που έρχονται χρόνια, που χαιρετιούνται με ένα νεύμα, που ξέρουν πότε να μιλήσουν και πότε να σωπάσουν. Η μουσική μπορεί να ξεκινήσει με ρεμπέτικο και να καταλήξει σε τζαζ από ένα παλιό ραδιόφωνο ή και ζωντανά. Κάποιος θα μερακλώσει, κάποιος θα χτυπήσει ρυθμικά το τραπέζι, άλλος θα σιγοτραγουδήσει λάθος τους στίχους.
Η απλότητα είναι πολυτέλεια. Και, τελικά, όσο υπάρχουν τέτοια μέρη, όλα κάπως θα πηγαίνουν καλά, έστω για αυτό το ένα βράδυ της βδομάδας που θα βγούμε.
Το λαϊκό πουλάει πολύ τελευταία, αλλά…
Άλλο το είναι & άλλο το φαίνεσθαι
Το «φαίνεσθαι» αγαπά τις ταμπέλες. Θέλει concept, θέλει αφήγημα, θέλει να σου εξηγήσει τι ακριβώς είναι και γιατί είναι ξεχωριστό. Θέλει θόρυβο και έχει ανάγκη από κοινό. Υπάρχουν κάτι μαγαζιά, λοιπόν, του «φαίνεσθαι», που –συγχωρέστε τη φρασεολογία μου– είναι όλο «μέλι μέλι και τηγανίτα τίποτα». Και να σου οι κραυγαλέοι φωτισμοί, και να σου οι άβολες ντιζαϊνάτες καρέκλες και να σου ένα μενού που θέλεις μεταφραστή για να σου εξηγήσει τι να παραγγείλεις, κι από γεύση, από ατμόσφαιρα, από ψυχή… τίποτα. Δεν ξέρω πότε άρχισαν οι γειτονιές μας να γεμίζουν με δήθεν μαγαζιά, με expats, με νορβηγικό vibe στη διακόσμηση. Και δε λέω, για δουλειά με το λάπτοπ καλά είναι. Αλλά όταν θέλουμε να βγούμε κανονικά, δηλαδή να περάσουμε καλά, να νιώσουμε μύστες κι εμείς, ότι κάπου ανήκουμε, να απαλυνθεί λίγο η θλίψη μας, ε, δεν θα πάμε να κάτσουμε στη νορβηγική μίνιμαλ καρέκλα.
Θα πάμε στο κουτούκι, στο μαγειρείο, στο ταβερνάκι, στο ρεμπετάδικο. Εκεί που από την κουζίνα βγαίνουν γνώριμες μυρωδιές και από τα ηχεία ή το πάλκο γνώριμες μελωδίες.
Το «είναι» δεν εξηγείται· αποδεικνύεται. Δεν σου λέει ότι είναι αυθεντικό, το καταλαβαίνεις ότι είναι από τον τρόπο που κάθεται ο κόσμος στα τραπέζια. Από το ότι κανείς δεν κοιτάει γύρω του για να δει ποιος τον κοιτάει. Από το γέλιο, που βγαίνει αυθόρμητα. Απ’ τους λιγάκι μεθυσμένους θαμώνες, απ’ τη διάχητη διάθεση ευφορίας (ή και νταλκά) στο χώρο. Η αυθεντικότητα σπανίως προέρχεται απ’ το ντιζάιν και το ύφος.
Το «φαίνεσθαι» φοβάται να παλιώσει. Βιάζεται να προωθηθεί, να ανανεωθεί, να σκεφτεί κάτι νέο, ενώ το «είναι» δεν έχει τέτοια αγωνία. Αντέχει στο χρόνο κι απλά, βαθαίνει. Γίνεται καλύτερο όσο περνούν τα χρόνια. Τα λαϊκότροπα μαγαζιά δεν κυνηγούν το καινούργιο· επιμένουν στο σταθερό, στις γεύσεις που έχει αγαπήσει ο κόσμος, στους μουσικούς που είναι αληθινοί γνώστες και παίκτες. Γι’ αυτό και γίνονται τελικά στέκια.
Και τέτοιου είδους στέκια, σε μια εποχή τόσο πεζή και «δήθεν», όπως η δική μας, είναι σκέτα καταφύγια.
