Όταν λες ότι θα φύγεις από την Αθήνα και θα πας να ζήσεις στην επαρχία (όχι στην πόλη καταγωγής σου, σε ένα νέο μέρος) η πιο συνηθισμένη αντίδραση (των Αθηναίων και των μόνιμων κατοίκων) είναι μια καραμπινάτη έκπληξη και στα καπάκια η ερώτηση «Και τι θα κάνεις εκεί;». Κι αυτή η ερώτηση δεν αφορά ακριβώς τη δουλειά, ούτε το σπίτι, ούτε τις παρέες που θα πρέπει κάπως να βρεις – που ειδικά αν έχεις περάσει τα 30 δεν είναι κι ό,τι πιο εύκολο. Είναι κάτι άλλο, κάτι πιο βαθύ. Είναι ένα υπόγειο «τι ακριβώς κάνει ένας άνθρωπος σε μια πόλη όπου δεν συμβαίνουν αρκετά πράγματα;» Απ’ ό,τι φαίνεται, κάπως, κάποτε, απ’ την πολλή μας αστυφιλία, αποφασίσαμε ότι ζωή είναι να έχεις δυο δουλειές, τρεις πρεμιέρες, τέσσερα μπαρ όπενινγκς, δύο συναυλίες και δεκαεπτά πράγματα που δεν θα προλάβεις να κάνεις, όλα το ίδιο βράδυ. Και οτιδήποτε λιγότερο είναι απλώς…παρακμή, ντέκα, κατάντια.

Ας πούμε ότι στην Αθήνα έζησα 10 χρόνια. Ας πούμε ότι στην Αθήνα άλλαξα (μετρημένες) 26 διαφορετικές δουλειές και 4 σπίτια. Ας πούμε ότι δούλεψα ανά περιόδους 13ωρα. Ας πούμε πως έκανα φίλους που τους είδα πολύ και μετά δεν μπορούσα να τους δω καθόλου (χρόνος, απόσταση, διαφορετικά προγράμματα). Ας πούμε πως δεν είχα αυτοκίνητο και η μετακίνησή μου γινόταν πάντα με τα πόδια, με τα μέσα και με ταξί. Ας πούμε πως εδώ είδα για πρώτη φορά τοξικοεξαρτημένους να τρυπιούνται κάτω απ’ το σπίτι μου κι άνθρωπο πεσμένο στο δρόμο και πόδια να περνούν βιαστικά γύρω του. Ας πούμε πως στην Αθήνα άρχισα να περπατάω γρήγορα. Όχι πάντα λόγω βιασύνης (αν και τις περισσότερες φορές βιάζομαι όντως να προλάβω…κάτι), αλλά επειδή η πόλη από μόνη της σου δημιουργεί την αίσθηση ότι, αν σταματήσεις, θα μείνεις πίσω, θα χάσεις κάτι, θα είσαι ο χαμένος! FOMO* και τα συναφή. Κάτι θα συμβαίνει σε μια άλλη γειτονιά. Μια παράσταση θα παίζεται για τελευταία φορά. Ένα πάρτυ θα είναι γεμάτο ανθρώπους που γνωρίζονται ή που θα γνωριστούν εκείνο το βράδυ – κι αν μέσα σ’ αυτούς είναι κάποιος που ΠΡΕΠΕΙ να γνωρίσεις κι εσύ; Ας πούμε πως εδώ απέκτησα διπλάσιο άγχος απ’ αυτό που είχα ήδη. Άγχος να είμαι αρκετή, να προλάβω, να φτιάξω βιογραφικό, να έχω ζωή, να μάθω ένα όργανο, να παίξω σε μια μπάντα, να προλαβαίνω να τα κάνω όλα γιατί «μια μέρα θα πεθάνεις, γι’ αυτό παρ’ το σερί». Ουφ, κουράστηκα και μόνο με τον απολογισμό.
