Τη μορφή της Νάντιας Βαλαβάνη την πρωτοσυνάντησα όχι ως δημόσιο πρόσωπο, αλλά ως αφήγηση της φιλολόγου μου Μαίρης Αργυροπούλου στο Ηράκλειο Κρήτης, που μιλούσε για εκείνη σαν να επρόκειτο για μια ύλη ήδη μυθική: μια μαθήτρια που εξήλθε από τη σχολική αίθουσα όχι προς έναν ακαδημαϊκό δρόμο, αλλά προς την ιστορική περιδίνηση.
Από τότε και στο εξής, η παρουσία της δεν χωρά σε καμία απλουστευτική κατηγορία. Η Βαλαβάνη δεν έχει «βιογραφία» με την κλασική έννοια. Έχει μια πυκνή ιστορική γεωλογία που διαμορφώνει έναν συγκεκριμένο πολιτικό χαρακτήρα, όπου το υποκείμενο δεν προηγείται της ιστορίας, αλλά αναδύεται μέσα από αυτή.
Η διαδρομή της εγγράφεται σε ένα συνεχές που ξεκινά από τη Μικρά Ασία και τις διαδοχικές επιστρώσεις προσφυγικών εμπειριών, εκτείνεται μέσα στο τοπικό σύμπαν της Κρήτης, διαπερνά την αντιφασιστική δράση, τους διωγμούς, την παράνομη οργάνωση, τις πολιτικές εξορίες, τα δίκτυα αντίστασης, τις μικρές και μεγάλες μορφές πολιτισμικής πυκνότητας των δεκαετιών του ’50 και του ’60.
Το περιβάλλον της δεν λειτουργεί ως εξωραϊσμένο υπόβαθρο, αλλά ως υλική μήτρα παραγωγής μιας πολιτικής συνείδησης. Δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο ούτε τίποτα αυτοβιογραφικά κενό: οι μορφές που κινούνται γύρω της –αγωνιστές, διανοούμενοι, εξόριστοι, άνθρωποι της Αριστεράς, της Αντίστασης, της Τέχνης– συνθέτουν ένα τοπίο όπου η νεανική πολιτικοποίηση δεν είναι μια επιλογή αλλά μια αναγκαιότητα που συγκροτείται από την εγγύτητα με την ιστορία.
Η σχέση της με την ιστορία δεν είναι αφηγηματική. Είναι θεωρητική.
Η Βαλαβάνη γνωρίζει ότι η ιστορική εμπειρία της γενιάς της υπέστη μια διπλή αποστέρηση: πρώτα από το έγκλημα του καψίματος των φακέλων, έπειτα από την εκ των υστέρων αμφισβήτηση της ίδιας της εμπειρίας, εκ μέρους μιας ιστοριογραφίας που συχνά επιχειρεί να «ανασυνθέσει» το παρελθόν με τα εργαλεία του παρόντος.

Η δική της αντίληψη για το ιστορικό γεγονός είναι αντι-αναχρονιστική: η πραγματικότητα δεν μετριέται με τα σημερινά μέτρα, αλλά με τα εργαλεία που οι άνθρωποι διέθεταν τότε, με τον φόβο που τους συνόδευε, με την επιτήρηση της ασφάλειας, με την πολιτική στενότητα της εποχής, με την εγγύτητα της Αντίστασης και του Εμφυλίου, με τον υλικό όγκο μιας μνήμης που ακόμα δεν είχε καταστεί παρελθόν. Η ιστορία, στη σκέψη της, δεν είναι αναδρομική αναπαράσταση· είναι ενεργή δύναμη που ελέγχει το παρόν.
Η υπουργική της θητεία το 2015, αντί να συγκροτεί αισθητικά την «κορύφωση» ενός προοδευτικού βίου, λειτούργησε ως δοκιμασία ιστορικής συνέπειας. Στο περιβάλλον της οικονομικής διαχείρισης η Βαλαβάνη αρνήθηκε να αποδεχθεί τη λογιστική ως ορίζοντα, είδε το δημοσιονομικό πεδίο ως τη νεότερη έκφανση μιας παλιάς σύγκρουσης: της πολιτικής βούλησης με τους μηχανισμούς επιτήρησης. Εκεί όπου άλλοι αναγνώριζαν όρια, εκείνη αναγνώριζε την παραγωγή ισχύος από την ίδια τη λαϊκή εντολή.
Η παρουσία της στο Οικονομικών είχε χαρακτήρα συγκρουσιακής προσήλωσης στη δημοκρατία: η ευρωπαϊκή μνημονιακή τάξη δεν ήταν φυσική πραγματικότητα αλλά πολιτική κατασκευή που μπορούσε να αμφισβητηθεί.
Για αυτό και το δημοψήφισμα λειτούργησε ως η στιγμή που το πολιτικό και το προσωπικό ευθυγραμμίστηκαν απολύτως: το «Όχι» δεν ήταν γι’ αυτήν εργαλείο διαπραγμάτευσης αλλά πολιτική εντολή δεσμευτική.
Η παραίτησή της μετά την ανατροπή του αποτελέσματος δεν ήταν χειρονομία, αλλά πράξη ιστορικής συνέπειας – η άρνηση να γίνει μέρος της κατάργησης της ίδιας της δημοκρατικής απόφασης. Η στάση της ανήκει στα ελάχιστα παραδείγματα εκείνης της περιόδου που απέδειξαν ότι η αξιοπρέπεια στην πολιτική δεν είναι ρητορική ποιότητα, αλλά σπάνιο είδος πράξης.
