Δύσκολο ιστορικά και κοινωνιολογικά το ψυχογράφημα της Ελληνικής Αποκριάς. Η Λαογραφία υποστηρίζει ότι στις «αποκρεύουσες πόλεις» απλά καλύπτεται η ανάγκη για τρελό ξεφάντωμα, ενώ στην ύπαιθρο διατηρείται μια έντονη λατρευτική – τελετουργική (διάσταση και) διάθεση που εντείνεται πλησιάζοντας προς την Τυρινή.
Η «επίσημη» Εκκλησία θεωρεί το Τριώδιο ως μια περίοδο εγκράτειας και ενδοσκαφής εν όψει της ψυχωφελούς Τεσσαρακοστής, η οποία δεν απαρνιέται τη «σκυθρωπή βυζαντινοπρέπειά» της. Ταυτόχρονα, ο Λαός στην πλειονότητά του φαίνεται να ενστερνίζεται την προσέγγιση: «Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόχευτος» και γλεντάει -αριστοφανικώ τω τρόπω- σαν να μην υπάρχει αύριο. Από τη μία το ησυχαστικό και ασκητικό ύφος και από την άλλη τα τρικούβερτα πανηγύρια, τα παραδοσιακά άσματα με τους «άσεμνους» στίχους και τα θορυβώδη δρώμενα -ημών- των μασκαράδων. Όσο τείνουμε προς την ημέρα- μεταίχμιο της Καθαράς Δευτέρας, οι εν λόγω αντιστίξεις καθίστανται προφανέστερες. Παράλληλα, σε αυτή τη φάση πλανάται ενίοτε μια (ψευδ)αίσθηση ότι η ιλιγγιώδης ψαλίδα ανάμεσα στους «έχοντες» και στους «ολιγοδέκαρους» κλείνει, έστω και για λίγο. Σε αυτό βοηθάει πολύ το διαθλαστικό – παραμορφωτικό κρασοπότηρο του Βάκχου μαζί με την παφλάζουσα και αφρόεσσα ρετσίνα…
Βέβαια, η όλη ιστορία πηγαίνει αρκετά πίσω, καθότι και επί τουρκοκρατίας υπήρχαν κατά καιρούς (και κατά τόπους) αποκριάτικοι εορτασμοί. Ο «ανυπέρβλητος Αθηναιοσκόπος» Δημήτριος Καμπούρογλου αναφέρεται στα «Ταράματα» (έθιμο της ύστερης οθωμανικής Αθήνας), όπου κάποιος φορούσε προβιά ζώου και έτρεχε στους δρόμους «κυριολεκτικώς ωρυόμενος» κρατώντας ένα σκουπόξυλο… «δαιμονιωδώς παρηκολούθουν αυτόν άλλοι, κραυγάζοντες και κροτούντες διάφορα αντικείμενα». Φαίνεται ότι ο σαματάς που προκαλούσαν όσοι κατεδίωκαν τον μεταμφιεσμένο σε ζώο συμπολίτη τους, θεωρούνταν ότι ξόρκιζε τα κακοποιά πνεύματα…
Μασκαράδες μπροστά από το Ηρώδειο, Αθήνα (περίπου 1920).
Κατόπιν, στις μετεπαναστατικές δεκαετίες εμφανίζονται δυτικότροπες καινοτομίες στη λαϊκή κουλτούρα. Μάσκες και στολές αντικαθιστούν τα μουτζουρώματα ενώ ξεκινούν να μεταμφιέζονται (άκουσον – άκουσον!) και οι γυναίκες. Νέα θεάματα -όπως το γαϊτανάκι, οι μασκαράτες και η γκαμήλα- διαδέχονται τα υφιστάμενα, αγροτικού τύπου διονυσιακά δρώμενα. Πολλοί σχολιαστές της εποχής δηλώνουν πλέον με βεβαιότητα, ότι έχουμε γίνει εφάμιλλοι των Ευρωπαίων μασκαράδων και μπορούμε να… «κοιτάξουμε στα μάτια» τα μεγάλα Καρναβάλια της Γηραιάς Ηπείρου (πχ Βενετία!).
