Πολύς κόσμος έκλαψε μετά από καιρό με τραγούδι, χάρη σε εκείνη. Και το Παρίσι, χάρη σε εκείνη πάλι, μοιάζει να μεταφέρθηκε κανονικά και με το νόμο σε ένα μικρό αθηναϊκό stage. Μια καλλιτέχνιδα-θρίαμβος δίνει συνέντευξη στο Η Πόλη Ζει.
Η Ευρυδίκη τραγούδησε, το τριήμερο που μας πέρασε γαλλικά στη σκηνή του Half Note Jazz Club. Η παράσταση «La Bohème» μάς επεφύλαξε ένα νοσταλγικό πέρασμα από τις γειτονιές της Πόλης του Φωτός, μέσα από τραγούδια που άφησαν εποχή και αγαπήθηκαν όσο λίγα. Από τον Charles Aznavour, την Edith Piaf, τον Jacques Brel και την Dalida μέχρι τη France Gal, τον Joe Dassin και τον George Moustaki, με την Ευρυδίκη να μας αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά του μουσικού εαυτού της, ζήσαμε ρομαντζάδα και ατμόσφαιρα κινηματογραφικής υφής και αίσθησης. Δυο ώρες ανεκτίμητης αξίας!
Με την αφορμή αυτή, ζήτησα από την Ευρυδίκη να συνομιλήσουμε – περιμένω πώς και πώς την επανάληψη του γαλλικού trip της, στο οποίο ξέρει πώς να μας κάνει συνοδοιπόρισσες και συνοδοιπόρους της.
(Για μένα, η φωνή της Ευρυδίκης σημαδεύει τις πιο άγριες και τρυφερές στιγμές της εφηβείας μου, μιας εφηβείας στην οποία έχω το προνόμιο να επιστρέφω σχεδόν όποτε θέλω, ιδίως όταν βουτώ στη μουσική και στα βιβλία)
Αν σου ζητούσα να περιγράψεις τη «γαλλική» σου πλευρά με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν;
Νοσταλγία, ρομαντισμός, αλήθεια, πάθος, γλυκιά μελαγχολία, δύναμη… Δύσκολο να περιοριστώ σε μόνο τρεις λέξεις για να περιγράψω κάτι που με συγκινεί τόσο έντονα.
Η γαλλική πλευρά μου έχει πάντα κάτι πιο εσωτερικό. Δεν της αρέσει να φωνάζει, ψιθυρίζει. Ξυπνάει μέσα μου την ανάγκη να μιλήσω μέσα από βλέμματα και σιωπές, να πω μικρές ιστορίες, πράγματα που έχουν ψυχή. Με αγγίζουν οι ερμηνείες εκείνων με τους οποίους μεγάλωσα, οι ερμηνείες που φέρνουν στο φως όλη την ουσία των τραγουδιών. Την ψυχή τους.
Τι είναι αυτό που κάνει ένα τραγούδι της Piaf ή του Aznavour να αντέχει δεκαετίες; Και γιατί τα γαλλικά τραγούδια, ιδίως τα παλιά, περνάνε τόσο στο ελληνικό κοινό; Τι πιστεύεις;
Τα τραγούδια αυτά αντέχουν γιατί είναι αληθινά. Έχουν μέσα τους πόνο, πάθος, αγάπη, ζωή. Κι εμείς οι Έλληνες το νιώθουμε αυτό, γιατί είμαστε ίδιοι συναισθηματικά. Μπορεί να μην καταλαβαίνουμε ούτε λέξη, αλλά πιάνουμε το συναίσθημα. Νομίζω πως και οι μελωδίες μας είναι πολύ οικείες. Ειδικά οι μελωδίες εκείνης της εποχής είχαν κάτι από Ελλάδα.
Ποιο είναι το ρίσκο της εποχής για μια καλλιτέχνιδα με πορεία δεκαετιών; Να επιμείνει στην κληρονομιά της ή να αιφνιδιάζει; Πού τοποθετείς εσύ, προσωπικά, τον πήχη σου;
Το ρίσκο είναι να σταματήσεις να εξελίσσεσαι και να ωριμάζεις. Εγώ θέλω να προχωρώ, να δοκιμάζομαι, να πειραματίζομαι και να ανακαλύπτω συνεχώς καινούργια πράγματα σε μένα. Έτσι νιώθω πως βρίσκω τον εαυτό μου ή μάλλον πως δεν τον χάνω. Δεν με ενδιαφέρει να αλλάζω απλώς για να φαίνομαι «σύγχρονη». Αυτό ειδικά δεν με απασχολεί καθόλου. Ίσα ίσα το αντίθετο. Όσο μεγαλώνω, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη μου να γυρνώ στις ρίζες μου. Κι όταν λέω «ρίζες» αναφέρομαι σ’ αυτά που κουβαλώ μέσα μου. Θέλω κάθε νέο βήμα να έχει ουσία, να με κάνει να νιώθω ζωντανή. Ο πήχης είναι πάντα η καρδιά μου.
