Πόσες έννοιες κουβαλάει άραγε η λέξη «πένθος»;
Το Wiktionary γράφει:
– η οδύνη για το θάνατο αγαπημένου προσώπου
– η δημόσια και επίσημη έκφραση μεγάλης λύπης για το θάνατο κάποιου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π.χ. «δεν θα κάνουμε φέτος γενέθλια, γιατί έχουμε πένθος» ή «κηρύχτηκε τριήμερο πένθος για το θάνατο του πρώην πρωθυπουργού»)
– το μαύρο περιβραχιόνιο που φορούν οι άντρες σε ένδειξη πένθους ή άλλο σχετικό δηλωτικό πένθους.
Είναι όμως άραγε το πένθος μόνο αυτά;
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν πέθαναν ποτέ, αλλά λείπουν σαν να έφυγαν. Υπάρχουν ζώα που γέρασαν και κοιμούνται περισσότερες ώρες απ’ όσες παίζουν. Υπάρχουν γονείς που μια μέρα συνειδητοποιείς ότι χρειάζονται εκείνοι το δικό σου χέρι για να σηκωθούν. Υπάρχουν φίλοι που δεν τσακώθηκες ποτέ μαζί τους, απλώς μια μέρα σταματήσατε να ξέρετε ο ένας τη ζωή του άλλου.
Και ύστερα υπάρχουν και οι εποχές.
Εκείνα τα καλοκαίρια του ’08 και του ’09, όταν ο χρόνος έμοιαζε με κάτι που δεν μας αφορά, όταν ένα μήνυμα αρκούσε για να βρεθεί μια παρέα και κανείς δεν κοιτούσε το ρολόι, όταν το ηλιοβασίλεμα δεν σηματοδοτούσε το κλείσιμο μιας μέρας, αλλά την αρχή μιας νύχτας.
Πενθούμε σπίτια που πουλήθηκαν, γειτονιές και μυρωδιές που δεν είναι όπως τις θυμόμαστε, το σώμα που κάποτε άντεχε τα πάντα και τώρα αρχίζει να ζητά φροντίδα. Πενθούμε εκείνες τις μικρές βεβαιότητες που κάποτε έμοιαζαν αιώνιες και αποδείχθηκαν περαστικές.
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά χωράει (περισσότερο θορυβωδώς από όσο νομίζαμε) και το κόψιμο του καπνίσματος.
Όποιος δεν κάπνισε ίσως δυσκολευτεί να το καταλάβει – ίσως μάλιστα να πρέπει να σταματήσει και να διαβάζει αυτό το κείμενο. Γιατί, για αυτή την κατηγορία ανθρώπων, το τσιγάρο είναι απλώς μια βλαβερή συνήθεια. Ορθά – ποια είμαι εγώ (που το έκοψα) που θα το αμφισβητήσει αυτό;
Όσοι όμως καπνίζατε για χρόνια, μείνετε εδώ μαζί μου και ξέρω πως θα συμφωνήσετε: το τσιγάρο δεν ήταν ποτέ μόνο νικοτίνη.
Ήταν ο πρώτος καφές της ημέρας, το διάλειμμα στη δουλειά, η αναμονή έξω από ένα μπαρ, η παρέα σε μια μοναξιά που δεν εκφραζόταν εύκολα με λόγια. Ήταν η πρώτη επανάσταση, το πρώτο άγχος που ξεπνόησε στη ρουφηξιά του, η πρώτη επιτυχία. Ήταν τα ξενύχτια, οι έρωτες, οι καψούρες, οι χωρισμοί, η ανία, η θλίψη, η στεναχώρια, η ευτυχία.
Όταν το αφήνεις το ρημαδιασμένο, δεν αποχωρίζεσαι μια εξάρτηση έτσι στα καλά καθούμενα. Στέκεσαι απέναντι σε μια ολόκληρη εκδοχή του εαυτού σου. Σε μια ταυτότητα που χτίστηκε επί χρόνια. Σε χιλιάδες φωτογραφίες όπου, σχεδόν πάντα, υπήρχει ένα πακέτο κι ένας αναπτήρας στο χέρι. Και τους λες αντίο.
Όχι γιατί μισείς εκείνον τον άνθρωπο – τουναντίον. Απλώς ξέρεις ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις να ζεις μαζί του. Μοιάζει παράλογο να στενοχωριέσαι για κάτι που σου έκανε κακό; Ίσως όχι, γιατί θυμήσου… πόσες φορές δεν πένθησες έναν άνθρωπο που σου έκανε κακό; Πόσες φορές δεν γύρισες πίσω, ενώ ήξερες πως δεν έπρεπε; Οι άνθρωποι δεν δενόμαστε με ό,τι μας κάνει καλό – τουναντίον.
Τελικά, δεν μου λείπει το τσιγάρο – τουναντίον.
Μου λείπει εκείνος ο άνθρωπος που το κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλά του: αυτή που πίστευε ότι είχε άπειρο χρόνο, που δεν φοβόταν τόσο το αύριο, που μπορούσε να ξενυχτήσει ένα ολόκληρο βράδυ, που νόμιζε ότι η νιότη είναι μια μόνιμη κατάσταση και όχι μια σύντομη επίσκεψη.
Το τελευταίο τσιγάρο δεν σηματοδότησε για μένα μόνο το τέλος μιας συνήθειας, αλλά τη δεύτερη φορά που κοίταξα κατάματα τον χρόνο – ήταν σίγουρα καλύτερα από την πρώτη φορά. Και σε αυτή τη φάση, ας το παραδεχτούμε, υπάρχει πένθος.
Όχι αυτό που φοράει μαύρα, αλλά αυτό που σε μαθαίνει σιγά σιγά να φοράς τη ζωή.
___________________________















































































































