876.885 δανεισμοί βιβλίων καταγράφηκαν το 2025 στις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες που συμμετείχαν στην καταγραφή του ΟΣΔΕΛ. Η αύξηση κατά 3,6% είναι θετική, όμως πίσω από τον αριθμό υπάρχουν σημαντικοί αστερίσκοι: περιορισμένη συμμετοχή βιβλιοθηκών, ελλείψεις σε νέους τίτλους και μια αγορά που εμφανίζεται ιδιαίτερα συγκεντρωμένη σε συγκεκριμένους συγγραφείς και εκδοτικούς οίκους.
Η εικόνα είναι εκ πρώτης όψεως αισιόδοξη. Οι δανεισμοί βιβλίων στις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες αυξήθηκαν το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ). Συνολικά καταγράφηκαν 876.885 δανεισμοί, έναντι 846.225 το 2024, δηλαδή 30.660 περισσότεροι δανεισμοί και αύξηση 3,6%. Τα στοιχεία προέρχονται από τη σχετική καταγραφή του ΟΣΔΕΛ που δημοσιεύτηκε στις 24 Ιουλίου 2026.
Είναι ένα θετικό σημάδι. Δείχνει ότι οι βιβλιοθήκες εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται και ότι το βιβλίο διατηρεί τη θέση του ως δημόσιο αγαθό, προσβάσιμο χωρίς οικονομικό κόστος στον αναγνώστη.
Όμως τα στοιχεία αξίζουν μια δεύτερη, πιο προσεκτική ανάγνωση. Γιατί πίσω από την αύξηση του δανεισμού κρύβεται μια λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα: η εικόνα που έχουμε για τον δημόσιο δανεισμό βιβλίων παραμένει αποσπασματική και επηρεάζεται άμεσα από τις δυνατότητες των ίδιων των βιβλιοθηκών να καταγράφουν και να ανανεώνουν τις συλλογές τους.
Μια εικόνα με σημαντικούς αστερίσκους
Ο ΟΣΔΕΛ απευθύνθηκε συνολικά σε 247 βιβλιοθήκες – δημόσιες, δημοτικές, παιδικές και κοινοτικές. Απάντησε η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, ενώ στοιχεία συγκεντρώθηκαν από 25 δημόσιες βιβλιοθήκες, 54 δημοτικές και μόλις 5 παιδικές δημόσιες ή δημοτικές βιβλιοθήκες.
Η κάλυψη είναι επομένως ιδιαίτερα άνιση: 55,56% στις δημόσιες βιβλιοθήκες, 31,21% στις δημοτικές και μόλις 16,67% στις παιδικές. Αυτό δεν μειώνει την αξία της έρευνας. Περιορίζει όμως το τι μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτήν.
Οι 876.885 δανεισμοί είναι οι δανεισμοί που καταγράφηκαν από τις βιβλιοθήκες που απέστειλαν στοιχεία. Δεν αποτελούν μια πλήρη καταγραφή του συνόλου της χώρας. Ο ίδιος ο ΟΣΔΕΛ επισημαίνει ότι η ανταπόκριση διαφέρει σημαντικά ανά περιφέρεια, ενώ αρκετές βιβλιοθήκες δήλωσαν ότι δεν έχουν τη δυνατότητα εξαγωγής ή αποστολής των στοιχείων.
Και αυτό ίσως είναι ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας, παρότι δεν αποτυπώνεται σε έναν εντυπωσιακό αριθμό: ένα μέρος του δημόσιου βιβλιοθηκικού δικτύου εξακολουθεί να μην έχει τα απαραίτητα εργαλεία για να καταγράψει συστηματικά τη δραστηριότητά του.
Η έλλειψη αυτή έχει συνέπειες πολύ πέρα από τη στατιστική. Χωρίς αξιόπιστα και συγκρίσιμα δεδομένα, είναι δυσκολότερο να σχεδιαστούν πολιτικές για την αγορά βιβλίων, τον εμπλουτισμό των συλλογών, τη στελέχωση και τις υπηρεσίες προς τους αναγνώστες.
