Ο κάθε καλλιτέχνης έχει το σουξέ του! Ο Ντα Βίντσι την Τζοκόντα, η Κάλλας τη Νόρμα του Μπελίνι, η Πιάφ το «Non, je ne regrette rien», ο Μπετόβεν την 9η και πάει λέγοντας. Έχει ο καθένας τη «μεγάλη του στιγμή».
Δε θα μπορούσα να είμαι η εξαίρεση στον κανόνα, σκέφτηκα, όταν μου έκαναν το ερώτημα πριν λίγο καιρό, μετά από ένα ωραίο «τραπέζι» σε φιλικό σπίτι. Άρχισα να ψάχνω λοιπόν στις «επιτυχίες» μου. Οι στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη, Φόρτ Μπουαγιάρ. Μπιενάλε Βενετίας, Γκόλφω, εκθέσεις, σινεμά, το ΞΕΝΙΑ, το Ντόντο, Μέλισσες και τόσα άλλα ωραία κι αγαπητά που με είχαν γεμίσει δημιουργική χαρά.
Καθώς λοιπόν έψαχνα, πηγαίνοντας όλο και πιο πίσω, συνειδητοποίησα ότι τη μεγάλη καταξίωση, καλλιτεχνική επιτυχία, σουξέ, όπως θέλετε πέστε το, τη γνώρισα το 1962, όταν δεκάχρονο παιδί τραγούδησα σε σχολική γιορτή το τραγουδάκι «χιόνια στο καμπαναριό που Χριστούγεννα σημαίνουν». Όχι, δεν ήταν φαντασία, ήταν πραγματικότητα, αφού έχω και το απόκομμα της τοπικής εφημερίδας που σημείωνε αυτολεξεί: «Θα αναφέρω όλα τα παιδιά, αλλά θα μου επιτρέψουν όλοι να σημειώσω ιδιαίτερα το φωνητικό ιδίως ταλέντο του Άγγελου Παπαδημητρίου και να του διατυπώσω τη φιλοδοξία μου, να του προσφέρω πρώτος πάνω σε πιο δημόσια σκηνή, τα πρώτα άνθη και τα πιο θερμά χειροκροτήματα, όταν θα είναι αναγνωρισμένος πιά καλλιτέχνης».
Δεν φαντάζεστε πόσο καλό μου έκανε αυτό το δώρο από τον άγνωστο θαυμαστή μου! Με χόρτασε μια και καλή από «επιτυχία». Έφτασα μια και καλή στην «κορυφή του κόσμου», γιατί βέβαια κόσμος τότε για μένα ήταν η μαμά μου ο μπαμπάς μου, οι συμμαθητές μου, οι δάσκαλοι. Μην νομίσετε ότι καθώς μεγαλώνουμε αλλάζουν τα πράγματα για τον καλλιτέχνη! Για τη μαμά του και τον μπαμπά του παλεύει, για τους «συμμαθητές του, για τους φίλους του. Τώρα προστίθενται και οι αγάπες του! Κοίτα τι έχασες, λέει σ’ αυτούς που δεν τον προτίμησαν, κοίτα τι έχεις δίπλα σου, «λέει» σ’ αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν!
Μια φορά να νιώσεις τη γενική αποδοχή, αρκεί για πάντα. Αυτό το αγαπημένο τραγουδάκι έχω στ’ αυτιά μου, από μια ψιλή παιδική φωνή, που γρήγορα χάθηκε στα βάρβαρα χρόνια της ενηλικίωσης, με τις ορμόνες να θερίζουν τα παιδικά λουλουδάκια και στη θέση τους ν’ αφήνουν τρίχες κατσαρές. Όμως μια φορά το χρόνο, κάθε Χριστούγεννα για μένα, δεν ξέρω για σας, την ξανακούω αυτήν τη φωνούλα, πεντακάθαρη, κρυστάλλινη, φωτεινή να μου θυμίζει ποιος στ’ αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω, καθώς επίσης πως δεν έχω το δικαίωμα και καμιά δικαιολογία να είμαι δυσαρεστημένος, αφού έστω μια φορά και άκουσα και ένιωσα και τραγούδησα μαζί με τους αληθινούς Αγγέλους.















































































































