Η Χ.Γ. μαθαίνει το θάνατο της Μαρινέλλας σε ένα θάλαμο νοσοκομείου και χαίρεται αντί να λυπηθεί. Ένα αποχαιρετιστήριο άρθρο για το εφηβικό της είδωλο με φωτογραφίες αρχείου από δυσεύρετους δίσκους.
Παρακολουθώ τις τελευταίες μέρες το κατευόδιο στη σπουδαία Μαρινέλλα έτσι όπως αποτυπώνεται σε ραδιόφωνα και social media. Το παρακολουθώ, όμως, μέσα σε θαλάμους νοσοκομείων, διότι η ζωή τα έχει φέρει έτσι ώστε δύο υπερ-αγαπημένοι μου άνθρωποι να βρίσκονται ταυτοχρόνως σε νοσοκομειακές κλίνες δύο ξεχωριστών, κολοσσιαίων αττικών νοσοκομείων. Διαβάζω τα post ανάμεσα σε νοσηλείες, οξυγόνα, αντιβιώσεις, βαρυγκομιές πόνου και κουκουλώματα ασθενών για την τελευταία τους κατοικία, κι έτσι, αντί να θρηνήσω, χάρηκα το χαμό της Μαρινέλλας.
Την ακούω φανατικά απ’ τα 14 μου χρόνια, αν και Gen Z. Με το πρώτο μου πικαπ στην ίδια ηλικία έσπευσα στα δισκάδικα στο Μοναστηράκι να αγοράσω μεταχειρισμένους δίσκους της. Θυμάμαι ότι ήταν πιο φθηνοί από άλλους ελληνικούς δίσκους που με ενδιέφεραν κι απορούσα τότε με την τύχη μου. Τέσσερα ευρώ η Μαρινέλλα, είκοσι ευρώ οι Κατσιμιχαίοι. Εγώ βεβαίως για τη Μαρινέλλα πήγαινα, κι αγόραζα αβέρτα με τα λεφτά του πατρός, μιας και εκείνος δεν ήθελε να βάλει φρένο σε τούτη την αλλούτερη για την ηλικία μου μουσική προτίμηση.
Τον Ιούνιο του 2014 λίγους μήνες μετά τη μουσική γνωριμία μου μαζί της, ανακοινώνεται συναυλία της με τον Κώστα Χατζή στο θέατρο Βράχων, ως μια αναβίωση του θρυλικού «Ρεσιτάλ». Ξεσηκώνω τον δύσμοιρο πατέρα, βγάζουμε εισιτήρια, κλείνουμε και διαμονή στην Αθήνα (μιας και μόνιμοι κάτοικοι Κορίνθου). Τη μέρα της συναυλίας (1/7/2014), τρομερή κακοκαιρία, κοσμοχαλασμός. Μέχρι και την τελευταία στιγμή ήμουν πεπεισμένη πως η συναυλία δεν θα ακυρωθεί. Σέρνω τον –εις διπλούν– δύσμοιρο πατέρα μέχρι το Βράχων όπου και μας ενημερώνουν πως πάπαλα η συναυλία, ακυρώθηκε. Θυμάμαι να κρατώ το καγκελάκι της πόρτας λες και μου έχουν κλέψει όλα τα θαύματα μέσα απ’ τα χέρια. Κάπως έτσι δεν είδα ποτέ τη Μαρινέλλα να περφορμάρει, κι ας ήξερα απ’ έξω όλους τους δίσκους της.
Όταν έμαθα προ ημερών πως πέθανε, ξύπνησε εκείνη η ανάμνηση και περίμενα πως κάποια νοσταλγία της εφηβικής μου λαχτάρας, του πρωτόλειού μου θαυμασμού, θα συγκινηθεί. Τζίφος. «Μπιτ ενήλικη γαϊδούρα έχεις γίνει» επαναλάμβανα μέσα μου, μέχρι που κατάλαβα πως δεν ήταν η αναλγησία αυτό που με είχε ναρκώσει, αλλά οι εικόνες γύρω μου: εικόνες λευκών τοίχων, ανάλατων φαγητών και μηδενικών νόστιμων ατασθαλιών που γαρνίρουν συνήθως την ύπαρξή μας.
