Θέλετε να βάλουμε ένα στοίχημα; Είμαι σίγουρη πως υπάρχει μία ερώτηση που αν σας την απευθύνουν δεν θα ξέρετε να απαντήσετε τίποτα: «Τι γνωρίζετε για τη σεξουαλική αφύπνιση της Ελλάδας του Μεσοπολέμου;»
Τα Κόκκινα Τετράδια (Εκδόσεις BELL) του Θωμά Σιταρά είναι ένα βιβλίο-ντοκουμέντο, το οποίο καταπιάνεται με αυτό ακριβώς το θέμα και το κάνει εξαιρετικά καλά. Δύο αφανείς χρονικογράφοι της δεκαετίας του 1930, ένα γκαρσόνι κι ένας ταξιτζής, είναι αυτοί που ξεδιπλώνουν το νήμα της σεξουαλικής αφύπνισης στη χώρα μας και γίνονται μάρτυρες της μεγάλης αλήθειας που δεν αποτυπώθηκε ποτέ στα επίσημα βιβλία – μέχρι τώρα. Οι αυθεντικές αυτές ιστορίες, το πλούσιο φωτογραφικό υλικό, τα αποκόμματα, τα σπάνια σκίτσα και οι γελοιογραφίες, υφαίνουν έναν κόσμο που ανοίγει ένα σπάνιο παράθυρο στην άλλη Ελλάδα της δεκαετίας του 1930.
Έχω το βιβλίο στο γραφείο μου και η στιγμή που το ανοίγω για να συνεχίσω το διάβασμα είναι από τις πιο απολαυστικές μέσα στη μέρα. Σαν να παρακολουθώ τα επεισόδια μιας πολύ ενδιαφέρουσας σειράς.
Πραγματικά αξίζει να έρθουμε σε επαφή με αυτό το κομμάτι του παρελθόντος της Ελλάδας/Αθήνας, γιατί μέσα από τις πληροφορίες που θα βρούμε εκεί, πιστέψτε με θα εξάγουμε, ανάμεσα σε άλλα, πολλά και για την κοινωνική, οικονομική, έμφυλη κατάσταση της εποχής εκείνης.
Και το αγαπημένο μου απόσπασμα από το δελτίο τύπου του βιβλίου: «Γιατί, όπως έγραψε και ο διεθνής Τύπος: δεν ήμασταν αθώοι, ήμασταν οι πιο επιμελείς μαθητές του αμαρτωλού Παρισιού – απλώς πιο διακριτικοί από τους Γάλλους».
Ακολουθεί η κουβέντα μας με τον κύριο Θωμά Σιταρά, τον ακούραστο αθηναιογράφο που επιμένει να μας εφοδιάζει με τις ανακαλύψεις του.
Πώς προέκυψε το βιβλίο και πώς εντοπίσατε και συλλέξατε το υλικό;
Τα Κόκκινα Τετράδια είναι το ένατο βιβλίο μου για την Παλιά Αθήνα. Στα πρώτα πέντε βιβλία ασχολήθηκα γενικά με την κοινωνία εκείνης της εποχής (1834-1940). Έπειτα, κρίνοντας ότι το θέμα έχει κατά κάποιο τρόπο πλησιάσει το σημείο του κορεσμού, ασχολήθηκα με πιο ειδικά θέματα όπως τα εκλογικά, τη διαφήμιση, την παραβατικότητα, και τέλος τον ερωτισμό, πάντα της ίδιας περιόδου.
Να διευκρινίσω στο σημείο αυτό ότι σε όλα μου τα βιβλία δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην Αθήνα, αλλά καλύπτω όλο τον ελληνικό χώρο. Απλά έχει επικρατήσει λογοτεχνικά να χρησιμοποιούμε την έκφραση «Παλιά Αθήνα».
Ας έρθουμε όμως στα Κόκκινα Τετράδια. Ξεφυλλίζοντας παλιές εφημερίδες και περιοδικά, άρχισα να διαπιστώνω, ειδικά την εικοσαετία 1920-1940, μια απίστευτη πληθωρική παρουσία αγγελιών αφροδισιολόγων, συνοδευόμενη από τις διαφημίσεις δεκάδων συσκευασιών προφυλακτικών.