«Κούλουμα στον Ναό του Ολυμπίου Διός», A.Proust (1832 – 1905)
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα εξελίσσεται μια επικοινωνιακή ομοβροντία ενάντια της εγχώριας αποκριάτικης mentalité από την ελίτ της διανόησης και τους δημοσιογράφους. Οι εθιμικές εκδηλώσεις χαρακτηρίζονται ως κακόγουστες, άκομψες και ανήθικες ενώ το χιούμορ τους χυδαίο. Η λεπτή αθηναϊκή κοινωνία επιθυμεί να προκαλέσει (συντεταγμένα) εξευγενισμό – εκπολιτισμό στον απλό λαό και στους «ρυπαρούς» μασκαράδες του. «Θεσμικό» απότοκο όλων αυτών υπήρξε η καθιέρωση μιας επίσημης (και ελεγχόμενης) αποκριάτικης παρέλασης στη Σταδίου και στην Πανεπιστημίου. Ορίστηκαν κομιτάτα που αναλάμβαναν το οργανωτικό σκέλος βάσει αυστηρών «τεχνικών προδιαγραφών», όπως ο περιορισμός της κοινωνικοπολιτικής σάτιρας και η προώθηση – πριμοδότηση της ευπρεπείας, κομψότητος και πολυτελείας… Τα σημαντικά χρηματικά έπαθλα που θεσπίσθηκαν για τους διακριθέντες καρναβαλιστές αύξησαν τη συμμετοχή του κόσμου και προκάλεσαν την απόλυτη συμμόρφωση «προς τας υποδείξεις». Βέβαια, το πηγαίο χιούμορ και το αυθόρμητο γέλιο (σχεδόν) εξαλείφθηκαν…
«Κυρίως οι στήλες του Ολυμπίου Διός ήσαν το σπουδαιότερο, γιατί ήσαν και το πρωταρχικό σημείον της εξόδου. Σκόρδα, βρεχτοκούκια, χαλβάδες και ταραμάδες, ελιές και τουρσιά και λαγάνες –μύριζε όλο το ύπαιθρο σαρακοστή κι όμως ήτανε Απόκρια. Γιατί ο κόσμος γλεντούσε. Έπινε, τραγουδούσε, χόρευε. Κι ο ήλιος, που αγαπά το λαό, έβαζε τα καλά του και φώτιζε και θέρμαινε τη γης.» (Βάρναλης, 1943)
Όμως, λίγες δεκαετίες αργότερα ήρθε ο Κώστας Βάρναλης να δημοσιεύσει ένα χρονογράφημα (εφημερίδα Πρωία, φ. 8ης Μαρτίου 1943) που, με αναδρομική ισχύ, αναδείκνυε το θέμα του «ακήρυχτου εμφυλίου» μεταξύ Αποκριάς και Κουλούμων, υποστηρίζοντας ότι η Καθαρά Δευτέρα ήταν πολύ πιο σημαντική από τις Απόκριες. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο της Πρωίας: «μάταια η Απόκρια από δυο εβδομάδες προσπαθούσε να θορυβήσει. Μάταια οι μουτσούνες, τα ντόμινα, τα ξελαρυγγίσματα, οι ροκάνες, οι φούχτες τα κομφετί και οι σερπαντίνες προσπαθούσανε να παραστήσουνε τη διασκέδαση. Μάταια οι δημόσιοι χοροί των διαφόρων συλλόγων κι οι επιτροπές του Καρναβάλου με τα βραβεία τους προσπαθούσανε να βγάλουν έξω στους δρόμους την ευθυμία και το πνεύμα. Έπρεπε να έρθει η Καθαρή Δευτέρα, για να βάλει τα πράματα στη θέση τους». Ο Βάρναλης υποστήριζε ότι τότε και μόνο τότε ο Λαός γνώριζε – βίωνε την Ευθυμία σε όλα τα μήκη, τα πλάτη και τα βάθη της. Επρόκειτο για μια Ευθυμία ανεπιτήδευτη «χωρίς μάσκες, χωρίς αλλαξίματα φορεσιάς ή φύλου, χωρίς προσπάθεια».
Πλήθος κόσμου γιορτάζει τα Κούλουμα με υπαίθριο γεύμα, Αθήνα, 1920.