«Επιτυχία» μετά από τόσα χρόνια σημαίνει τι; Sold out, καλλιτεχνική πληρότητα ή κάτι πιο ήσυχο και προσωπικό; Κάτι σαν… μια αίσθηση, ίσως, ότι έχεις κατασταλάξει ως καλλιτέχνης, ως γυναίκα, ως άνθρωπος;
Επιτυχία είναι να μπορείς να κοιτάς πίσω και να χαμογελάς, που σημαίνει ότι έκανες αυτό που αγαπάς. Αυτό είναι επιτυχία. Να λες «Έκανα αυτό που πίστεψα, άκουσα την καρδιά μου, βρήκα το δρόμο μου, έζησα με τη μουσική μου». Το να βρεις τη φωνή σου είναι το πιο σημαντικό και αυτό που τελικά σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ποιος είσαι. Αυτός είναι και ο σκοπός ύπαρξης του καλλιτέχνη για μένα. Να βρει τη φωνή του και να μιλήσει δυνατά στις καρδιές των ανθρώπων. Αν το καταφέρει τότε νιώθει τεράστια ευτυχία. Τα sold out είναι υπέροχα, αλλά δεν κρατάνε. Αυτό που μένει είναι η επαφή, το μοίρασμα, η αγάπη που νιώθουμε, το συναίσθημα… αυτό το τρελό συναίσθημα ότι πετάμε όταν τραγουδάμε… και το χειροκρότημα. Είναι υπέροχο να γεμίζουν οι χώροι, αλλά να γεμίζουν με ανθρώπους που σε καταλαβαίνουν, μόνο τότε έχει αυτό αξία.

Υπάρχει κάποια στιγμή στην καριέρα σου που σήμερα θα ήθελες να έχει εξελιχθεί, από μεριάς σου, αλλιώς; Κοινώς, έχεις μετανιώσει για κάποιο ναι ή όχι που είπες;
Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι ίσως θα έπρεπε να είχα κάνει αλλιώς κάποια πράγματα. Άργησα να μάθω να λέω όχι στη ζωή μου και στη δουλειά μου, να διεκδικώ τον χώρο μου. Ίσως κάποιες αποφάσεις μου να με οδήγησαν σε πιο δύσβατους δρόμους και αυτό να με δυσκόλεψε στην πορεία μου, αλλά όχι, δεν μετανιώνω. Οι επιλογές που τότε με τρόμαξαν, με έκαναν αυτό που είμαι σήμερα. Και μπορώ να πω πως μια χαρά τα κατάφερα.
Σίγουρα μια χαρά τα κατάφερες! Τι κρατά σήμερα ζωντανή την περιέργειά σου και την ανησυχία σου ως καλλιτέχνιδας; Υπάρχει κάτι που σε κάνει να λες «αυτό δεν το έχω δοκιμάσει ακόμα» και να θες να το επιχειρήσεις;
Είναι τόσα πολλά αυτά που ακόμα ονειρεύομαι. Και για να κυνηγήσω αυτά τα όνειρα σημαίνει πως πρέπει να συνεχίσω να δουλεύω και να μαθαίνω. Η μουσική δεν τελειώνει ποτέ. Κι εγώ θέλω να ανακαλύψω τα πάντα, να τραγουδήσω ό,τι μου δίνει χαρά, να παίξω σε παραστάσεις. Να κάτι για το οποίο δεν έχω μιλήσει πολύ, αλλά είναι ίσως ένα από τα «θέλω» μου που ακόμα ζουν στη σκιά και τα οποία περιμένουν με αγωνία να ζωντανέψουν. Το μουσικό θέατρο, οι διαφορετικές παραστάσεις, τα τραγούδια μέσα από μία θεατρική προσέγγιση… έχουν μια άλλη γοητεία. Υπάρχει γενικά μία σπίθα μέσα μου και αυτή η σπίθα είναι η κινητήριος δύναμη μου.
Ποια συνεργασία (στούντιο ή σκηνή) σε «μεγάλωσε» περισσότερο και τι πήρες μαζί σου από αυτήν;
Η συνεργασία μου με τον Γιώργο Θεοφάνους ήταν ένα μεγάλο κεφάλαιο. Μαζί χτίσαμε έναν κοινό μουσικό κόσμο. Μου χάρισε τα σπουδαιότερα τραγούδια μου και πάντα θα τον ευγνωμονώ γι’ αυτό. Και βέβαια οι συνεργασίες μου με τεράστιους καλλιτέχνες όπως ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Κώστας Τουρνάς και ο Αντώνης Βαρδής. Ο καθένας από αυτούς με δίδαξε και κάτι διαφορετικό. Υπήρξαν για μένα δάσκαλοι και φίλοι. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από το να μοιράζεσαι τη σκηνή με τα πρότυπα σου και κάθε άνθρωπος που συναντάς είτε στη σκηνή είτε στο στούντιο, αφήνει κάτι μέσα σου.