Οι δημοτικές βιβλιοθήκες σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος
Από τους καταγεγραμμένους δανεισμούς, οι 577.410, ποσοστό 65,85%, προέρχονται από δημοτικές βιβλιοθήκες. Οι δημόσιες βιβλιοθήκες καταγράφουν 299.475 δανεισμούς, ποσοστό 34,15%. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει τον κρίσιμο ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην πρόσβαση των πολιτών στο βιβλίο. Ταυτόχρονα, όμως, θέτει ένα εύλογο ερώτημα: πόσο ισότιμη είναι αυτή η πρόσβαση από δήμο σε δήμο;
Μια δημοτική βιβλιοθήκη σε έναν μεγάλο αστικό δήμο και μια μικρή βιβλιοθήκη σε έναν περιφερειακό δήμο δεν διαθέτουν κατ’ ανάγκη τους ίδιους οικονομικούς πόρους, το ίδιο προσωπικό, τις ίδιες υποδομές ή τη δυνατότητα ανανέωσης των συλλογών τους.
Επομένως, το γεγονός ότι οι δημοτικές βιβλιοθήκες συγκεντρώνουν σχεδόν τα δύο τρίτα των καταγεγραμμένων δανεισμών δεν σημαίνει απλώς ότι λειτουργούν αποτελεσματικά. Αναδεικνύει και το πόσο σημαντικό είναι να στηριχθούν με πιο συστηματικό τρόπο, ώστε η πρόσβαση στο βιβλίο να μην εξαρτάται από τον τόπο κατοικίας.
Οι αναγνώστες επιμένουν στη μυθοπλασία
Στις αναγνωστικές επιλογές, η μυθοπλασία κυριαρχεί. Η μυθοπλασία ενηλίκων συγκεντρώνει 389.638 δανεισμούς, δηλαδή το 44,5% του συνόλου. Ακολουθούν η μυθοπλασία παιδικών βιβλίων με 17,4% και τα παιδικά εικονογραφημένα με 13,7%. Τα επιστημονικά βιβλία περιορίζονται στο 7%. Οι τρεις πρώτες κατηγορίες συγκεντρώνουν πάνω από τα τρία τέταρτα των δανεισμών. Το αποτέλεσμα δείχνει ότι η βιβλιοθήκη εξακολουθεί να αποτελεί κυρίως χώρο λογοτεχνικής ανάγνωσης. Ταυτόχρονα, όμως, τα στοιχεία δεν μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε αν αυτή η κατανομή αντανακλά αποκλειστικά τις προτιμήσεις του κοινού ή και τη σύνθεση των συλλογών.
Η διάκριση έχει σημασία. Δεν είναι το ίδιο να λέμε ότι οι αναγνώστες επιλέγουν κυρίως μυθοπλασία και να λέμε ότι οι βιβλιοθήκες διαθέτουν κυρίως μυθοπλασία.
Για να απαντηθεί το ερώτημα θα χρειαζόταν να γνωρίζουμε όχι μόνο τι δανείζεται το κοινό, αλλά και τι υπάρχει διαθέσιμο στα ράφια.
Τα παλιά βιβλία εξακολουθούν να έχουν ισχυρή παρουσία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ηλικία των βιβλίων που δανείζονται. Το 24,5% των δανεισμών αφορά βιβλία που εκδόθηκαν την τελευταία πενταετία. Το ίδιο ποσοστό αφορά τίτλους ηλικίας 6-10 ετών. Ένα 18% αφορά βιβλία 11-15 ετών, ενώ το 13,2% αφορά βιβλία 16-20 ετών.
Σημαντικό είναι και το ποσοστό των πολύ παλαιότερων τίτλων: 19,8% των δανεισμών αφορά βιβλία ηλικίας άνω των 20 ετών. Αυτό μπορεί ασφαλώς να ερμηνευθεί ως ένδειξη της αντοχής των διαχρονικών έργων. Όμως υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, την οποία το ίδιο το δελτίο του ΟΣΔΕΛ υποδεικνύει: οι βιβλιοθήκες διαθέτουν εξαιρετικά περιορισμένους πόρους για την αγορά βιβλίων και, ως αποτέλεσμα, παρουσιάζεται σημαντικό έλλειμμα στους πιο πρόσφατους τίτλους.