Τα λαϊκότροπα στέκια ανήκουν στο «Είναι». Δεν άλλαξαν για να χωρέσουν σε τάσεις, ούτε έκαναν τους τοίχους τους πιο «industrial» για να φανούν πιο μοδάτα. Αν έχουν πλακάκια του ’60, τα κρατούν. Αν η ταμπέλα είναι λίγο ξεθωριασμένη, τόσο το καλύτερο· θα πει πως άντεξε. Αυτά τα τρέφει το μεράκι τους, το γέλιο της παρέας, οι νοστιμιές της κουζίνας. Το βρήκα! Να ποια είναι η διαφορά: δεν υπάρχει σκηνοθεσία. Ο σερβιτόρος μπορεί να είναι λιγομίλητος, αλλά θυμάται τι πίνεις. Ο μάγειρας δεν θα σου εξηγήσει τη «φιλοσοφία του πιάτου», θα σου πει μόνο «δοκίμασέ το και πες μου». Και στο τέλος θα σε κεράσει κάτι, έτσι, γιατί του βγήκε καλό σήμερα. Αυτή η αυθόρμητη γενναιοδωρία…
Στα Λαïκότροπα στέκια θα βρεις θαμώνες. Όχι πελάτες περαστικούς, αλλά πρόσωπα που έχουν περάσει χρόνο εκεί μέσα.
Έχουν πάει με φίλους, εκεί φέρνουν τα κορίτσια στο πρώτο ραντεβού, χαιρετιούνται με το μικρό τους με τους περισσότερους, ίσως πάνε και μόνοι. Αυτά τα μέρη επιμένουν να κρατούν το δικό τους πρόσωπο. Το αφιλτράριστο. Μικρά αγκυροβόλια σε μια θάλασσα από ψευτιές. Εδώ κανείς δεν σε μετράει. Σε χωρούν και σου αφήνουν χώρο. Κι ίσως γι’ αυτό τα αγαπάμε τόσο.
Αυτοί που κρατάνε τις καρέκλες ζεστές
Τα λαϊκότροπα μαγαζιά έχουν δική τους μυρωδιά!
Ερατώ

Τα μαγαζιά που συχνάζουμε έχουν ταυτότητα και γι’ αυτό μπορούν να γίνουν στέκια. Χωράνε συνήθως κάθε είδους ηλικία και ετερόκλητους χαρακτήρες. Κοινό τους σημείο, ότι είσαι πάντα ευπρόσδεκτος χωρίς να κλείνεις τραπέζι και μπορείς είτε να φύγεις σε ένα τέταρτο είτε να σε παρασύρει η οινοποσία – και συχνά η πολιτική συζήτηση. Τα προτιμάμε για τους μικρούς τους καταλόγους με μεζέδες, χύμα τσίπουρο και παγωμένες μπίρες. Μαθαίνεις γρήγορα το όνομα του σερβιτόρου και του σφηνωμένου θαμώνα που νομίζεις ότι έχει ξεμείνει εκεί από την προηγούμενη φορά. Όταν οι ιδιοκτήτες –που συνήθως εργάζονται κιόλας– σε μάθουν, τότε οι υπηρεσίες παύουν… Παίρνεις μόνος σου την μπίρα και την τοποθετείς μετά στο κενό καφάσι που εννοείται ξέρεις πλέον πού είναι. Είσαι πια δικός τους. Κατ’ αναλογία και στα μπαρ, που αν μπει άγνωστος όλη η μπάρα στρέφεται για δευτερόλεπτα προς το μέρος του για την πρώτη κρίση.
Ο πεντάλογος του θαμώνα
Αλκυόνη

Προτιμώ να βγαίνω σε τέτοια, λαϊκότροπα ας τα πούμε μαγαζιά, γιατί είναι χώροι που σου επιτρέπουν να βιώσεις την οποιαδήποτε διάθεσή σου (και τον καημό σου, αν έχεις) χωρίς κανείς να σε κοιτάει περίεργα – επιχείρημα πρώτο! Οπότε και ζεις το δράμα σου και ταυτόχρονα μπορείς να τρως και τα κεφτεδάκια σου – επιχείρημα δεύτερο. Επίσης, όταν υπάρχει ζωντανή μουσική, οι μουσικοί είναι συνήθως φανταστικοί εργάτες της τέχνης τους – επιχείρημα τρίτο. Σίγουρα υπάρχει και μια νοσταλγική ατμόσφαιρα για άλλες εποχές σε αυτά τα μαγαζιά – επιχείρημα τέταρτο. Αγαπώ τη χαμηλόφωνη κουβέντα πάνω από τα τσίπουρα που σιγά σιγά καταλήγει σε φωνές –επιχείρημα πέμπτο– και σταματάει απότομα όταν θα μπει εκείνο το τραγούδι… Όλο αυτό είναι μια τελετουργία από τις λίγες που επιτρέπουμε ακόμα κάθε τόσο στους εαυτούς μας.