Ποιο είναι το νήμα που ενώνει τις εκδοχές σου και την πολυπρισματική σου καλλιτεχνική δράση από τα ’90s μέχρι σήμερα; Αν έπρεπε να διαλέξεις τρία τραγούδια σου-ορόσημα ποια θα ήταν και γιατί;
Το νήμα είναι ξεκάθαρα η φωνή μου. Ή μάλλον η φωνή της καρδιάς μου, η αλήθεια μου. Αυτή ενώνει κάθε μου πλευρά, είναι το κέντρο και η πυξίδα μου. Η φωνή μου λοιπόν, όχι όμως ως ήχος, αλλά ως τρόπος ύπαρξης, ως ταυτότητα. Το να διαλέξω μόνο τρία τραγούδια είναι πάρα πολύ δύσκολο. Ξεχωρίζω πολύ περισσότερα με τα οποία ταυτίζομαι κιόλας. Μπορώ όμως να επιλέξω διαχωρίζοντας τα σε δύο κατηγορίες. Αυτά με τα οποία με αγάπησε ο κόσμος και τα θεωρώ σπουδαία πέρα δηλαδή από την εμπορικότητα τους: «Πόσο λίγο με ξέρεις», «Μίσησέ με», «Στο ίδιο βαγόνι». Και αυτά που ξεχωρίζω εγώ γιατί είναι πιο βιωματικά, σχεδόν αυτοβιογραφικά θα έλεγα: «Είμαι άνθρωπος κι εγώ», «Μια μέρα ξύπνησα», «Άκου μπαμπά, άκου πατέρα». Αυτά τα τραγούδια θα μιλάνε πάντα στην καρδιά μου.
Το να τραγουδήσεις κάτι τόσο προσωπικό όπως το «Άκου μπαμπά, άκου πατέρα» είναι και μια μορφή θεραπείας; Σε βοήθησε αυτό το τραγούδι να διαχειριστείς την απώλεια του πατέρα σου;*
Νομίζω πως ναι. Τα τραγούδια λειτουργούν για μας, πολλές φορές, λυτρωτικά. Μας βοηθούν να μετατρέπουμε τον πόνο σε κάτι φωτεινό. Ο πατέρας μου θα ζει πάντα μέσα μου, αλλά κάθε φορά που τραγουδώ αυτό το τραγούδι, είναι σαν να τον συναντώ ξανά με μεγαλύτερο χαμόγελο. Νιώθω ότι είναι δίπλα μου και με ακούει, είμαι σίγουρη πως με ακούει. Όπως είμαι σίγουρη ότι τον κάνω περήφανο και ότι αισθάνεται την αγάπη μου.
Μέσα από τα μηνύματα του κόσμου κατάλαβα ότι άγγιξε κι άλλους ανθρώπους που έχουν ζήσει κάτι παρόμοιο. Και είναι πραγματικά παρηγορητικό να νιώθεις ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι ταυτίζονται μαζί σου, με τα συναισθήματα σου, βιώνουν τις ίδιες καταστάσεις και μοιράζονται τον πόνο τους. Σαν να μας δένει μια αόρατη κλωστή και όλοι μαζί να νιώθουμε πως ανήκουμε κάπου. Στον πατέρα μου ήταν αφιερωμένες και οι παραστάσεις στο Half Note μιας και σ’ αυτόν χρωστάω την αγάπη μου στο γαλλικό τραγούδι.
Μετά από τις βραδιές στο Half Note, ποιο θα ήθελες να είναι το αίσθημα ή/και η αίσθηση που θα έχει πάρει ο κόσμος μαζί του φεύγοντας;
Ότι έζησε κάτι αληθινό… Να κουβαλά μια χαρά, ένα χαμόγελο, να νιώθει ότι μπήκε για λίγο σε έναν κόσμο πιο τρυφερό, ρομαντικό, ανέμελο… και όλα αυτά να του προκαλούν μια γλυκιά συγκίνηση ώστε να περιμένει με χαρά να ανταμώσουμε ξανά στις γειτονιές του Παρισιού και στο επόμενο «La Bohème».
Το περιμένουμε ανυπόμονα!

*Είμαστε άξιοι να κάνουμε τέτοια τραγούδια σουξέ στο σήμερα; Ή θέλουμε λιγότερα πραγματικά μουσικά όργανα και περισσότερο ακατανόητους στίχους; Ή μας φαίνεται πολύ συναισθηματικό και όχι πολιτικό; Ή «κούρασαν» οι φωνάρες και ψάχνουμε για βαριεστημένα τραγουδίσματα που μας φαντάζουν σνομπ, άρα με έναν παράξενο τρόπο μεγαλειώδη; Είμαστε άξιοι των καλλιτεχνών που έχουμε εν ζωή, εν ζωή μας;















































































