Επομένως, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν οι αναγνώστες επιλέγουν τα παλαιότερα βιβλία επειδή αυτά θέλουν περισσότερο ή επειδή αυτά είναι διαθέσιμα. Και αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά. Η αναγνωστική επιλογή δεν διαμορφώνεται μόνο από την επιθυμία του αναγνώστη. Διαμορφώνεται και από το τι μπορεί να βρει στο ράφι.
Μια εντυπωσιακή συγκέντρωση στους δημοφιλείς τίτλους
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η λίστα των 50 βιβλίων με τους περισσότερους δανεισμούς. Στις πέντε πρώτες θέσεις βρίσκονται πέντε βιβλία της Λένας Μαντά: «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι», «Η σφραγίδα», «Το πράσινο φόρεμα», «Ταξίδι στη Βενετία» και «Οι τρεις άσοι». Συνολικά, η Λένα Μαντά εμφανίζεται 16 φορές στην πρώτη πενηντάδα.
Η κυριαρχία αυτή δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια της κατάταξης. Αποτυπώνει τη μεγάλη αναγνωστική απήχηση συγκεκριμένων συγγραφέων, αλλά ταυτόχρονα γεννά ένα ερώτημα για τη σύνθεση των συλλογών των βιβλιοθηκών.
Το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο για τους εκδότες: 38 από τους 50 δημοφιλέστερους τίτλους έχουν εκδοθεί από τον Ψυχογιό. Δεν υπάρχει εδώ λόγος να αμφισβητήσει κανείς τη δημοφιλία των συγκεκριμένων βιβλίων. Υπάρχει όμως λόγος να εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στη δημοτικότητα και τη διαθεσιμότητα.
Ένα βιβλίο που βρίσκεται σε πολλές βιβλιοθήκες, σε πολλά αντίτυπα και για πολλά χρόνια έχει προφανώς περισσότερες πιθανότητες να εμφανιστεί ψηλά στις κατατάξεις δανεισμού. Άρα οι λίστες δανεισμών μας δείχνουν τι διαβάζεται, αλλά δεν μας λένε από μόνες τους γιατί διαβάζεται.
Και κυρίως δεν μας δείχνουν τι θα μπορούσε να διαβαστεί, εάν οι βιβλιοθήκες είχαν τη δυνατότητα να ανανεώνουν συστηματικότερα τις συλλογές τους.
Τα παιδιά διαβάζουν – αλλά οι παιδικές βιβλιοθήκες είναι ελάχιστες στην καταγραφή
Η παιδική και εφηβική ανάγνωση αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά σημεία των στοιχείων. Στην πρώτη πενηντάδα βρίσκουμε σειρές όπως το «Ημερολόγιο ενός σπασίκλα», ο «Ντετέκτιβ Κλουζ», ο «Dog Man» και ο «Τικ και Τέλα», ενώ η κατηγορία των παιδικών βιβλίων συνολικά καταγράφει πολύ υψηλούς αριθμούς δανεισμού.
Η εικόνα αυτή είναι σημαντική σε μια εποχή κατά την οποία η συζήτηση για τη σχέση των παιδιών με το βιβλίο και τις οθόνες είναι διαρκής. Υπάρχει όμως και εδώ ένας σημαντικός αστερίσκος: μόλις πέντε παιδικές δημόσιες ή δημοτικές βιβλιοθήκες έστειλαν στοιχεία στον ΟΣΔΕΛ.
Έχουμε, επομένως, ισχυρές ενδείξεις ότι τα παιδιά χρησιμοποιούν τις βιβλιοθήκες, αλλά πολύ πιο περιορισμένη εικόνα για τη συνολική δραστηριότητα των παιδικών βιβλιοθηκών.