Λαϊκά στέκια;
Νίκος

Δεν είμαι σίγουρος αν λέμε το ίδιο, αλλά σκέφτομαι τα στέκια που πήγαμε χωρίς να κανονίσουμε, που δε γυρίσαμε σπίτι να αλλάξουμε, που κάποτε φύγαμε χωρίς να πληρώσουμε και κάποτε πληρώσαμε χωρίς να φύγουμε, που χαίρονταν που μας έβλεπαν και άλλες φορές δε χαίρονταν που μας ξανάβλεπαν, που κάποιος ξεκρέμασε μια κιθάρα από τον τοίχο και μας έβαλε να παίξουμε χωρίς να ξέρουμε, που κουβαλούσαν μια αίγλη του παρελθόντος που μας γοήτευσε αλλά δεν μπορούσε να επισκιάσει τη φούρια μας, όπου συνδιαλλαγήκαμε με τη λαϊκότητα και τα στρεβλά μπαγκάζια της όχι με τα γραπτά μας αλλά με τη ζωή μας, και όπου όλα τα παραπάνω ισχύουν ακόμα.
Κοινωνικοπολιτική ανάλυση
Ισμήνη

Αισθάνομαι πως ειδικά τα τελευταία χρόνια το «πού πήγες;», «τι είδες;», «τι έκανες;» έχει αποκτήσει ακόμα πιο έντονα χαρακτηριστικά καθορισμού μιας ταυτότητας. Ωστόσο, όσο κι αν προσωπικά θα ήθελα να μυθολογήσω τις ατομικές μου επιλογές ή παλιές εκδοχές του εαυτού μου, μια ροπή προς την κοινωνική ανάλυση με αποτρέπει. Στην πραγματικότητα, πολλές από εμάς υπήρξαμε φοιτητές στην Αθήνα και μέσα στην κρίση στραφήκαμε προς έναν συγκεκριμένο τρόπο διασκέδασης, λιγότερο από επιλογή και περισσότερο από ανάγκη. Κοινώς, λεφτά δεν υπήρχαν. Ανάγκη για κοινωνικότητα υπήρχε μεγάλη. Και πού αλλού θα μπορούσε μια μεγάλη (φοιτητο)παρέα να βγει σχεδόν καθημερινά και να πληρώσει γύρω στα 10 ευρώ (περίπου ολόκληρο το ημερήσιο μπάτζετ), αν όχι σε ξεχασμένα κουτούκια των Εξαρχείων και του περιβάλλοντος κέντρου; Ταυτόχρονα, οι παλιοί θαμώνες αυτών των μαγαζιών, για τους ίδιους περίπου οικονομικούς λόγους είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Ήρθε η συνθήκη και έδεσε. Ε, κι όταν έχεις κάνει τέτοιες συνήθειες, δύσκολα τις αφήνεις.
Μα τι εννοεί ο ποιητής;
Το καφενείο
Κυρίως πρωί και μεσημέρι. Συνήθως με καρέκλες ξύλινες ή και με ψάθα. Νωχελικός ο χρόνος. Και καφές στο μπρίκι και τάβλι και τσιπουράκι άμα λάχει (με μικρό, τίμιο μεζέ) και κυρίως κουβεντολόι, μουχαμπέτι που λέμε. Οι θαμώνες και ηλικιωμένοι και νέοι και γενικά της γειτονιάς. Όλοι τους ξέρουν όλους με το μικρό τους.
Tο καφέ-μπαρ
Το πρωί για καφέ, το βράδυ για ποτό. Η ταυτότητα και η αισθητική απ’ το ένα spot στο άλλο διαφέρουν και μπορεί να είναι έως και η μέρα με τη νύχτα. Εδώ έρχεσαι κυρίως για να κάνεις ένα γρήγορο catch up ή να μιλήσεις ήσυχα για κάτι. Είναι ένα πέρασμα μέσα στην ημέρα, δεν είναι να κατοικοεδρεύσεις.
