Σε πολλές περιπτώσεις οι συμπατριώτες μας αλληλοκατηγορούνται για ξενομανία και, ίσως, όχι άδικα. Ακόμα και λόγω της επιλογής των ονομάτων τους. Ωστόσο, η εισαγωγή ονομάτων δεν είναι νέο φαινόμενο. Γινόταν από την αρχαιότητα (π.χ. Άδωνις, Κυβέλη).
Αργότερα μας προέκυψαν τα λατινογενή και, στη συνέχεια, τα βιβλικά που περιθωριοποίησαν πολλά γνήσια ελληνικά σε σημείο που ήταν πιο αποδεκτό να ονομάζεται κάποιος Ιεζεκιήλ αντί π.χ. Κλεάνθης. Μάλιστα, όταν παραμονές του 1821 οι Έλληνες στράφηκαν εκ νέου προς τα αρχαιοελληνικά ονόματα, ο τότε Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ θεώρησε πως η εν λόγω «επιφώνησις», «ως μία καταφρόνησις της Χριστιανικής ονοματοθεσίας», είναι «διόλου απροσφυής και ανάρμοστος»!
Αργότερα, ιστορικές συγκυρίες μας εμπλούτισαν με νέα ξενικής προέλευσης ονόματα (π.χ. Όθων, Βύρων, Ναπολέων, Αμαλία, Φρειδερίκη). Αλλά αυτά, ίσως και λόγω του εξελληνισμού της μορφής τους, δεν ενόχλησαν τόσο όσο κάποια άλλα, μερικά από τα οποία, ωστόσο, είναι, χωρίς να τους φαίνεται, καθαρόαιμα ελληνικά! Γιατί και αρκετοί άλλοι λαοί υιοθετούσαν ελληνικά ονόματα. Πόσοι γνωρίζουν πως το συνηθισμένο ρωσικό γυναικείο όνομα «Γκαλίνα» προέρχεται από την ελληνική «Γαλήνη« και όχι από την κότα (gallina) των λατίνων;
Έτσι, για παράδειγμα, όλες οι ετυμολογήσεις του ονόματος Τερέζα καταλήγουν σε μία ελληνική ρίζα (είτε αυτή είναι η Θηρασία, είτε το θέρος, είτε η τήρησις), ενώ ακόμα για το Γιολάντα προτείνεται η προέλευση από το Ιολάνθη (ίον+ανθός). Το πιο παρεξηγημένο, όμως, είναι το γυναικείο όνομα Σύνθια, του οποίου ελάχιστοι μαντεύουν την καταγωγή. Που δεν είναι άλλη από το όρος Κύνθος, το ιερό όρος της νήσου Δήλου. Την δε προσωνυμία Κύνθιος ή Κυνθία έφεραν όχι μόνο οι δίδυμοι θεοί του δωδεκάθεου, Άρτεμις και Απόλλων, που είχαν γεννηθεί εκεί, αλλά και ο Δίας και η Αθηνά των οποίων ιερά βρίσκονταν επάνω στο ύψωμα!















































































