Αλλά να έφτανε μόνο αυτό; Ακόμα και οι πιο σοβαρές εφημερίδες ήταν γεμάτες με ρεπορτάζ και πηχυαίους τίτλους του είδους «Όργια στα ψεύτικα μοδιστράδικα». Κάτι σοβαρό λοιπόν «συνέβαινε στη Δανιμαρκία»…
Το κερασάκι στη τούρτα το έβαλε μια συνέντευξη που έδωσε ένας παπάς κεντρικής αθηναϊκής εκκλησίας, που μίλησε απρόσωπα στον δημοσιογράφο για την αίσθηση του ξεσαλώματος, που διαπίστωνε στην εξομολόγηση…
Το υλικό που επεξεργάστηκα δεν ήταν δύσκολο να το εντοπίσω. Με κούρασε περισσότερο να διαλέξω τα πιο σπαρταριστά και ενδιαφέροντα κομμάτια που τα βρήκα κυρίως σε δικαστικά και αστυνομικά χρονικά.

Τι βρίσκετε ενδιαφέρον στην εποχή που εξετάζει το βιβλίο;
Η εποχή αυτή έχει πολλές ομοιότητες με τη δεκαετία 1950, που βίωσα στα παιδικά μου χρόνια. Μια αγνή εποχή, χωρίς ιδιαίτερο άγχος, με δυνατή κοινωνική συνοχή, χιούμορ και σκωπτική διάθεση. Τέλος, έντονη διάθεση δημιουργίας, διασκέδασης και αναζήτησης συγκινήσεων, τουλάχιστον στη μεσαία τάξη και πάνω.
Υπάρχει κάποια από τις ιστορίες ή τις πληροφορίες με τις οποίες ήρθατε σε επαφή η οποία σας έκανε εντύπωση και τη θυμάστε ακόμα;
Οι προφυλάξεις που έπαιρναν οι γυναίκες, και ιδιαίτερα οι παντρεμένες, για να αποφύγουν το ολέθριο κουτσομπολιό, αλλά και τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσαν οι μπανιστηρτζήδες και οι εφαψίες για να «κατευνάσουν» τα πάθη τους χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, εξαντλούν κάθε δημιουργική πονηράδα με τις σπαρταριστές μεθοδεύσεις τους.
Στις μέρες μας υπάρχει η εντύπωση ότι τη δεκαετία του ’30, αλλά και εκείνες τις δεκαετίες πάνω κάτω, η κοινωνία ήταν πολύ πιο συντηρητική, σεμνή, μαζεμένη. Από το βιβλίο σας βλέπω ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα…
Σωστή η παρατήρηση σας σε γενικές γραμμές. Αυτή η εντύπωση μάλιστα βγαίνει αβίαστα από τα γραφόμενα. Αν όμως σηκώσει κανείς έστω και λίγο το χαλί, θα διαπιστώσει ότι κρύβει μια διαφορετική πραγματικότητα. Πραγματικότητα, που οι μεν δάσκαλοι Γάλλοι τη διαφήμισαν, εμείς δε, σαν καλοί μαθητές, εξαντλήσαμε πάνω της όλη την διακριτικότητά μας!
Εσάς προσωπικά, σας άλλαξε η γνώμη για πράγματα που είχατε στο μυαλό σας σχετικά με εκείνη την εποχή;
Προφανώς. Μέχρι που άρχισα να το ψάχνω καλύτερα, ήμουνα στις καντάδες κάτω από το μπαλκόνι εκείνης…
Πώς συνυπήρχαν πουριτανισμός και απελευθέρωση στην κοινωνία της Αθήνας του τότε;
Νομίζω πως αυτές συνυπάρχουν όλες τις εποχές. Απλά η ζυγαριά γέρνει μία από τη μια μεριά, μία από την άλλη. Νομίζω και τότε αλλά και τώρα ο συντηρητισμός σε γενικές γραμμές επικρατεί. Εξαρτάται βέβαια για πια κοινωνική τάξη μιλάμε, τη δύναμη και τη διεισδυτικότητα της θρησκείας, τις αρχές που διέπουν την κάθε οικογένεια και τόσους άλλους παράγοντες.
Σε ποιο βαθμό επηρέασε η πολιτική και η οικονομία της εποχής τη σεξουαλική απελευθέρωση των ανθρώπων;
Σε μεγάλο βαθμό. Οι αδιάκοποι πόλεμοι, όπου αναγκαστικά συμμετείχαμε, απομάκρυνε τους άνδρες κάθε ηλικίας στα μέτωπα και ανάδειξε την συμμετοχή της γυναίκας στα κοινωνικά δρώμενα.
