Οι πόλεις δεν κρίνονται από τα μεγάλα τους έργα αλλά από τις λεπτές ρωγμές στις οποίες διακυβεύεται η αξιοπρέπεια της μνήμης. Και σε αυτή τη μεγάλη, υπόγεια γεωλογία της πολιτισμικής ευθύνης, η Αθήνα μόλις απέτυχε παταγωδώς.
Η ιστορία της προτομής του Μάνου Χατζιδάκι —μια ιστορία που θα έπρεπε να είναι απλή, ευγενική, σχεδόν τελετουργική— κατέληξε να γίνει η πιο χαρακτηριστική αλληγορία του πώς η ιδιωτική ψυχολογία μπορεί να ακυρώσει τη δημόσια μνήμη.
Ο Γεώργιος Ράπτης, 92 ετών, φίλος του Μάνου, από εκείνους τους ανθρώπους που κουβαλούν την ευγένεια μιας άλλης Ελλάδας, προσφέρει 15.000 ευρώ για να γίνει μια προτομή που θα σταθεί σε κοινή θέα, στο Άλσος Παγκρατίου. Το έργο ολοκληρώνεται, ελέγχεται, εγκρίνεται. Ο Δήμος Αθηναίων —με υπογραφές, πρακτικά και επιτροπές— αποδέχεται τη δωρεά, πιστοποιεί την καλλιτεχνική αρτιότητα, προχωρά στη διαδικασία τοποθέτησης.
Και τότε, την παραμονή των εγκαινίων, εμφανίζεται το εξώδικο.
Όχι από την πόλη, όχι από έναν θεσμό, αλλά από την ίδια την οικογένεια: τον κληρονόμο του Μάνου Χατζιδάκι, Γιώργο.
Ένα κείμενο που δεν συνομιλεί με την ιστορία, ούτε με τον πολιτισμό, ούτε με την ανοιχτή δημόσια σφαίρα. Συνομιλεί αποκλειστικά με το γράμμα του νόμου, με το στενό οικογενειακό δικαίωμα, με μια εσωστρέφεια που καταλήγει προσβλητική όχι για τον δωρητή ή τον Δήμο, αλλά για τον ίδιο τον Χατζιδάκι.
Διότι όταν η μνήμη κλειδώνεται μέσα σε μια «οικογενειακή» επικράτεια, παύει να είναι μνήμη — γίνεται ιδιοκτησία.
Και ο Χατζιδάκις δεν υπήρξε ποτέ ιδιοκτησία κανενός.
Η ιδιωτική νομική διεκδίκηση της οικογένειας —ένα εξώδικο που απαγορεύει την τοποθέτηση ενός μνημείου σε δημόσιο χώρο χωρίς τη «συναίνεση των δικαιούχων»— δεν είναι απλώς μια διαφωνία. Είναι μια πράξη αποικιοποίησης της δημόσιας μνήμης. Μια απόπειρα οικειοποίησης ενός προσώπου που ανήκει όσο λίγοι στην ελληνική συλλογικότητα.
Στο βάθος, πρόκειται για την πιο ωμή σύγκρουση ανάμεσα σε δύο μορφές μνήμης:
τη μνήμη ως κοινό αγαθό και τη μνήμη ως οικογενειακό φέουδο.
Και στη σύγκρουση αυτή, ο κληρονόμος του Μάνου Χατζιδάκι επέλεξε το δεύτερο.
Ας είμαστε σαφείς:
Το εξώδικο δεν προστάτεψε τίποτε.
Δεν διαφύλαξε την «κληρονομιά».
Δεν υπερασπίστηκε κάποια βαθύτερη αισθητική ευαισθησία.
Το μόνο που πέτυχε ήταν να ακυρώσει δημόσια μια τιμητική τελετή, να ντροπιάσει έναν ηλικιωμένο δωρητή, να ταπεινώσει τον Δήμο και —κυρίως— να δημιουργήσει την εξευτελιστική κατάσταση μιας προτομής άστεγης, μιας μορφής του Μάνου Χατζιδάκι που δεν έχει πού να σταθεί.
Ένα γλυπτό που φτιάχτηκε για να βλέπει το φως και τώρα θα περιφέρεται ανάμεσα σε αποθήκες, δέματα και γραφεία.
Ο πολιτισμικός παραλογισμός είναι τόσο μεγάλος που γίνεται σχεδόν αλληγορικός:
Ο Μάνος Χατζιδάκις, ο άνθρωπος που υπήρξε ο κατ’ εξοχήν δημόσιος δημιουργός, που μιλούσε για την πόλη ως χώρο πνευματικής καλλιέργειας, βρίσκεται σήμερα εγκλωβισμένος ανάμεσα σε νομικές διεκδικήσεις και οικογενειακές ευαισθησίες.

Η προτομή βρίσκεται στο απόλυτο κενό.
Ή θα επιστραφεί στον δωρητή — για να τοποθετηθεί στο σαλόνι ενός 92χρονου ανθρώπου που περίμενε να τιμήσει τον φίλο του,
ή θα καταλήξει στην πατροπαράδοτη ελληνική λύση: σε κάποια αποθήκη, πίσω από σπασμένα κάγκελα και παλιά φωτιστικά.
Αυτή είναι η μοίρα της μνήμης όταν οι κληρονόμοι δεν αντιλαμβάνονται το χρέος του δημόσιου χώρου.
Αυτή είναι η μοίρα του πολιτισμού όταν η νομική σφραγίδα υποκαθιστά την πολιτισμική ευθύνη.
Αυτή είναι —και πρέπει να ειπωθεί— η μοίρα που επέβαλε ο ίδιος ο κληρονόμος του Μάνου Χατζιδάκι.
Διότι όποιος στερεί από την πόλη τον χώρο του Χατζιδάκι,
στερεί από τον Χατζιδάκι την ίδια του την αναπνοή.
Η Αθήνα έμεινε χωρίς προτομή.
Αλλά το χειρότερο είναι πως έμεινε χωρίς τόπο μνήμης.
Και η απόφαση αυτή δεν ανήκει πια στη διοίκηση του Δήμου, ούτε στις επιτροπές.
Ανήκει σε μια οικογενειακή επιλογή να αποτραβηχτεί ο Μάνος Χατζιδάκις από το δημόσιο βλέμμα — σαν ένας νεκρός που πρέπει να μείνει ιδιωτικός.
Όμως ο Χατζιδάκις ήταν ο πιο δημόσιος από όλους μας.
Και γι’ αυτό η πράξη αυτή δεν είναι απλώς λάθος. Είναι πολιτισμικό ατόπημα πρώτου μεγέθους.
Διότι, στο τέλος, εκείνος που μένει εκτεθειμένος δεν είναι ο Δήμος Αθηναίων.
Είναι ο ίδιος ο κληρονόμος του Χατζιδάκι,
που επέλεξε την ιδιωτική σκιά αντί του δημόσιου φωτός.
Και όσο η προτομή παραμένει άστεγη,
η πόλη θα θυμάται ότι η μνήμη δεν χάθηκε από αδιαφορία – χάθηκε από ιδιοτέλεια.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην προσωπική σελίδα του Μάνου Λαμπράκη στο Facebook.















































































