Το οινομαγειρείο
Φαγητό ημέρας, κρασάκι χύμα, στο τσίγκινο καραφάκι. Τρως ό,τι μαγειρεύτηκε εκείνη τη συγκεκριμένη ημέρα, όχι ό,τι «εμπνεύστηκε ο σεφ». Σπιτίσιες γεύσεις, μεσημέρι καθημερινής, απλότητα. Είναι η κουζίνα της πόλης, είναι το μαμαδίσιο, το comfort food που λέμε.
Η ταβέρνα
Πεινάς και θέλεις φαγητό κανονικό, χορταστικό, μερακλίδικο. Μερίδες, κατσαρόλα, ψωμί, όλα φρέσκα. Οικογενειακή υπόθεση. Πας πεινασμένος, φεύγεις χορτάτος και ευχαριστημένος. Μπορεί να έχει και μουσική στο backround αλλά το βασικό είναι το φαγητό.
To κουτούκι
Η υπόγεια εκδοχή της ταβέρνας. Συνήθως λίγο σκοτεινό, λίγο στριμωγμένο, αλλά πολύ αληθινό. Λίγα πιάτα, καλά όμως. Κρασί χύμα, φωνές, παρέες που έχουν έρθει για να φάνε και να τα πούνε. Αν δεν ιδρώσεις λίγο και δεν αναψοκοκκινίσεις, δεν είναι κουτούκι.
Το ρεμπετάδικο
Νύχτα, καπνός, μπουζούκι, κιθάρα. Δεν πας απλώς να πιεις, πας για να κάνεις κέφι και να ακούσεις παλιά, καλή μουσική, να μερακλώσεις βρε αδερφέ. Έρωτες, χωρισμοί, τραπέζια που ενώνονται. Αν μείνεις όλο το βράδυ σιωπηλός ή κολλημένος στην καρέκλα, μάλλον κάτι πήγε λάθος.
Καφενεία, ταβέρνες, κουτούκια κι άλλα
…λαϊκότροπα στέκια στην ελληνική λογοτεχνία
Μικρόκοσμοι ζωής, χώροι συνάντησης, εξομολόγησης, σύγκρουσης και μνήμης. Από τον Παπαδιαμάντη ως τον Παπαμάρκο, παίρνουμε μια μικρή γεύση, τραβάμε μια μικρή τζούρα και νοσταλγούμε.
- ΜΕΘ’ ΥΜΩΝ (1944;), Στρατής Δούκας
Το σκοπό ρώτησε που να ‘ναι ταβέρνα. Στο γιοφύρι στάθηκε. «Να, από εδώ ψυχή μου, αχ, αχ…». Πήρε πίσω βόλτα τον κήπο. Στο καφενείο, μπροστά στην είσοδο, γνώρισε τον μεθυσμένο στο φως: Ξανθός σγουρομάλλης, γαλανά κόκκινα μάτια, πενηντάρης. Κάθησε, έβγαλε πρόστυχα τσιγάρα, είπε καφέ. Δε μιλούσε, λυπότανε· η Νύχτα… αύριο πάλι, μαρτύριο! Θυμότανε το καφενείο, το κάθισμα πίσω απ’ την περικοκλάδα, που τον έκρυβε. «Τι θέλεις ψυχή μου; με βλέπεις; Γιώργη με λένε κι είμαι Τούρκος ψυχή μου! […]Πάρε τσιγάρο, πάρε ψυχή μου, πιες κονιάκ». Έκλαιγε.
- ΚΑΝΑΛ ΝΤ’ΑΜΟΥΡ (1996), Θωμάς Κοροβίνης
Αλλά αυτοί, που ήταν κρυμμένοι τόσα χρόνια όλοι αυτοί; Δεν τους έφτανε η Κρήνη, το Λας Βέγκας της Θεσσαλονίκης, δεν τους έφτανε το Πανόραμα και τα λουσάτα μαγαζιά και τα μπαράκια του κέντρου; Δε θα χορτάσει η λύσσα τους καμιά φορά; Μπήκαν στα λαϊκά ταβερνάκια και τα κάναν λιώμα. Ξεμυαλίσαν τους ταβερνιάρηδες, ανεβάσαν τους λογαριασμούς, γέμισαν τον αέρα ξινίλα και σνομπαρία. Πάνε οι ταβέρνες. Ο «Τζότζος» κι ο «Μακεδονικός» και η «Δόμνα» στα κάστρα, η «Δόξα» και το «Ταινάρι», το «Σουέζ» κι ο «Θερμαϊκός», όσα απομείναν, όλα τα κάναν κατάληψη. Αλλά εκεί τέλος πάντων είναι, λες, φαΐ, από χρόνια δε φτουράει η λαϊκή διασκέδαση, έτσι κι αλλιώς είναι μπασταρδεμένη από καιρό, άσ’ τους να ανακατευτούν και λίγο με το λαουτζίκο, κανένα χαμόγελο, κανένα δάκρυ, κάτι θα μυριστούν, κάτι θα μάθουν. Όμως εδώ μέσα στο τελευταίο καταφύγιο θηραμάτων, τι γυρεύουν στα Λαδάδικα αυτοί, οι κυνηγοί κεφαλών, που κουντούρντισαν και τους αφήνουμε να τα κάνουν όλα σκόνη κάτω απ’ τα χρυσωμένα τακουνάκια τους; Φλώρια!
