fbpx

Μασκαράδες και πολίται…


Δύσκολο ιστορικά και κοινωνιολογικά το ψυχογράφημα της Ελληνικής Αποκριάς. Η Λαογραφία υποστηρίζει ότι στις «αποκρεύουσες πόλεις» απλά καλύπτεται η ανάγκη για τρελό ξεφάντωμα, ενώ στην ύπαιθρο διατηρείται μια έντονη λατρευτική – τελετουργική (διάσταση και) διάθεση που εντείνεται πλησιάζοντας προς την Τυρινή.

Η «επίσημη» Εκκλησία θεωρεί το Τριώδιο ως μια περίοδο εγκράτειας και ενδοσκαφής εν όψει της ψυχωφελούς Τεσσαρακοστής, η οποία δεν απαρνιέται τη «σκυθρωπή βυζαντινοπρέπειά» της. Ταυτόχρονα, ο Λαός στην πλειονότητά του φαίνεται να ενστερνίζεται την προσέγγιση: «Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόχευτος» και γλεντάει -αριστοφανικώ τω τρόπω- σαν να μην υπάρχει αύριο. Από τη μία το ησυχαστικό και ασκητικό ύφος και από την άλλη τα τρικούβερτα πανηγύρια, τα παραδοσιακά άσματα με τους «άσεμνους» στίχους και τα θορυβώδη δρώμενα -ημών- των μασκαράδων. Όσο τείνουμε προς την ημέρα- μεταίχμιο της Καθαράς Δευτέρας, οι εν λόγω αντιστίξεις καθίστανται προφανέστερες. Παράλληλα, σε αυτή τη φάση πλανάται ενίοτε μια (ψευδ)αίσθηση ότι η ιλιγγιώδης ψαλίδα ανάμεσα στους «έχοντες» και στους «ολιγοδέκαρους» κλείνει, έστω και για λίγο. Σε αυτό βοηθάει πολύ το διαθλαστικό – παραμορφωτικό κρασοπότηρο του Βάκχου μαζί με την παφλάζουσα και αφρόεσσα ρετσίνα…

Βέβαια, η όλη ιστορία πηγαίνει αρκετά πίσω, καθότι και επί τουρκοκρατίας υπήρχαν κατά καιρούς (και κατά τόπους) αποκριάτικοι εορτασμοί. Ο «ανυπέρβλητος Αθηναιοσκόπος» Δημήτριος Καμπούρογλου αναφέρεται στα «Ταράματα» (έθιμο της ύστερης οθωμανικής Αθήνας), όπου κάποιος φορούσε προβιά ζώου και έτρεχε στους δρόμους «κυριολεκτικώς ωρυόμενος» κρατώντας ένα σκουπόξυλο… «δαιμονιωδώς παρηκολούθουν αυτόν άλλοι, κραυγάζοντες και κροτούντες διάφορα αντικείμενα». Φαίνεται ότι ο σαματάς που προκαλούσαν όσοι κατεδίωκαν τον μεταμφιεσμένο σε ζώο συμπολίτη τους, θεωρούνταν ότι ξόρκιζε τα κακοποιά πνεύματα…