Σκεφτόμουν αίφνης την ονειρική Μαρινέλλα, με τα χορευτικά χέρια, τα κατακόκκινα νύχια και την κρυστάλλινη, εξωπραγματική φωνή, να βρίσκεται καθηλωμένη σ’ ένα σκληρό κρεβάτι, με γυαλάκια οξυγόνου στη μύτη και ενδοφλέβιες αγωγές. Η αποστειρωμένη, νοσοκομειακή, ή ακόμα χειρότερα φυτοζωούσα ζωή, είναι πράγματι ζωή ή ένας καθησυχαστικός ευφημισμός που ελαφραίνει με τον οιωνεί παροντικό της χρόνο τους συγγενείς; «Είναι σταθερά η μαμά», ακούγεται καλύτερα από το «ήταν σταθερά η μαμά…» και το ξέρω από πρώτο χέρι.
Όμως, μη γελιόμαστε, μετά από 70 σχεδόν χρόνια περασμένα πάνω σε πάλκα, μεγάλες πίστες, στάδια, Ολυμπιακούς και χειροκροτήματα, το χάσιμο του αλλοτινού εαυτού, η παραλυσία, οι ψηφιακοί χτύποι των μηχανημάτων, είναι ένα φορτίο αβάσταχτο για τον ίδιο τον άνθρωπο που καλείται να το σηκώσει. Η Μαρινέλλα μεγαλούργησε στην καριέρα και τη ζωή της. Αγάπησε και αγαπήθηκε, κάηκε απ’ τον έρωτα κι ύστερα τον έκαψε. Μεγάλωσε παιδιά, αγκάλιασε και απόλαυσε το γήρας και τις φθορές στον καθρέφτη. Απέκτησε, με το σπαθί, τον ιδρώτα και τις θυσίες της, μια ζωή που άξιζε τον κόπο και αυγάτισε τα συναισθήματα γενεών και γενεών Ελλήνων που ουδέποτε θα την ξεχάσουν.

Εάν τον ένα και πλέον χρόνο που ταλαιπωρήθηκε στην ακινησία και την παράλυση γυρνούσε στο μυαλό της ως ταινία η ζωή της, νομίζω πως η Μαρινέλλα μας έφυγε βλέποντας ένα εξαίσιο φιλμ που και οι καλύτεροι σκηνοθέτες δεν θα μπορούσαν να φανταστούν, ούτε να αποτυπώσουν.
Η ζωή είναι ένα παιχνίδι στο οποίο ερχόμαστε έχοντας απ’ την αρχή τη γνώση ότι θα βγούμε ηττημένοι. Είμαστε τα μοναδικά ζωάκια που γεννιούνται με αυτή τη δυσβάσταχτη βεβαιότητα. Ίσως, ασυναίσθητα, γι’ αυτό να προσπαθούμε τόσο πολύ, με νύχια και δόντια να καταστρέψουμε και το παροδικό μας σπίτι, αυτόν τον μικρό πλανήτη του ηλιακού συστήματος: για να ξορκίσουμε την δική μας πεπερασμένη φύση και να βγάλουμε τη γλώσσα στη χρονική απεραντοσύνη του.
«Οι συνοδοί να περάσουν έξω» ακούω σαν παρεμβολή στο «Καμιά φορά» που παίζει ως μουσικό χαλί στις παραπάνω σκέψεις. «Κυρία, οι συνοδοί να περάσουν έξω είπαμε, βγείτε»∙ η φωνή της νοσηλεύτριας με τραβάει απότομα έξω απ’ την νοητή αμπελοφιλοσοφία. Βγαίνω απ’ τον θάλαμο κι ακούω μια απ’ τις ηλικιωμένες ασθενείς να μονολογεί: «Δεν είναι ζωή αυτό». Πράγματι, αυτό δεν είναι ζωή – είναι ένα πείσμα ζωής. Καλό ταξίδι Μαρινέλλα, απαλλαγμένο από πείσματα και ανάσες που αναμετριόνται με το οριστικό τέλος. Ελαφρύ το χώμα, και πλουμιστά τα σύννεφα, όπως σου πρέπουν.



















































































































