Θυμάμαι ακριβώς πότε συνέβη. Ήταν μια φθινοπωρινή ημέρα σαν τη σημερινή, όταν τελειώνοντας το μάθημα στην έκτη τάξη του ογδόου γυμνασίου, γύριζα στο σπίτι μου Ανάφης και Αγίας Ζώνης γωνία.
Εκεί την είδα, κοντά στον σταθμό του ηλεκτρικού (Άγιος Νικόλαος), καθισμένη στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας. Πρώτα τα λευκά ξέπλεκα μαλλιά τράβηξαν την προσοχή μου και μετά το απλωμένο χέρι που τρεμάμενο ικέτευε για βοήθεια. Μου έκανε εντύπωση, η αξιοπρέπεια και η αρχοντιά της που δεν κατάφεραν να κρύψουν ούτε τα παλιά λιωμένα ρούχα που φορούσε ούτε το ότι καθόταν ανακούρκουδα στα βρόμικα τσιμέντα. Κοίταξα το γερασμένο, ταλαιπωρημένο πρόσωπό της, μου χαμογέλασε «επαγγελματικά».
Τότε έγινε το θαύμα! Σιγά σιγά σαν να τα έπαιρνε το ελαφρό βοριαδάκι άρχισαν τα γεράματά της να χάνονται και να αποκαλύπτουν το πρόσωπο της μητέρας μου! Έκλεισα τα μάτια μου, θαύμασα τη φαντασία μου και ανοίγοντάς τα πάλι, η μητέρα μου ήταν εκεί και μου χαμογελούσε. Μα πώς ήταν δυνατόν αυτή η γερασμένη κι ανέλπιδη μορφή, να κρύβει από κάτω της ό,τι πιο όμορφο και χαριτωμένο και τυχερό της ζωής, με τα ροζέ μαγουλάκια, τα καστανόξανθα μαλλιά την προστατευμένη από παντού – γονείς, αδέρφια, σύζυγο, παιδιά, κοινωνία, και μάλιστα να ζητιανεύουν μαζί… Ταράχτηκα κι απομακρύνθηκα ρίχνοντας πίσω μου κλεφτές ματιές, μέχρι που στρίβοντας σε μια γωνιά δεν την έβλεπα πιά. Τότε ήταν που άρχισαν να πέφτουν τα χοντρά τείχη ανάμεσα σε μένα και στους άλλους, ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό» κι ακόμα πέφτουν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα αποκαλύπτοντας στα ερείπιά τους την κοινή μοίρα όλων μας…
Και πού θα πάει αυτό το πράγμα δεν ξέρω, αλλά στο τέλος μου φαίνεται θα τους «συγχωρέσω» όλους, δηλαδή τους εμπεριέχω όλους!
Και για να είμαστε ειλικρινείς, δεν μ’ αρέσει καθόλου να πηγαίνω κόντρα στο ρεύμα της εποχής, που μας θέλει θυμωμένους, σέξι, εχθρικούς, με πολλά τατουάζ, με το δίκιο πάντα με το μέρος μας, με «σύντροφο» οπωσδήποτε, με «κακίες» μόνο και μόνο για το στιλ. Α πα πα, δεν αντέχονται όλα αυτά κι έτρεξα να φωτογραφηθώ κάτω από ένα γκράφιτι της γειτονιάς μου, αναφωνώντας:
Λοιπόν το αποφάσισα, ΓΡΙΑ! χίλιες φορές!















































































































