Η Λίνα σκέφτεται συχνά πράγματα που θα ήθελε να ακούγονταν από γιγάντια μεγάφωνα σε ολόκληρη την Αθήνα. Συχνά σκέφτεται ότι είναι η σημαντικότερη γυναίκα που γεννήθηκε ποτέ σε αυτόν τον κόσμο.
Ύστερα, αμέσως, σκέφτεται πως είναι νάρκισσος και πως οι φίλοι της λένε πίσω από την πλάτη της σχόλια ελαφρώς ειρωνικά και υποτιμητικά, βέβαια από αγάπη, δήθεν πάντα από αγάπη, κι ύστερα νιώθει εντελώς αποτυχημένη, γιατί είναι αδύνατο η πιο σημαντική γυναίκα που γεννήθηκε ποτέ σε αυτόν τον κόσμο να έχει πάλι εικοσιεφτά ευρώ και εβδομήντα λεπτά στον λογαριασμό της, με τα οποία θα πρέπει να περάσει ένα ολόκληρο τριήμερο, αν και φυσικά έχει περάσει και πολύ πολύ πολύ χειρότερες φάσεις.
Η Λίνα περπατά αρχοντομούνικα την Πατησίων και το μυαλό της προφέρει στη δική του γλώσσα μερικές λέξεις, που μοιάζουν περισσότερο με μηνύματα απελπισμένου σε μπουκάλι φαγωμένο από την θάλασσα:
Δεν είμαι άνθρωπος, είμαι μπαρ,
είμαι επιχείρηση
Μέσα μουσική, αλκοόλ, φιστίκια,
φιλιά, καθρέπτες
Κι ως γνωστόν, η σεξουαλικότητα ενός μπαρ αποτυπώνεται στους θαμώνες
Εμένα οι θαμώνες μου, ναι,
ρωτήστε με, γι’ αυτούς
Είναι άντρες, οι άντρες της ζωής μου
Ω, τόσο σέξι, τόσα θανατεροί,
τόσο μαλάκες, αβλαβείς καβλιάρηδες
Πόσο θεός αξίζει να είμαι
πότε χάνω τη ζωή πότε τη βρίσκω
καύσιμη ύλη το παρελθόν για το παρόν κι αναπολώ μονίμως τα ελλιπή
ή μήπως τις ελλείψεις;
Αναπολεί, τρώει, κοιμάται, ψιλοχοντροδουλεύει, έπειτα κάνει ταξίδια και μένει άφραγκη. Πάει ταξίδι: Αμερική, Δουβλίνο, Νάπολη, Ναύπλιο, Σαλαμίνα, πλανήτη Αφροδίτη.
Ε, και μετά το όποιο μεγάλο ταξίδι, ρούχα τσαλακωμένα φορεμένα αρωματισμένα από φρέσκες παλάμες αγνώριστες βάρος στην πλάτη ο σάκος του μαλάκα που τον άφησε ξωπίσω γεμάτο φαντάσματα. (Δεν πας πουθενά κουκλίτσα μου τα δάκρυα και τα φαντάσματα θα έρχονται και θα φεύγουν όποτε γουστάρουν κι εσύ ΚΤΕΛ τρένα λεωφορεία και ταξί παράφορη περίπολος…)
Η Λίνα μιλά στον εαυτό της σε πρόσωπο βήτα ενικό και ξέρει πως είναι τρελή και ευγνωμονεί τον εαυτό της που είναι τρελή και λέει:
«Τριγύρω οι Μέτριοι αλυχτούν, λυσσούν να σε ανακατέψουν, τους προσφέρεις εσύ, μωρέ καημένη, αγκαλιά και Χάρι και σκάβουν τη γη να σε φυτέψουν οι αχρείοι, μα εσύ τους αγαπάς, τους σπλαχνίζεσαι, αυτοί δε βρήκαν δρόμο ανοιχτό, αυτοί νόμισαν πως είσαι δυνατός όταν κρατάς τη δύναμη, τι καρμιριά, τι λιγοστιά, τι φτήνια και ξεφτίλα, να ’σαι δυνατός και να μην αστραποβολάς για χάρη των άλλων, να μην φρουρείς το λίγο της ομορφιάς που απέμεινε.
Η Αθήνα μού είχε λείψει η σακαφιόρα, κοίτα να δεις, και να που νιώθω έτοιμη να κατουρήσω δημοσίως, ιδίως πάνω στα γυμνά κεφάλια μερικών ανθρωπαρίων, καταστασιακά, για το γαμώτο της εικονοπλασίας που γαντζώνεται στον χρόνο νυχτερίδα λευκή και στέκει απειλή για όσους ετοιμάζουν την επόμενη μικρή ή μεγάλη προδοσία. Σας κατουρώ, ρε!