Στις μικρότερες πόλεις υπάρχει μια κάποια σχετική σιωπή κι αν είσαι παιδί της πόλης, στην αρχή τρομάζεις. Πιθανότατα δημιουργείται μέσα σου και γύρω σου χρόνος και χώρος που δεν ξέρεις ακριβώς πώς να γεμίσεις (γιατί προφανώς έχεις μάθει πως πρέπει να γεμίζεις όλα τα κενά, όλες τις παύσεις και τις σιωπές). Βέβαια, η λέξη σιωπή δεν είναι ακριβώς σωστή. Μάλλον είμαστε συνηθισμένοι να ονομάζουμε έντονη/ενδιαφέρουσα ζωή τον θόρυβο. Δεν υπάρχει λόγος να μπούμε σε κλισέ. Η καθημερινότητα στην επαρχία είναι πιο ήρεμη, είναι διαφορετική αλλά δύσκολη επίσης. Δεν ξημερώνει κάθε μέρα Πασχαλιά και δεν περνάνε κάτω απ’ το μπαλκόνι σχολιαρόπαιδα με ροδοκόκκινα μάγουλα να σου λένε «καλημέρα». Η επαρχία έχει τρομερές ελλείψεις. Στις δυνατότητες εκπαίδευσης, στην υγεία, στο ανθρώπινο δυναμικό, στα πάντα. Γι’ αυτό και η αποκέντρωση είναι ένα ζήτημα που μας αφορά όλους (είναι αλήθεια πως δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα να επιλέξουν την αποκέντρωση, φυσικά, ακόμα κι αν το θέλουν, εκτός αν υπάρξει σοβαρή βοήθεια και σοβαρά κίνητρα από το κράτος, αλλά η ταξικότητα της αποκέντρωσης αποτελεί θέμα για άλλο κείμενο). Πώς να το κάνουμε όμως τώρα, δε γίνεται η μισή χώρα να στριμώχνεται στο λεκανοπέδιο και μετά να απορούμε γιατί τα ενοίκια φτάνουν στο Θεό, οι δρόμοι βουλιάζουν και ο χρόνος μας εξαφανίζεται στην κίνηση. Δε γίνεται δουλειές, πανεπιστήμια, υπηρεσίες, πολιτισμός και ευκαιρίες να συγκεντρώνονται σε ένα σημείο. Μια χώρα με περισσότερες από μία γεμάτες και δυνατές πόλεις είναι πιο ανθεκτική, πιο παραγωγική και πιο δίκαιη από μια χώρα που για να κάνεις το οτιδήποτε σημαντικό πρέπει κάποια στιγμή να περάσεις από την πρωτεύουσα. Τέλος πάντων, εγώ άλλο ήθελα να πω.
Όποιος (μπορεί και) επιλέγει την αποκέντρωση, δεν είναι αυτομάτως ο τρελός ρέμπελος/χίπης/αλήτης που πάει να απομονωθεί. ΥΠΑΡΧΕΙ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ, GUYS.
Το κέντρο όλων είναι η Αθήνα, ναι. Και η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει μάθει να κοιτάζει προς το κέντρο. Στην Αθήνα συγκεντρώνεται η εργασία, η εξουσία, ο πολιτισμός, οι ευκαιρίες. Κι έτσι, είναι μέχρι ενός σημείου λογικό, όταν κάποιος αποφασίζει να ζήσει σε μια μικρότερη πόλη, η επιλογή του να αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν προσωπική παραίτηση: «ωραία, θα έχεις ησυχία, φύση και καλύτερη θέα απ’ το μπαλκόνι, αλλά από ζωή τι γίνεται;»
Καλοί μου άνθρωποι, έχω ήδη μερικές πρόχειρες απαντήσεις για πεζοπορείες και κορυφές βουνών, για τα πανηγύρια, για τα αστέρια, για τις παραστάσεις με μικρό μπάτζετ αλλά και με ψυχή, για τον χρόνο που διαστέλλεται, για τη μεσημεριανή σιέστα, για τον καθαρό αέρα, για τα νόστιμα λαχανικά, για τον ποιοτικότερο ύπνο, για τους ανθρώπους που σ’ αγκαλιάζουν κι ας είσαι «ξένος». Αυτό που ήθελα να γράψω σήμερα είναι πως εν τέλει, η ζωή στην επαρχία μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστική (αν όχι και περισσότερο) με τη ζωή στην Αθήνα. Πώς καταφέραμε να πιστέψουμε ότι μια πόλη είναι ζωντανή μόνο όταν δεν σε αφήνει ούτε λεπτό μόνο με τον εαυτό σου και τις σκέψεις σου;
*FOMO = Fear Of Missing Out













































































































