Η Ραπουνζέλ αποφάσισε να αλλάξει λουκ, κουρεύτηκε, έκανε και ανταύγειες, πάει η σκάλα του ερωτιάρη πρίγκιπα, καπούτ!!!
Έπρεπε να βρει ο μάγκας άλλο τρόπο να την πλησιάσει, να την προσεγγίσει, δίχως να την τραβάει από τα μαλλιά, χωρίς να πιάνεται από τις δικές της ρίζες…
Γιατί οι άνθρωποι γουστάρουμε τα παραμύθια;
Γιατί δεν είμαστε πριγκίπισσές, αλλά υπάλληλοι ενός γραφείου με υπολογιστή, με έναν καφέ του κώλου που παίρνουμε κάθε πρωί και επειδή δε μας περιμένει κανένας άρχοντας στη γωνία όταν σχολάσουμε;
Γιατί η μάνα μας ταύτισε την μπουκιά με το ωραίο δάσος και έτσι έκατσε κουτί η εγγραφή στον εγκέφαλό μας;
Γιατί δε ζήσαμε εμείς καλά αλλά οι άλλοι καλύτερα;
Η μήπως γιατί διψάμε για χάπι εντ;
Ποιο (χάπι) μωρέ, αυτό σε αγχολυτικό που κατάπιαμε και καλμάραμε λίγο την αλήθεια, καμουφλάραμε με πούδρα και μεικ απ τα πρωινά της Δευτέρας και αυτής της στέρφας Κυριακής που μας νταχτάρντισε στα γόνατα!
Και ακόμα, «το κέρατό μου» που θα έλεγε και ο παππούς μου, ακόμα σκαλίζουμε τη μαγεία, την παραμύθα για να προχωρήσουμε, να έρθει πάλι η ώρα της Μαρμότας, να πούμε ψέματα στο «καλά είμαστε», καλά, καλάμια δηλαδή, να ανοίξουμε τη μονάδα, το κλιματιστικό με τη κωλοζέστη (που σβήνει το μολύβι των φρυδιών μου) και είμαι μια βασιλοπούλα σε πλήρη αποδόμηση και να πιούμε την πρώτη γουλιά καφέ και τη τζούρα του τσιγάρου!
Ε, μπάστα, δεν μας τα είπανε καλά!
Πάνε περίπατο οι λύκοι που χρεωθήκαν όλα τα δεινά, τα πρόβατα ύπουλα και δειλά, βρήκαν αξία στη μίζερη ζωούλα τους μέσα στο στόμα του λύκου! Μόνα τους έμπαιναν καλέ! Οικειοθελώς. Ήθελαν να είναι θύματα, ήρωες τάχα. Μια αυτοθυσία, όπως κάθε χέστη που ψάχνει μια άκρη του από την ξένη τούφα της Ραπουνζέλ, π.χ. Για να σταθεί στα πόδια του και αφού τη μαδήσει, να φύγει θεατρικά σαν επαγγελματίας Παλιάτσος! Να της πει «Κοίτα τι έκανα για σένα… Ανέβηκα, έκανα τόσο δρόμο»!
Ε λοιπόν, πάπαλα. Το μαλλί, κόπηκε. Όσοι πιστοί (και άπιστοι, δε λέω), προσέλθετε….














































































































