Περάσαμε την εποχή που ο κάθε άνθρωπος έφτιαχνε το καφεδάκι του στο σπίτι το πρωί, μετά έφευγε για τη δουλειά του, έφτιαχνε εκεί άλλον έναν, και οι μερακλήδες και οι μερακλούδες έπιναν και έναν τρίτο μετά το φαγητό ή το απογευματάκι στο μπαλκόνι ή στο σοκάκι. Περάσαμε τις εποχές που ο καφές ήταν ένας και ήταν ο ελληνικός. Περάσαμε και την εποχή που ο φραπές έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία και έσπασε το μονοπώλιο του ελληνικού και ανακηρύχθηκε εθνικός. Περάσαμε και την εποχή της καφετέριας. Τότε που συρρέαμε στα τραπεζοκαθίσματα για να γυρνάμε γύρω γύρω τα καλαμάκια και να συζητάμε περί ανέμων και υδάτων – αυτό βέβαια ήταν κάτι ελαφρώς πιο λογικό από την κατάσταση που επικρατεί σήμερα. Ο εσπρέσο που έσκασε μύτη περίπου είκοσι χρόνια πριν, ήταν ένας καφές που η δυσκολία του να φτιαχτεί στο σπίτι έκανε τα πράγματα περίπλοκα. Ταυτόχρονα, οι ρυθμοί ζωής στις πόλεις γνώρισαν ταχεία μεταβολή και από κει που ο καφές ήταν «σπιτική» υπόθεση, έγινε μία παράξενη μόδα κατά την οποία όλοι τρέχουμε με έναν καφέ πακέτο στο χέρι από το ένα μέρος στο άλλο.
Κάθε βδομάδα κι ένα καινούριο μαγαζί που πουλάει καφέ ξεπροβάλει στις γειτονιές. Αν κάνεις βόλτα σε ένα τετράγωνο, κάθε κάποια μέτρα υπάρχει κι ένα τέτοιο μαγαζί. Αυτό το είδος δεν μπορώ να το πω καφετέρια, αυτό το είδος είναι κάτι άλλο. Είναι μάλλον coffee shop, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Κόσμος πάει κι έρχεται, και δώσ’ του οι μηχανές κοπής, και δώσ’ του τα κουμπιά, και δώσ’ του να μπαινοβγαίνουν τα γκρουπ… και τα αφρογάλατα και οι στέβιες και τα ντεκάφ και οι κανέλες και τα γάλατα αμυγδάλου και οι specialty coffees και οι χίλιες δύο ονομασίες για να πιεις απλά έναν καφέ.
Το ακόμη πιο τραγικό είναι ότι πλέον ακόμη και άσχετα καταστήματα με τον καφέ έχουν βάλει καφετιέρες: φούρνοι, μανάβικα, κομμωτήρια, βιβλιοπωλεία. Και ειδικά πριν κάποια χρόνια που πρωτοαναγκάστηκαν μάλλον οι έρμοι να βάλουν καφέ καθώς αντιλήφθηκαν τη μούρλα του καφέ-πακέτο, έβλεπες κάτι μεσόκοπες κυρίες και μεσόκοπους κυρίους που δεν είχαν ιδέα για το πώς φτιάχνεται αυτός ο έρμος ο εσπρέσο, να αγκομαχούν να βγάλουν έναν καφέ της προκοπής, συνήθως καμένο, και ουρά να σχηματίζεται από πίσω αφού για τον κάθε καφέ ο φούρναρης/μανάβης/βιβλιοπώλης έκανε και ένα τέταρτο.
Κάτι πραγματικά παράξενο συμβαίνει με τον καφέ τα τελευταία χρόνια το οποίο έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Άραγε, πόσα μαγαζιά καφέ αντιστοιχούν ανά κάτοικο; Πόσο καφέ μπορεί να αντέξει μία πόλη; Η νέα αυτή κατάσταση έχει τα δικά της συνθήματα: «Δώστε τον καφέ στον λαό» ή «Ο καφές είναι το όπιο του λαού».
Και άντε εγώ να συμφωνήσω ότι είναι ζήτημα υψίστης ανάγκης ο καφές και ότι ένας άνθρωπος δικαιούται να πάρει κι ένα καφεδάκι απέξω, βρε αδερφέ, αντί να το φτιάξει στο σπίτι. Πόσο όμως κοστίζει αυτή η καθημερινή συνήθεια; Και τι γίνεται όταν αυτό το καφεδάκι δεν είναι ένα αλλά γίνεται δεύτερο και τρίτο;… Πόσο μηνιάτικο χρειάζεται κανείς για να απολαμβάνει τον καφέ απέξω;
Εμείς συγκεντρώσαμε τις τιμές δύο ειδών καφέ (φρέντο εσπρέσο & φρέντο καπουτσίνο) από 9 αλυσίδες της Αθήνας που πουλάνε καφέ και από 4 συνοικιακά καφεπωλεία, για να δούμε πόσο πάει το μαλλί.
Ο πιο ακριβός φρέντο εσπρέσο που βρήκαμε σε αλυσίδα κοστίζει 2,50€ ενώ ο πιο φτηνός 2,10€. Ο πιο ακριβός φρέντο καπουτσίνο φτάνει τα 2,70€ ενώ ο πιο φτηνός τα 2,30€.
Στα συνοικιακά μαγαζιά τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα, αφού ο πιο ακριβός φ.ε. κοστίζει 2,20€ και ο πιο φτηνός 2€, ενώ ο πιο ακριβός φ.κ. 2,40€ και ο πιο φτηνός 2,10€.
Οπότε, εάν παίρνετε έναν φ.ε. τη μέρα με μέσο όρο τα 2,3€/καφέ, τότε θα έχετε δώσει στο τέλος του μήνα 64,4€. Αν πίνετε φ.κ. με μέσο όρο τα 2,5€/καφέ, τότε θα έχετε δώσει 70€/μήνα.
Στην περίπτωση των δύο και πλέον καφέδων τη μέρα, απλά πολλαπλασιάζετε τις παραπάνω τιμές.
Διόλου ευκαταφρόνητα ποσά και πού ’σαι ακόμα…