Σπάνια μια διαδρομή ζωής ενώνει τόσο διαφορετικούς κόσμους με τόση αρμονία.
Η κυρία Γκανέτσα κινείται ανάμεσα στην παρατήρηση του αστυνομικού, την ενσυναίσθηση της παιδαγωγού και τη βαθιά εσωτερικότητα της συγγραφέως – τρεις ρόλοι που δεν συγκρούονται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται.
Σε αυτή τη συνέντευξη με αφορμή το νέο της βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις BELL με τίτλο «Όπου κι αν είσαι», μας οδηγεί μέσα από τα μονοπάτια της δημιουργίας, του ανθρώπινου ψυχισμού και της γραφής ως υπαρξιακής πράξης. Με λόγο αφοπλιστικά ειλικρινή, μιλά για τις σιωπές που γίνονται φωνές, για τις ρωγμές που γεννούν ιστορίες και για την αλήθεια που δεν φοβάται να αναζητήσει – όπου κι αν βρίσκεται.
-Κυρία Γκανέτσα, η πορεία σας συνδυάζει μια σπάνια τριάδα ρόλων: αστυνομικός, παιδαγωγός και συγγραφέας. Πώς καταφέρνετε να συνυπάρχουν και να αλληλοτροφοδοτούνται αυτές οι διαφορετικές πτυχές μέσα σας;
Ως αστυνομικός, εκπαιδεύτηκα να παρατηρώ λεπτομέρειες, να διαβάζω πίσω από τις πράξεις, να αναγνωρίζω το σιωπηρό. Ως παιδαγωγός, έμαθα τη σημασία της ενσυναίσθησης, της υπομονής και του να βλέπεις κάθε ψυχή σαν κάτι μοναδικό που αξίζει χώρο για να ανθίσει. Και ως συγγραφέας, όλα αυτά τα μεταφέρω στο χαρτί – προσπαθώντας να δώσω φωνή σε όσα δεν λέγονται εύκολα, σε όσα ίσως δεν καταφέρνουμε να αγγίξουμε αλλιώς. Πιστεύω πως κάθε μία από αυτές τις ιδιότητες φωτίζει τις άλλες από διαφορετική γωνία. Και οι τρεις στη βάση τους έχουν έναν κοινό παρονομαστή: την παρατήρηση του ανθρώπου και την ανάγκη κατανόησης. Δεν τα διαχωρίζω. Το ένα βάθος φωτίζει το άλλο. Και ίσως τελικά, μέσα από αυτά τα διαφορετικά μονοπάτια, να αναζητώ διαρκώς το ίδιο πράγμα: την αλήθεια του άλλου. Και τη δική μου.
-Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε να αρχίσετε να γράφετε και πότε συνειδητοποιήσατε πως η συγγραφή δεν είναι απλώς μια ενασχόληση, αλλά ένας τρόπος έκφρασης και ζωής;
Πάντα έγραφα. Ήταν τρόπος να υπάρχω μέσα στον κόσμο. Στην αρχή αθόρυβα, χωρίς να ξέρει κανείς. Κάτι σαν εσωτερικός διάλογος που όσο μεγάλωνα, άρχισε να ζητά και φωνή. Υπάρχουν πράγματα μέσα μας που μόνο η σιωπή και η γραφή μπορούν να αγγίξουν. Και κάπου εκεί, σιγά σιγά, έγινε τρόπος ζωής. Όχι επειδή γράφω συνέχεια, αλλά επειδή σκέφτομαι και νιώθω σαν κάποια που γράφει — ακόμα κι όταν δεν κρατάει μολύβι ή δεν βρίσκομαι μπροστά σε υπολογιστή. Σήμερα, η συγγραφή είναι για μένα μια στάση ζωής. Απαιτεί πειθαρχία, παρατήρηση, σιωπή και διαθεσιμότητα. Δεν γράφω μόνο όταν έχω έμπνευση· γράφω όταν έχω το θάρρος να συναντήσω ό,τι υπάρχει μέσα μου. Και αυτό είναι μια καθημερινή πράξη επιλογής – και ευθύνης προς τον αναγνώστη.

-Πώς έχει διαμορφώσει η εμπειρία σας στην αστυνομία τη θεματολογία και την ψυχολογική σκιαγράφηση των χαρακτήρων σας;
Η αστυνομία με έμαθε να κοιτώ τον άνθρωπο στο βαθύτερο, πιο εύθραυστο σημείο του. Εκεί όπου δεν φτάνει η λογική, αλλά μιλά η επιβίωση, η απώλεια, η ενοχή, ο φόβος. Αυτή η τριβή με το ακραίο, με έκανε να μη φοβάμαι να ξεγυμνώσω τους ήρωές μου. Να τους αποδώσω ανθρώπινους, χωρίς φίλτρα. Όχι για να τους δικαιολογήσω, αλλά για να τους κατανοήσω. Στη συγγραφή, προσπαθώ να μη φτιάχνω «καλούς» και «κακούς», αλλά ανθρώπους που παλεύουν με τις ελλείψεις τους, τις επιλογές τους, το παρελθόν τους. Δεν με ενδιαφέρουν οι τέλειοι ή οι «σωστοί» χαρακτήρες. Με ενδιαφέρουν αυτοί που ζουν με ρωγμές. Αυτοί που παλεύουν σιωπηλά με το μέσα τους. Η δουλειά μου με έμαθε να παρατηρώ το ανεπαίσθητο: τη μικρή παύση πριν την απάντηση, την αποφυγή στο βλέμμα, το βάρος που δεν λέγεται. Αυτά είναι πολύτιμα εργαλεία στη συγγραφή.
