Πόλη γεμάτη ζόμπι. Άνθρωποι στον αυτόματο πιλότο. Λειτουργούμε, βγάζουμε τη μέρα, αλλά εσωτερικά είμαστε κουρέλια. Μαμ, δουλειά και νάνι. Μουτρωμένοι άνθρωποι, απογοητευμένοι ή έτοιμοι να τσακωθούμε για όλα και με όλους.
Πόλη γεμάτη καταπιεσμένες υπάρξεις. Άνθρωποι που υπήρξαν κάποτε παιδιά, αλλά δεν μπόρεσαν να ζήσουν με παιδικότητα. Παιδιά που γεννήθηκαν «ενήλικες», που έπρεπε να προσαρμοστούν, να συμμορφωθούν, να λάβουν υπόψιν τους χίλια δυο ερεθίσματα και κινδύνους. Παιδιά που ελέγχθηκαν υπερβολικά και έμαθαν να τρέμουν το λάθος. Κοριτσάκια που μπήκαν με το ζόρι στα κορμάκια του μπαλέτου. Αγοράκια που δεν έπρεπε να κλαίνε. Παιδιά με μόνιμα αγχωμένους γονείς. Παιδιά που ακούνε τη λέξη «πανελλήνιες» και παθαίνουν δύσπνοια. Παιδιά που τρομοκρατήθηκαν, τιμωρήθηκαν χωρίς κουβέντες, αγνοήθηκαν κι έμαθαν να αγνοούν κι οι ίδιοι τον μέσα τους κόσμο και τις ανάγκες τους. Παιδιά που έτρεχαν σε φροντιστήρια και δραστηριότητες και δεν είχαν χρόνο να παίξουν, να ανακαλύψουν, να βαρεθούν. Παιδιά που έμαθαν να μικραίνουν τους εαυτούς τους για να χωρέσουν σε κανόνες, σε τάξεις, σε ομάδες, σε ιδέες, σε παρέες, σε σχολές, στα σχέδια των γονιών τους. Κι ύστερα μεγάλωσαν κι εξελίχθηκαν σε πληγωμένες ψυχές, σε σώματα που δεν έμαθαν στο χάδι, σε στόματα που ράφτηκαν για να χωρέσει το σώμα σε S κι XS. Σώματα που τρυπήθηκαν με βελόνες σε κάθε φλέβα που προεξείχε έστω και λίγο. Μυτιές, αλκοόλ, βενζοδιαζεπίνες, doom scrolling, only fans και ντελίβερι, μικροί και μεγάλοι θάνατοι κι ούτε ένα βλέμμα να κοιτάξει στ’ αλήθεια με αποδοχή, ούτε καν το βλέμμα των γονιών, ούτε καν το δικό τους προς εκείνα τα ίδια.
Για ποια ελευθερία μου μιλάς όταν δεν έχουμε μάθει ούτε να αναγνωρίζουμε –πόσο μάλλον να φροντίζουμε– τις ανάγκες μας; Ποια ιδεολογία θα καλύψει τέτοιου μεγέθους κενά; Ποια δουλειά θα «μας γεμίσει»; Ποιο πτυχίο, ποιο ταξίδι στο εξωτερικό, ποιες διακοπές στις Κυκλάδες, ποιο iphone, ποιο γυμναστήριο θα μας κάνει να αγαπηθούμε από εμάς κι απ’ τον απέναντι; Από πού θα σωθούμε όταν δεν μπορούμε ούτε να πάρουμε τον εαυτό μας απ’ το χέρι και να του δώσουμε αυτά που χρειάζεται – ξεκούραση, ηρεμία, ύπνο, χρόνο, διάβασμα, σπιτικό φαγητό, σιωπή, μουσική, καθαρό νερό, περπάτημα, φύση, αγκαλιά;
Νομίζω πως η κοινωνία μας δεν καταστρέφεται τόσο ούτε από επιδημίες, ούτε από οικονομικές κρίσεις, όσο από τον τεράστιο αριθμό των ανθρώπων που κυκλοφορούν, παράγουν, καταναλώνουν, γυμνάζονται, διασκεδάζουν, αλλά είναι απόντες. Όλοι συνέχεια κουρασμένοι, εξαντλημένοι, νυσταγμένοι – πού χώρος για χαρά, χορό κι έρωτα; Πού χρόνος για τέχνη, για αντίσταση, για δημιουργία;
Όλοι με κομμένη την ανάσα, να τρέξουμε να προλάβουμε κάτι, –«κοίτα ρε που μου έφαγε τη θέση ο καράφλας!»–, άντε να βγει κι αυτή η εβδομάδα… Και κανείς δεν μπορεί να κάτσει άνετα με τον εαυτό του στη σιωπή χωρίς να πανικοβληθεί. Από μέσα πεθαμένοι και απ’ έξω ζωντανοί.
Το πιο τρομακτικό απ’ όλα δεν είναι που πονάμε, αλλά ότι συνηθίσαμε να πονάμε τόσο, που το κανονικοποιήσαμε. Θεωρήσαμε τον πόνο φυσιολογικό. «Ζωή είναι, θα περάσει». Συνηθίσαμε να ζούμε αποσυνδεδεμένοι από το σώμα μας, από την κούρασή μας, από τη θλίψη μας, από τη χαρά μας. Εμπρός καλά μου ποδαράκια, τρέξτε στο διάδρομο του γυμναστηρίου χωρίς να πάτε πουθενά, χωρίς να δείτε τίποτα. Εμπρός καλά μου ποντικάκια στον τροχό σας. Να γυρίζει η ρόδα! Να γεμίζουμε κάθε κενό με οθόνες, θόρυβο, υποχρεώσεις, ουσίες, σχέσεις-μπαλώματα και ατελείωτο τρέξιμο, μόνο και μόνο για να μη μείνουμε πέντε λεπτά μόνοι με αυτό που πραγματικά υπάρχει μέσα μας.
Εντάξει, επιβιώνουμε κουτσά στραβά, αλλά ξέρουμε πώς να ζούμε;















































































