Η Μικρασιατική καταστροφή διαφοροποίησε, με τον ερχομό χιλιάδων προσφύγων, την κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού και πολλούς από τους προσανατολισμούς του. Δημιούργησε ακόμα μια νέα τάξη, εκείνη των νεόπλουτων, που πρωτοστάτησαν στα ερωτικά δρώμενα. Η οικονομική ανεξαρτητοποίηση νεαρών εργαζόμενων κοριτσιών τροφοδότησε σε πολλές περιπτώσεις τα δρώμενα αυτά με το αναγκαίο έμψυχο υλικό.
Γενικά η πρόοδος που σημειώθηκε τις δεκαετίες 1900-1940 με παρένθεση τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διαμόρφωσε ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό από εκείνο του 19ου Αιώνα.

Ποιος ή ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι μύθοι που ακολουθούν τη δεκαετία του ’30;
Αγνοούμε σε όλα τα κείμενα τις δυσκολίες στην καθημερινότητα της εργατικής τάξης. Αγνοούμε την παιδική εργασία, τα απάνθρωπα ωράρια, τις συνθήκες εργασίας. Αγνοούμε την Υγιεινή ιδιαίτερα στις φτωχογειτονιές. Αγνοούμε τις επιπτώσεις από την έλλειψη νερού μέχρι την κατασκευή του φράγματος του Μαραθώνα. Αγνοούσαμε μέχρι πρότινος την κρυφή ζωή περί τα ερωτικά. Αγνοούμε τα δεινοπαθήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι μαθητές και φοιτητές κάθε βαθμίδας. Αγνοούμε τόσα και τόσα …
Υπάρχει από πολλούς στις μέρες μας η ιδέα ότι ζούμε στην πιο ασύδοτη εποχή. Παρατηρώ από το βιβλίο σας ότι και οι παλαιότεροι αυτό πίστευαν για τη δικιά τους. Είναι, λοιπόν, μικρόβιο της κάθε εποχής –και πιο συγκεκριμένα των μεγαλύτερων ηλικιών της κάθε εποχής– να πιστεύει ότι ο κόσμος πάει «από το κακό στο χειρότερο»;
Το «κάθε πέρυσι και καλύτερα» ισχύει και για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Δυστυχώς η συμμετοχή της γκρίνιας στο DNA μας είναι έντονή. Πρέπει να μάθουμε να συνειδητοποιούμε την πρόοδο και να δεχόμαστε πως τίποτα δεν είναι απόλυτα ρόδινο. Ο Παράδεισος, όπως ο καθένας τον αντιλαμβάνεται, είναι μόνο στο μυαλό μας.
Πιστεύετε ότι η σεξουαλική ιστορία της Ελλάδας παραμένει ακόμα και σήμερα ταμπού; Και αν ναι, γιατί;
Θα έλεγα, σε σχέση με κάποιους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, πως ο δικός μας είναι ακόμα συντηρητικός, με εξαίρεση την νεολαία που, βιαστική όπως είναι, γράφει τη δική της σεξουαλική ιστορία πολύ πιο νωρίτερα από ότι εμείς…
Οι λόγοι αυτού του συντηρητισμού είναι πολλοί. Οι βασικές αρχές που διέπουν την ελληνική οικογένεια έχουν βαθιές ρίζες, που δύσκολα θα τις αποκόψει ο μοντερνισμός.
Ανάμεσα σε άλλα, μου έκανε μεγάλη εντύπωση το κόλπο με τα τρυπημένα παράθυρα για μπανιστήρι εντός των σπιτιών. Είναι απίστευτο το τι μπορεί να σκεφτεί ο ανθρώπινος νους προκειμένου να ικανοποιήσει την ανάγκη της ερωτικής επιθυμίας. Κατά την άποψή σας, η ευρηματικότητα αυτή έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν ήταν διάχυτη η ερωτικότητα μέσα στην πόλη, άρα αναγκαζόντουσαν να την κρυφοκοιτάξουν, ή με κάτι άλλο;
Το μπανιστήρι είναι ένα ακόμα ερωτικό βίτσιο, που βρίσκει την αποκορύφωσή του στο ότι γίνεται στα κρυφά, χωρίς ό άλλος να το ξέρει. Τώρα αν ο τύπος έχει λεφτά θα πάει σε κρυφό σπίτι όπου μέσα από ειδικό άνοιγμα θα απολαύσει τη «συνεδρία».