-Το ταξίδι στο «Όπου κι αν είσαι» κινείται ταυτόχρονα σε φυσικούς τόπους και σε εσωτερικά τοπία ψυχής. Ποιο από αυτά τα δύο σας ενδιέφερε περισσότερο να φωτίσετε μέσα από το βιβλίο σας και γιατί;
Το ψυχικό τοπίο με συγκίνησε περισσότερο. Οι γεωγραφικοί τόποι είναι παρόντες, ναι, αλλά είναι κυρίως μεταφορές: μια Ισλανδία δεν είναι μόνο πάγος και ηφαίστεια, είναι μοναξιά, αποδοχή, αναγέννηση. Μια παλιά διαδρομή στη Σικελία δεν είναι μόνο χώρος, είναι χρόνος, μνήμη, ρίζες. Οι ήρωες μου διασχίζουν χώρες για να καταφέρουν τελικά να πλησιάσουν τον εαυτό τους — και αυτό το «ταξίδι προς τα μέσα» ήταν το ζητούμενο. Ήθελα να δείξω πως, όσο μακριά κι αν πας, δεν έχει σημασία αν δεν είσαι πρόθυμος να συναντήσεις την αλήθεια σου.
-Οι γεωγραφικές τοποθεσίες που επιλέγουν οι ήρωες μοιάζουν με σταθμούς προσωπικής αυτογνωσίας και μεταμόρφωσης. Πώς επελέγησαν αυτοί οι τόποι;
Οι τόποι με επέλεξαν, θα έλεγα, όσο κι εγώ αυτούς. Δεν μπήκαν στο βιβλίο για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να συνομιλήσουν με τον ψυχισμό των χαρακτήρων. Ένα φιόρδ, ένα λιμάνι, ένα παλιό ξενοδοχείο — καθένα είχε μέσα του μια μνήμη, έναν συμβολισμό. Περπάτησα σε πολλούς από αυτούς τους τόπους, άλλους πάλι τους έζησα μέσα από μαρτυρίες ή βαθιά έρευνα. Το ζητούμενο ήταν να έχουν βάθος, ατμόσφαιρα και υπαινικτικότητα. Να γίνονται σκηνή για να ξεδιπλωθεί το εσωτερικό δράμα των ηρώων.
-Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε στη συγγραφή και ποια στιγμή, γράφοντας το έργο, σας συγκίνησε βαθύτερα;
Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να είμαι αληθινή. Να μην προδώσω τα πρόσωπα που δημιούργησα, ούτε τα κομμάτια μου που τους έδωσα. Ήξερα ότι ακουμπούσα ευαίσθητα σημεία, όχι μόνο των ηρώων, αλλά και δικά μου.
Το πρώτο και το τελευταίο κεφάλαιο ήταν στιγμές που συγκινήθηκα κι εγώ παρόλο που ήξερα τι διάβαζα – τι είχα γράψει. Η αρχή και το τέλος ενός κύκλου που κλείνει, οι ιστορίες που δεν γράφονται για να «διαβαστούν», αλλά για να λυτρωθούν είναι πάντα το πιο φορτισμένο συναισθηματικά κομμάτι.

-Αν έπρεπε να αποδώσετε το κεντρικό μήνυμα του «Όπου κι αν είσαι» σε μια μόνο φράση, ποια θα ήταν αυτή;
Ένα ταξίδι ψυχής στις πιο απρόσμενες θάλασσες της καρδιάς.
-Στην περιγραφή αναφέρεται πως η αγάπη «καίει αιώνια». Τι σημαίνει για εσάς αυτή η φράση;
Η αγάπη, όταν είναι αληθινή, όταν έχει ειπωθεί, δοθεί, βιωθεί, δεν σβήνει. Συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας και απλώς αλλάζει μορφές. Άλλοτε γίνεται μνήμη, άλλοτε συγχώρεση, άλλοτε πόνος, αλλά πάντα κάπου υπάρχει. Δεν είναι υπόσχεση ευτυχίας, αλλά φλόγα που φωτίζει ποιοι είμαστε. Μας καθορίζει, μας αλλάζει, και τελικά μας επιστρέφει στον πιο αυθεντικό εαυτό μας.
-Ποια είναι τα επόμενα βήματά σας στη συγγραφική σας πορεία; Υπάρχει κάποιο νέο έργο που ήδη ετοιμάζετε ή κάποιο είδος που θα θέλατε να εξερευνήσετε;
Υπάρχει πάντα κάτι που γράφεται μέσα μου, ακόμα κι όταν δεν κρατώ στιλό ή δεν βρίσκομαι μπροστά σε υπολογιστή. Ετοιμάζω ήδη κάτι νέο, πιο σκοτεινό ίσως, πιο υπαρξιακό, με φόντο τον Βορρά –τον οποίο αγαπώ πολύ για το μυστήριο που αποπνέει. Δεν αποκλείω κάποιο άλλο είδος — η συγγραφή, όπως και η ζωή, δεν γνωρίζει στεγανά. Ό,τι με συγκινεί, με καλεί.



















































































