Η καταγραφή του δημόσιου δανεισμού βιβλίων παραμένει ζητούμενο
Το ζήτημα της καταγραφής δεν είναι καινούργιο. Τον Οκτώβριο του 2025 ο ΟΣΔΕΛ δημοσίευσε στοιχεία για την πρώτη διανομή δικαιωμάτων από τον δημόσιο δανεισμό και παρουσίασε, μεταξύ άλλων, στοιχεία για τα βιβλία, τους συγγραφείς, τους μεταφραστές και τους εικονογράφους που είχαν τους περισσότερους δανεισμούς.
Η φετινή καταγραφή έρχεται, επομένως, να ενισχύσει μια διαδικασία που βρίσκεται ακόμη σε φάση οργάνωσης και διεύρυνσης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να γνωρίζουμε ποιο βιβλίο βρίσκεται στην πρώτη θέση. Είναι να αποκτήσει η χώρα σταθερό και όσο το δυνατόν καθολικό σύστημα καταγραφής, ώστε τα δεδομένα να μπορούν να συγκριθούν με ασφάλεια από χρόνο σε χρόνο και να αξιοποιηθούν για πραγματικές αποφάσεις πολιτικής.
Ποιοι συγγραφείς βρίσκονται στην κορυφή;
Στους Έλληνες και τις Ελληνίδες συγγραφείς, ο Ευγένιος Τριβιζάς βρίσκεται στην πρώτη θέση, ακολουθούμενος από τη Λένα Μαντά, τη Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη, τη Χρυσηίδα-Χρύσα Δημουλίδου και τη Μαρία Τζιρίτα.
Στην κορυφή των ξένων συγγραφέων βρίσκεται ο Jürgen Banscherus, ενώ ακολουθούν ονόματα με ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στην παιδική και εφηβική λογοτεχνία, όπως ο Jeff Kinney, ο René Goscinny και ο David Pilkey, αλλά και η Agatha Christie.
Η εικόνα είναι χαρακτηριστική: από τη μία πλευρά η σύγχρονη ελληνική εμπορική λογοτεχνία, από την άλλη παιδικές σειρές και διαχρονικοί ξένοι συγγραφείς. Δεν πρόκειται για έναν «κανόνα» λογοτεχνικής αξίας. Είναι ένας χάρτης δημοφιλίας.
Η μετάφραση και η εικονογράφηση δείχνουν τι σημαίνει πραγματικά ένα βιβλίο
Οι λίστες μεταφραστών και εικονογράφων προσθέτουν μια διάσταση που συχνά χάνεται όταν μιλάμε μόνο για συγγραφείς. Η Μαρία Αγγελίδου βρίσκεται στην πρώτη θέση των Ελλήνων μεταφραστών και μεταφραστριών με τους περισσότερους δανεισμούς, ενώ στην εικονογράφηση η Ναταλία Καπατσούλια βρίσκεται στην κορυφή. Η παρουσία τους θυμίζει ότι ένα βιβλίο που φτάνει στον αναγνώστη δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του συγγραφέα. Είναι προϊόν μιας ολόκληρης αλυσίδας δημιουργών και επαγγελματιών. Και ακριβώς γι’ αυτό ο δημόσιος δανεισμός έχει και οικονομική διάσταση. Η χρήση των έργων στις βιβλιοθήκες συνδέεται με τον θεσμό της εύλογης αμοιβής για τον δημόσιο δανεισμό, μέσω του οποίου αναγνωρίζεται η αξία της εργασίας των δημιουργών και των εκδοτικών επιχειρήσεων. Η διαδικασία διανομής δικαιωμάτων από τον δημόσιο δανεισμό έχει ήδη ξεκινήσει από τον ΟΣΔΕΛ.
Το πραγματικό μήνυμα δεν είναι μόνο η αύξηση
Τα στοιχεία του ΟΣΔΕΛ δεν λένε ότι οι βιβλιοθήκες αποτυγχάνουν. Το αντίθετο. Λένε ότι παρά τους περιορισμούς τους, εξακολουθούν να έχουν ένα ενεργό κοινό.