Η πολιτισμική ύλη που διατρέχει τη ζωή της αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής της συγκρότησης. Το πολιτισμικό κύμα της μεταπολεμικής Ευρώπης, ο Θεοδωράκης, το αμερικανικό τραγούδι διαμαρτυρίας, ο νέος κινηματογράφος, ο Μπρεχτ, οι λογοτέχνες και οι εικαστικοί που περνούσαν από τα σπίτια των ανθρώπων της Αριστεράς, οι ξένοι ραδιοσταθμοί, τα βιβλιοπωλεία, οι εκδόσεις που ξεπηδούσαν σαν εκρήξεις – όλα αυτά συνιστούν για τη Βαλαβάνη έναν χώρο διαμόρφωσης όχι μόνο αισθητικής αλλά και πολιτικής ικανότητας. Η εξέγερση, για εκείνη, δεν υπήρξε αποτέλεσμα οργής αλλά αποτέλεσμα μόρφωσης, μιας παιδείας που δεν παρήχθη από θεσμούς, αλλά από κοινότητες, σπίτια, παρέες, εκδηλώσεις, συναντήσεις, νυχτερινές κουβέντες και εξόριστες φωνές.
Το Πολυτεχνείο, μέσα σε αυτή την οπτική, δεν είναι τυχαία έκρηξη· είναι η υλική μορφή μιας ιστορικής αναγκαιότητας. Η εξέγερση από το 1973 δεν διαβάζεται ως στιγμιαίο γεγονός, αλλά ως ο συλλογικός μετασχηματισμός ενός διάχυτου ιστορικού υποστρώματος: παράνομες οργανώσεις, φοιτητικές συνελεύσεις, τα δύο εγχειρήματα της Νομικής, η Φοιτητική Ένωση Κρητών, οι ΦΕΑ, η άρση του στρατιωτικού νόμου, οι πρώτες απεργίες, η πολιτική διάβρωση του καθεστώτος Παπαδόπουλου.
Η δυναμική αυτή δεν θα μπορούσε να οδηγήσει οπουδήποτε αλλού. Το Πολυτεχνείο, στη σκέψη της Βαλαβάνη, δεν ήταν σχέδιο αλλά αναπόφευκτο. Δεν μιλά ποτέ σαν «πρωταγωνίστρια», αλλά σαν κάποια που διαβάζει την ίδια της την πράξη ως μέρος ενός ευρύτερου ιστορικού μηχανισμού όπου η συλλογική επιθυμία προηγείται της ατομικής πρόθεσης. Η κατάληψη δεν νοείται ως οργανωτική απόφαση αλλά ως συμπύκνωση μιας κοινής θέλησης που υπερέβη τις κομματικές γραμμές και τις επιφυλάξεις. Η πολιτική ορθότητα της εξέγερσης δεν είναι στρατηγική καθαρότητα, αλλά η εναρμόνιση με τις διαθέσεις των πολλών – αυτό που η ίδια ονομάζει το μοναδικό «σωστό» στις δοσμένες συνθήκες.
Η μνήμη αυτής της εξέγερσης και η επίμονη ιστορική της παρουσία δεν λειτουργούν για τη Βαλαβάνη ως αντικείμενο λατρείας αλλά ως ενεργός παράγοντας του σύγχρονου δημόσιου λόγου. Η πολυεπίπεδη επίθεση που έχει δεχθεί η γενιά του Πολυτεχνείου –από αισθητικοποιήσεις, από φασιστικές αρνήσεις, από νεοφιλελεύθερη ηθικολογία, από πολιτική συκοφαντία και από τη μεταμνημονιακή κατασκευή του «There Is No Alternative»– δεν είναι για εκείνη ζήτημα προσωπικής προσβολής, αλλά μάχη για τις αξίες που γεννήθηκαν εκεί: συλλογικότητα, αντίσταση, αλληλεγγύη. Το γεγονός ότι το Πολυτεχνείο είναι η μόνη ευρωπαϊκή εξέγερση που εξακολουθεί να τιμάται πενήντα χρόνια μετά με μαζικές πορείες από τα κάτω, αποτελεί για τη Βαλαβάνη την απόδειξη πως η ιστορία δεν επιβιώνει όταν ενσωματώνεται θεσμικά, αλλά όταν επιμένει να ανατρέπει την κανονικότητα του παρόντος.
Στη μορφή της Νάντιας Βαλαβάνη συγκλίνουν η ιστορική συνείδηση, η πολιτική συνέπεια και η πολιτισμική ύλη μιας εποχής που επέμενε να συνδέει τη ζωή με την πράξη. Δεν χρειάζεται κανείς να την «τιμήσει» για να την αναγνωρίσει, αρκεί να καταλάβει ότι μέσα από τη δική της διαδρομή αποτυπώνεται το σπάνιο εκείνο είδος πολιτικού χαρακτήρα που ακόμα και σήμερα υπενθυμίζει ότι η ιστορία δεν είναι ποτέ κλειστή, never sealed, αλλά πάντα ανοιχτή στη δυνατότητα της επόμενης εξέγερσης.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην προσωπική σελίδα του Μάνου Λαμπράκη στο Facebook.















































































