Αν τώρα είναι φτωχαδάκι θα ψάξει να βρει ένα ημιυπόγειο, όπου συμβαίνουν διάφορα, θα ανοίξει μια τρυπούλα στο παντζούρι, και θα έχει ένα διαρκές ελευθέρας στη «διασκέδασή» του.
Και τις δύο παραλλαγές μπορείτε, με λεπτομέρειες και πλούσιο φωτογραφικό υλικό, να τις βρείτε στα Κόκκινα Τετράδια.

Έχετε ασχοληθεί πολύ με την Αθήνα. Τι σας γοητεύει σε αυτή;
Είναι σαν ένας απίθανος θίασος να παίζει ένα ωραίο έργο σε ένα ακόμα πιο απίθανο σκηνικό.
Μία αγαπημένη σας βόλτα στην πόλη, μια αγαπημένη σας γωνιά;
Κάθε πόλη έχει μια ξεχωριστή μεριά που σε μαγεύει, γιατί την ξέρεις από μικρός και εκεί έζησες δυνατές στιγμές, που σου ξυπνούν ευχάριστες αναμνήσεις.
Η δική μου μεριά είναι η μικρή συνοικία του Ψυρρή. Την ξέρω σπιθαμή προς σπιθαμή. Ξέρω κάθε της υπόγειο και κάθε της αυλή. Ξέρω τις ιστορίες που κρύβει. Ιστορίες που έγραψαν οι κουτσαβάκηδες, οι ταβερνιάρηδες, οι μικροπωλητές της, οι γανωτήδες και οι λοιποί μάστορες, μα και οι έμποροι και οι λογής-λογής κάτοικοί της πλούσιοι και φτωχοί…
Κύριε Σιταρά, σας ευχαριστώ γι’ αυτή τη συνομιλία και εύχομαι το βιβλίο σας να είναι καλοτάξιδο!
Εγώ σας ευχαριστώ. Ξέρετε πως κάθε χρόνο εκδίδονται στη μικρή μας χώρα πάνω από 10.000 βιβλία; Στον απέραντο αυτό ωκεανό της γνώσης κάθε τέτοια ευχή είναι ευπρόσδεκτη. Ας σημειώσουν οι αναγνώστριες-αναγνώστες τη διεύθυνσή μου στο Fb (Σιταράς Θωμάς). Εκεί μπορούν να βρουν πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορέσαμε να συζητήσουμε…

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Θωµάς Σιταράς γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα από γονείς Κωνσταντινουπολίτες. Αριστούχος απόφοιτος της Λεοντείου Σχολής, σπούδασε, ως υπότροφος του Βαυαρικού Υπουργείου Παιδείας, Οικονοµικά και Δηµοσιογραφία στο Πανεπιστήµιο του Μονάχου. Ολοκλήρωσε την Πανεπιστηµιακή του εκπαίδευση µε µεταπτυχιακές σπουδές στο Μάρκετινγκ στο ίδιο Πανεπιστήμιο.
Εργάστηκε στη Γερμανία, στην εταιρεία Ηλεκτρονικών Υπολογιστών «Honeywell». Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, απασχολήθηκε επί σειρά ετών ως ∆ιευθυντής Μάρκετινγκ στον βιοµηχανικό όµιλο «Α. Πετζετάκις ΑΒΕΕ» και σε άλλες µικρότερες επιχειρήσεις.
Πέραν της συγγραφής επιστημονικών βιβλίων της ειδικότητάς του, ασχολήθηκε συστηματικά με την Aθηναιογραφία. Έχει συγγράψει εννέα βιβλία για την Παλιά Αθήνα, ενώ διαχειρίζεται συστηματικά από το 2012 τον ιστότοπο www.paliaathina.com – ένα διαδικτυακό Μουσείο για την Αθήνα της περιόδου 1834-1940.
Από το 2015 είναι συνεργάτης της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας Πρώτο Θέμα, με δημοσιεύσεις γύρω από την Παλιά Αθήνα.
Το βιβλίο Τα κόκκινα τετράδια, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις BELL και μπορείτε να το προμηθευτείτε από εδώ















































































