Έτσι κι εμείς, από τα πολλά ενδιαφέροντα κι ευτράπελα σχετικά στιγμιότυπα που είναι καταγεγραμμένα, σταχυολογούμε ένα κατεξοχήν «καθαροδευτεριάτικο» -εναλλακτικό, αυθόρμητο και αρκούντως «αντισυστημικό»- το οποίο έχει περάσει έως τώρα στα ψιλά (και ενδεχομένως στα αζήτητα) των τοπικών χρονικών… Αρχικά, τονίζεται ότι κατά τους οθωνικούς χρόνους οι λαϊκοί εορτασμοί της Καθαράς Δευτέρας ήταν έντονοι και είχαν ως γενικό σύνθημα – προσκλητήριο το γνωστό: «Μασκαράδες και Πολίται, στις Κολώνες να βρεθείτε!». Με αυτό τον τρόπο άπαντες, σαν αυτόκλητοι ντελάληδες, καλούσαν άπαντες στους Στύλους του Ολυμπίου Διός (Κολώνες) για τα περαιτέρω… Συγκεκριμένα, το Φεβρουάριο του 1844 οι αποκριάτικοι εορτασμοί είχαν φθάσει στο ζενίθ τους. Βλέπετε, το μελάνι από τις υπογραφές στα προσχέδια του Συντάγματος ήταν ακόμα νωπό και ο Λαός αισιοδοξούσε αφού (νόμιζε ότι) είχε κερδίσει (και κατοχυρώσει) τις πολιτικές του ελευθερίες… Μολαταύτα, ανάμεσα στις εκατοντάδες των ευθυμούντων που είχαν συρρεύσει στις Κολώνες -παρουσία του βασιλικού ζεύγους!- υπήρχαν δύο ομάδες από ανθρώπους κατηφείς, οι οποίοι «δεν πίναν, δεν γλεντάγαν»…«Εκεί ίσταντο δύο σημαίαι μελαναί» η μια έγραφε «Οι ξενηλατούμενοι Μακεδόνες» και η άλλη «Οι αδικηθέντες Κρήτες».
Όπως ήταν λογικό «η περιέργεια των θεατών και άλλων ήρχισε να στρέφεται εις τας σημαίας ταύτας, πολλοί τας εχαιρέτησαν με δάκρυα και άλλοι με αγανάκτησιν κατά της μεγίστης αδικίας την οποίαν υπέφεραν οι Σουλιώται, Ηπειρώται, Θεσσαλοί, Μακεδόνες, Κρήτες, Χίοι, Σάμιοι και Κάσσιοι». Υπενθυμίζεται ότι το 1844 το νεοσύστατο Ελλαδικό κρατίδιο περιοριζόταν προς βορρά από τη νοητή γραμμή Βόλος – Άρτα.
Δυστυχώς, παρά τα δίκαια, βάσιμα και ώριμα αιτήματα των ειρηνικά διαμαρτυρομένων Μακεδόνων και Κρητών, σημειώθηκε άμεση «κρατική καταστολή» και απομακρύνθηκαν τα «πανό» – μαύρες παντιέρες… Συγκεκριμένα, «φοβηθείσα η Αστυνομία, μήπως η λυπηρά αύτη σκηνή ερεθίση τον λαόν και ακολουθήση καμμιά ταραχή, εσήκωσε τας σημαίας ταύτας και τας αφήρεσεν από την θέαν του λαού…».
ΥΓ: Μέσα στη δίνη των συνειρμών, ο ανώνυμος περιπατητής του Άστεως (flâneur) αφουγκράζεται το εγερτήριο κροτάλισμα του παραθυρόφυλλου, στο σπίτι με τα τριζόνια. Κατόπιν, βαδίζει στης Πλάκας τα στενά ανάμεσα στις εύλαλες σιωπές των ακροκεράμων, προσπαθώντας να μιλήσει -έστω και για λίγο – τη δυσκατάληπτη διάλεκτο των γιασεμιών…
ΠΗΓΕΣ:
«Οι απόκριες στην Αθήνα 1800 – 1940: λαϊκή κουλτούρα, αστική κουλτούρα, ηγεμονία», Νίκος Ποταμιάνος, Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (www.rchumanities.gr)
«Τέχνη και ζωή», Κώστας Βάρναλης (εφημερίδα ΠΡΩΪΑ, 8.3.1943)
«Οι παλιές αθηναϊκές Αποκριές», Κώστας Ουράνης, «ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ», ΕΣΤΙΑ, 2008
«ΑΘΗΝΑ. Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την Ιστορία και τη Λογοτεχνία», Θ. Γιοχάλας, Τ. Καφετζάκη, ΕΣΤΙΑ, 2013
«Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η ψυχωφελής», Συμεών Βενετσιάνος, Πειραιάς, 2002
Εφ. «Καθημερινή», Σάββατο 9/2/2019, επιστολές αναγνωστών («Το μεγάλο αλώνι, τα Κούλουμα και οι μαύρες παντιέρες»)
«Κούλουμα στον Κολωνό», έργο του Νότη Ξάνθη (1911 – 1982)















































































































