Σύμφωνα με μια έρευνα που είχε γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αποδείχθηκε ότι οι Έλληνες είναι οι πλέον τηλεορασόπληκτοι Ευρωπαίοι (το 38% του πληθυσμού παρακολουθεί τηλεόραση πάνω από 3 ώρες την ημέρα), ενώ περίπου 7 στους 10 δεν διαβάζουν ποτέ εφημερίδα. Χώρια η παρακολούθηση (συνήθως ανούσιων) βίντεο στο Youtube, στο Tik tok και σε άλλα σόσιαλ μύδια. Όσο για τα βιβλία… αφήστε καλύτερα…
Αναρωτιέμαι σε ποιο αναγνωστικό κοινό απευθύνονται όλοι αυτοί οι χιλιάδες τίτλοι βιβλίων που κυκλοφορούν κάθε χρόνο. Επικερδέστερες θα ήταν οι εξαγωγές πάγου προς τη Γροιλανδία…
Θέλετε, δεν θέλετε, τέσσερις στους δέκα από εσάς που διαβάζετε το άρθρο είστε τηλεορασόπληκτοι. Παραδεχτείτε το χωρίς ενοχές: άπαξ και κάτσετε απέναντι από τη μαγική, φθορίζουσα οθόνη, είναι δύσκολο να πατήσετε το OFF. Μην ντρέπεστε. Φυσιολογικό είναι. Κι εξηγείται μάλιστα. Εξηγείται, διότι απλούστατα η οθόνη έχει γκλάμουρ. Γκλάμουρ όχι με τη ρηχή μοδάτη έννοια του συρμού, αλλά με τη βαθύτερη έννοια της μαγικής δύναμης. Σαν εκείνη δηλαδή που κατείχαν τα fairies, τα κελτικά ξωτικά.
Η οθόνη διαθέτει γκλάμουρ λοιπόν… Η οθόνη μπορεί να παίζει τη Λάμψη και Γοητεία, αλλά είναι η ίδια λάμψη και γοητεία. Α, ναι, είναι πολύ πιο ευχάριστο και ανώδυνο να κάθεσαι στην κερκίδα παρά να κλωτσάς τη μπάλα μέσα στη βροχή ή το λιοπύρι κάτω στο γήπεδο! Κι ακόμα πιο ευχάριστο να βλέπεις το ματς από τη βολή του σπιτιού με πίτσες και μπύρες. Γι’ αυτό υπάρχουν εκατομμύρια τηλεθεατές, χιλιάδες θεατές αλλά μόνο 22 παίκτες σε κάθε αγώνα ποδοσφαίρου.
Είναι πολύ πιο ευχάριστο να καταναλώνεις σαπουνόπερες, σίριαλ, ριάλιτι, τηλεπαιχνίδια, διαφημίσεις, ειδήσεις και άλλες ενημερωτικές (εδώ γελάνε!) εκπομπές, από το να ζεις τα ίδια τα γεγονότα που περιγράφουν ή αναπαριστούν αυτές οι εκπομπές. Οι τηλεοπτικές εκπομπές ωραιοποιούν και πλαστογραφούν την πραγματικότητα. Σπουδαία τα λάχανα, θα πείτε. Σιγά το νέο. Πες μας κάτι καινούργιο.
Και αμέσως μετά θα ανοίξετε την τηλεόραση για να μην χάσετε το επόμενο επεισόδιο του τάδε σίριαλ ή τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ των «μαχόμενων» δημοσιογράφων…
Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα εξαιτίας του οποίου η καθημερινότητα (και η ζωή) μοιάζει (συνήθως) με άγευστο και νερουλό χυλό.
Τι αξία έχει να κουβεντιάζουμε ατέρμονα για την αξία της πραγματικής ζωής, εάν δεν έχουμε σκοπό να κάνουμε κάτι στην πράξη; Το πρόβλημα είναι πως από ένα σημείο και μετά γίνεται ό,τι και με το κόψιμο του τσιγάρου ή τη δίαιτα: όλοι μιλούν γι’ αυτό, κάνουν διάλειμμα για τσιγάρο ή για πίτσες και σουβλάκια και μετά συνεχίζουν την κουβέντα. Η κουβέντα είναι ένας εύσχημος τρόπος να αποφύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα το πρόβλημα. Και το χειρότερο είναι πως το κολπάκι αυτό το σκαρώνει ο ίδιος μας ο εαυτός. Ο οποίος είναι απατεώνας πολύ χειρότερος κι από τους Έλληνες πολιτικούς — όσο κι αν φαίνεται απίστευτο.
Το μυστικό συνοψίζεται σε μια μονάχα λέξη: Ενέργεια.
Για να κάνετε ένα μεγάλο άλμα πρέπει να προπονηθείτε — τα αναβολικά απαγορεύονται, όχι από καμία ομοσπονδία αλλά επειδή θα πληρώσετε πανάκριβα τις συνέπειες με άλλους τρόπους. Για να περάσετε τις εξετάσεις πρέπει να μελετήσετε — τα σκονάκια απαγορεύονται για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Σε τούτο το σύμπαν δεν υπάρχει τζάμπα γεύμα.
Εάν επιθυμεί κανείς την Πραγματική Ζωή, πρέπει να την επιδιώξει ο ίδιος. Θέλετε να χάσετε κιλά; Θέλετε να φτιάξετε γραμμωμένους κοιλιακούς και καλλίγραμμο πισινό; Θέλετε να πλυθείτε; Αυτές οι ενέργειες είναι αυτοπαθείς. Κανείς άλλος εκτός από εσάς δεν μπορεί να κάνει δίαιτα, γυμναστική ή μπάνιο για λογαριασμό σας. Αν θέλετε να παίξετε μπάλα, σηκωθείτε από τον καναπέ ή την κερκίδα και κατεβείτε στο γήπεδο. Σε τούτο αυτό το σύμπαν δεν υπάρχει τζάμπα γεύμα.
Βαριά η καλογερική, το ξέρω. Όμως υπάρχει ένα μικρό μυστικό πάνω σε αυτό, που συνοψίζεται σε μια φράση: Εστίαση σε ένα Γνήσιο Ενδιαφέρον.
Υπάρχει ένα Γνήσιο Ενδιαφέρον για τον καθένα. Ίσως και ένα για αρκετούς, αλλά δεν έχει σημασία. Για να πάρει μπροστά το μοτέρ του αυτοκινήτου, πρέπει να του δώσουμε ρεύμα. Για να του δώσουμε ρεύμα, πρέπει να υπάρχει μπαταρία και μίζα. Κι η μπαταρία πρέπει να είναι φορτισμένη. Αν το αυτοκίνητο έχει μείνει πολύ καιρό ακίνητο, δύσκολα θα πάρει μπροστά. Όμως ο εαυτός μας είναι ο μεγαλύτερος απατεώνας και μας νανουρίζει, μας τυλίγει όλο και σφιχτότερα με βελούδινες αλυσίδες — και το αμάξι παραμένει ακίνητο. Ωχ, μωρέ τώρα, πού να τρέχω… Βαριέμαι να σπρώχνω αμάξια μες το κρύο και τη βροχή. Θα λερωθώ και θα ιδρώσω. Άσε, καλύτερα αύριο.
Κι ο χρόνος περνά, γιατί αυτό ακριβώς είναι προορισμένος να κάνει από Κτίσεως Κόσμου σε τούτην εδώ τη Συναινετική Πραγματικότητα.
Να περνά…
















































































