Επαγγελματίας δεν έγινα ποτέ σε τίποτα και μακριά από μένα οι παπαριές των γραναζιών που καμώνονται τα καλολαδωμένα και τα συνεπή, τα ταπεινά και τα σιγανά από φόβο θανάτου και από ανημπόρια αγάπης ατόφιας. Δεν επέλεξα ρε να βλέπω να φέρνω να δίνω να χάνω το Φως σε όλα, απλώς γεννήθηκα έτσι, όποιος διανοηθεί να μου το λερώσει πια με δαχτυλιές γράσου, θα του γαμήσω τα σκοταδάκια/μόνο με περισσότερο Φως γαμάς/και μετά μπορεί και να φεύγεις πέρα, στις παπαρούνες, στου ιμάμη το τάμα, στις μικρές νίκες/για εκείνους θα σημαίνουν ήττες, θα κουνούν το κεφάλι νομίζοντας πως σε κέρδισαν στην παρτίδα/και να μπορείς να στήνεις τον εαυτό σου στο πι και φι, όσο χρειάζεται από την αρχή, να κόβεις το μακρύ σκοινί που σε σφίγγει από τ’ αρχίδια και σε ενώνει με τη Βολεψιά, μπορεί και να κλαις πίσω από παράθυρα, να συνομιλείς με τις φλέβες σου που ξέρουν τα πάντα!
Α, να μη δίνεις, Λίνα, σημασία στη φθορά την τριγύρω, εσύ να καρναβαλίζεσαι αγρίως με δόντια βουτηγμένα στο δικό σου αίμα. Αυτό, αυτό δεν το αντέχουν καθόλου, σου λέει αυτή κόβει κομμάτια από το σώμα της, είναι τρελή σου λέει αυτή, κι εσύ να γελάς, να χαμογελάς μέχρι οι άκρες των χειλιών σου να τεντώσουν αλύπητα πάνω στα δοντάκια σου, μωρό μου, να καθρεφτίζονται εκεί στο σμάλτο οι θλιβερές τους φαλάκρες οι ψυχικές, κλάψε πάλι και πιες μετά λίγο νερό με βιταμίνη C, κάνει καλό η βιταμίνη C όταν καπνίζεις έτσι τόσο πολύ!»
Η Λίνα περπατά αρχοντομούνικα την Πατησίων και το μυαλό της προφέρει στη δική του γλώσσα μερικές λέξεις, που μοιάζουν περισσότερο με μηνύματα απελπισμένου σε μπουκάλι φαγωμένο από τη θάλασσα. Η Λίνα έχει ομορφιά φιδίσια και ένας Διάβολος ξέρει τι γυρεύει στα Πατήσια και ναι, πολλά ζόρια τραβούσαν και τραβούν μαζί της όλα της τ’ αγόρια, αλλά αυτή τώρα θέλει και σκέφτεται και βασανίζεται για ένα και μόνο αγόρι, πιθανά το λιγότερο βασανισμένο από όλα, εξ ου και το πιο βασανιστικό γι’ αυτήν.
Ας ζούσε την ίδια εποχή που ζούσε ο Νικόλας ο Άσιμος. Σίγουρα θα τον είχε πιάσει γκόμενο. Κι αυτός θα την καταλάβαινε απολύτως. Θα κλεινόταν στην κουζίνα για χάρη της. Κι αυτή θα περπατούσε αρχοντομούνικα την Πατησίων και θα σκεφτόταν και θα έλεγε και θα έκλαιγε ακριβώς τα ίδια πράγματα και λόγια και δάκρυα.
Μόνο που ίσως τα είκοσι εφτά ευρώ και τα εβδομήντα λεπτά, μεταφρασμένα σε δραχμές, να έφταναν για κάτι περισσότερο από ένα σκατιάρικο σούπερ μάρκετ. Ίσως να μπορούσε να αγοράσει ένα όπλο για να μην το χρησιμοποιήσει ποτέ εναντίον κανενός ανθρώπου, εξαιρουμένου ίσως, ίσως, μελλοντικά και μία στο εκατομμύριο, του εαυτού της.















































































