Όμως ταυτόχρονα αποκαλύπτουν μια σειρά από προβλήματα που δεν πρέπει να χαθούν πίσω από τον θετικό αριθμό της αύξησης.
Η συμμετοχή στην καταγραφή παραμένει περιορισμένη. Οι ψηφιακές δυνατότητες δεν είναι επαρκείς παντού. Οι πόροι για τον εμπλουτισμό των συλλογών είναι περιορισμένοι. Οι πιο πρόσφατοι τίτλοι υποεκπροσωπούνται. Και οι δημοφιλέστερες λίστες παρουσιάζουν εξαιρετικά μεγάλη συγκέντρωση σε συγκεκριμένους συγγραφείς και εκδοτικούς οίκους.
Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι οι αναγνώστες δεν διαβάζουν. Σημαίνει ότι η αναγνωστική δραστηριότητα δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το σύστημα που την υποστηρίζει. Γιατί η βιβλιοθήκη δεν είναι απλώς ένας χώρος όπου κάποιος πηγαίνει να πάρει ένα βιβλίο. Είναι ο μηχανισμός που αποφασίζει ποια βιβλία θα υπάρχουν, πόσα αντίτυπα θα υπάρχουν, πόσο εύκολα θα τα βρει ο αναγνώστης και πόσο σύγχρονη θα είναι η συλλογή.
Από τους αριθμούς στην πολιτική για το βιβλίο
Η αύξηση των δανεισμών κατά 3,6% είναι, λοιπόν, μια καλή είδηση. Το πραγματικό ζητούμενο όμως είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε οι βιβλιοθήκες να μπορούν να κάνουν περισσότερα.
Περισσότερους και νεότερους τίτλους. Καλύτερη στελέχωση. Σύγχρονα πληροφοριακά συστήματα. Συστηματική καταγραφή. Ψηφιακές υποδομές. Περισσότερες δράσεις για παιδιά και εφήβους. Και σταθερή χρηματοδότηση για τον εμπλουτισμό των συλλογών.
Αν κάτι δείχνουν τα στοιχεία του 2025, είναι ότι υπάρχει κοινό που χρησιμοποιεί τις βιβλιοθήκες. Το ζητούμενο πλέον είναι αν η Πολιτεία και η Τοπική Αυτοδιοίκηση θα επενδύσουν αρκετά ώστε αυτό το κοινό να έχει περισσότερες επιλογές.
Γιατί η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση που προκύπτει από τους αριθμούς δεν είναι αν οι Έλληνες δανείστηκαν περισσότερα βιβλία. Είναι πόσα περισσότερα θα μπορούσαν να δανειστούν, αν οι βιβλιοθήκες είχαν τους πόρους για να τους προσφέρουν περισσότερα.
_________________
Το άρθρο βασίζεται στα «Συγκεντρωτικά στοιχεία δημόσιου δανεισμού βιβλίων για το 2025» που δημοσίευσε ο ΟΣΔΕΛ στις 24 Ιουλίου 2026. Τα στοιχεία προέκυψαν από την επεξεργασία των δεδομένων που απέστειλαν δημόσιες, δημοτικές και παιδικές βιβλιοθήκες στον Οργανισμό. Ο ΟΣΔΕΛ απευθύνθηκε σε 247 βιβλιοθήκες, με διαφορετικά ποσοστά ανταπόκρισης ανά κατηγορία και περιφέρεια.
Επίσημη ανακοίνωση ΟΣΔΕΛ – «Αυξήθηκαν οι δανεισμοί βιβλίων… το 2025»
ΟΣΔΕΛ – στοιχεία για τον δημόσιο δανεισμό και την πρώτη διανομή δικαιωμάτων














































































