- ΓΚΙΑΚ (2014), Δημοσθένης Παπαμάρκος
Πήγαμε πρώτα σ’ ένα καφέ αμάν, κάπου κοντά στην παραλία. Με τις στολές μας σένιες, τα κουμπιά ν’ αστράφτουνε. Να μας έβλεπες, να σε πονάνε τα μάτια, τέτοιο ανάστημα. Μπαίνουμε, που λες, το μαγαζί μισο-άδειο, μόν’ οι τραγουδιστάδες να λένε πότε στα ελληνικά πότε στα τούρκικα. Καθόμαστε, έρχεται ο μπουφετζής, ένας Τούρκος αυτός, παραγγέλνει ο Θύμιος δυο ούζα, κάθεται, να, το θυμάμαι σαν τώρα, σταυροπόδι κι ανάβει ένα τσιγάρο κι αρχινάει και μου λέει, σ’ αρέσει ρε; Του λέω γω, πολύ. Τέτοια ζωή θα κάνεις άμα με ακολουθάς. Να με κοιτάς και να μαθαίνεις.
- Ο ΞΕΠΕΣΜΕΝΟΣ ΔΕΡΒΙΣΗΣ (1896), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Επανήλθεν εις το καφενείον. Το καφενείον αντικρύ του Θησείου. Η ταβέρνα δίπλα εις το καφενείον. Και τα δύο αντικρύ του παλαιού σταθμού Α.Π. Παραπέρα από το καφενείον, η σήραγξ εσκάπτετο, είχε σκαφή. Φθινόπωρον της χρονιάς εκείνης. Ο Δερβίσης εκάθητο εκεί κ’ έπινε μαστίχαν, όποιος τον εκερνούσε. Με το σαρίκι του, με τα κατσαρά ψαρά γένεια του, με το τσιμπούκι του. Άνω των 50 ετών ηλικίας. Εκεί διενυκτέρευεν από ημερών. Άστεγος, ανέστιος, φερέοικος. Το μικρόν καφενείον είχε την άδειαν να μένη ανοικτόν όλην την νύκτα. Ήρχοντο από τους τζόγους, από τα θέατρα, θαμώνες. Ήρχοντο από το λαχανοπάζαρον. Έπιναν ρούμι και φασκόμηλον. Ο Δερβίσης έπαιζε κάποτε το νάϊ.
- ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ (1946), Νίκος Καζαντζάκης
Τον πρωτογνώρισα στον Πειραιά. Είχα κατέβει στο λιμάνι να πάρω το βαπόρι για την Κρήτη. Κόντευε να ξημερώσει. Έβρεχε. Φυσούσε δυνατή σοροκάδα κι έφταναν οι πιτσιλιές της θάλασσας στο μικρό καφενεδάκι. Κλειστές οι τζαμόπορτες, μύριζε ο αγέρας ανθρώπινη βόχα και φασκόμηλο. Έκανε έξω κρύο και τα τζάμια είχαν παχνιστεί από τις ανάσες. Πέντ’ έξι θαλασσινοί ξενυχτισμένοι, με τις καφετιές από γιδότριχα φανέλες, έπιναν καφέδες και φασκόμηλα και κοίταζαν από τα θαμπωμένα τζάμια τη θάλασσα.
























































































































