Πλησιάζω τα 36 και είμαι καλά. Και άλλοι γύρω μου πλησιάζουν τα 30, τα 33, τα 40 (και πάει λέγοντας) και είναι καλά. Φτιάχνουν γραφιστικά και παίζουν μουσική. Παίζουν μουσική και είναι προγραμματιστές, γράφουν βιβλία και διδάσκουν, είναι χορευτές και κάνουν μάθημα pilates.
Κι εγώ περίπου στα ίδια. Γράφω Δελτία Τύπου, γράφω κείμενα, κάνω επιμέλειες, παίζω στο θέατρο, «οργανώνω» στο θέατρο και ούτω καθεξής. Τα ρήματα και τα ουσιαστικά δεν αλλάζουν κι έτσι έπεισα τον εαυτό μου ότι ακόμη κι αν ασχολούμαι με πολλά, το αντικείμενο είναι ένα. Άντε δύο. Κι όλα ήταν καλά. Μέχρι που φέτος παρατήρησα για πρώτη φορά τη διπλή υπογραφή: «ηθοποιός-δημοσιογράφος». Και πολύ ωραία υπογραφή είναι, δε λέω, αλλά άρχισα να ανησυχώ. Παιδιά, συγγνώμη. Είμαι καλά;
Οικονομία: η προφανής αλήθεια
Όλα ξεκίνησαν με την έλευση δύο πτυχίων στα χέρια μου με έναν χρόνο διαφορά. Και εκεί ακριβώς έπεσα πάνω στην οικονομική κρίση – και εγώ και η γενιά μου. Το να ξεκινήσουμε λοιπόν από τα οικονομικά είναι εύκολο. Οι περισσότεροι millennials έμαθαν πολλά για να πληρώνονται λίγο από όλα. Λίγο από δω, λίγο από κει και κούτσα κούτσα να βγάλουν τα λεφτά τους, που φυσικά άργησαν να τους δώσουν την ανεξαρτησία που άρμοζε στην ηλικία τους.
Αποτέλεσμα; Για τους millennials, την εποχή της κρίσης ήταν απολύτως φυσιολογικό να έχεις και δύο και τρεις ιδιότητες ταυτόχρονα. Και η δικαιολογία (σε σένα ή στους άλλους;) ήταν «τα λεφτά». Μέχρι σήμερα προκύπτει από στατιστικές ότι πάνω από το 60% των νέων στην Ελλάδα δηλώνουν πως κάνουν τουλάχιστον δύο διαφορετικές δουλειές ή δουλεύουν project-based.
Πολύ ωραία. Η κρίση θα μου πείτε δεν πέρασε, αλλά πέρασαν τα χρόνια και κάπως θα έπρεπε οι δραστηριότητες να είχαν περιοριστεί, να είχαν οριοθετηθεί. Κάτι. Έλα όμως που η γενιά μας εξακολουθεί να είναι ΟΛΑ.
Υπαρξιακά μιλώντας
Ο Erich Fromm, ο Viktor Frankl και άλλοι υπαρξιακοί στοχαστές υποστήριξαν ότι πολλοί άνθρωποι γεμίζουν τη ζωή τους με πράξεις, εργασία ή δραστηριότητες για να αποφύγουν την αντιμετώπιση της εσωτερικής κενότητας ή έλλειψης νοήματος. Ο Fromm ειδικά μιλούσε για τον «δραστηριομανή»: άτομο που κάνει πολλά για να μην βρεθεί μόνος με τον εαυτό του. Από την άλλη, η φιλοσοφία του Kierkegaard συνοψίζεται στον χαρακτηρισμό «απασχολημένος απελπισμένος» Ο Søren Kierkegaard έγραφε ότι η υπερβολική ενασχόληση με διάφορα πράγματα είναι μια μορφή απελπισίας. Το άτομο «τρέχει» συνεχώς για να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσει τον εαυτό του ή το υπαρξιακό άγχος του θανάτου, της ελευθερίας ή της μοναξιάς. Η Σύγχρονη Ψυχολογία κοτσάρει το αγγλικό “productivity avoidance”: όταν κάποιος δουλεύει διαρκώς ή ξεκινά πολλά projects ως μηχανισμό αποφυγής βαθύτερων συναισθημάτων, φόβων ή υπαρξιακών ερωτημάτων. Σε αυτή τη λογική, η πολυπραγμοσύνη μπορεί να λειτουργεί σαν άμυνα, όχι απαραίτητα συνειδητή. Και εδώ κουμπώνει και άλλο ένα αγγλικό: Terror Management Theory. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι πολλοί άνθρωποι επενδύουν υπερβολικά σε έργο, επίδοση ή αναγνώριση για να καταπνίξουν το άγχος του θανάτου. Η συνεχής δραστηριότητα λειτουργεί ως παρηγορητικό κατασκεύασμα απέναντι στην υπαρξιακή αβεβαιότητα. Αν κάποτε το «κάνω παιδιά» ήταν το κλειδί για την ψευδαίσθηση του ελέγχου του τέλους, σήμερα έχει αντικατασταθεί από το «κάνω projects» Το υπαρξιακό άγχος στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα ντύνεται με δημιουργικότητα.
Εθισμός
Στην αρχή ξεκινάς επειδή πρέπει. Γιατί χρειάζεσαι λεφτά, εμπειρία, δικτύωση. Έπειτα έρχονται κι άλλες ευκαιρίες – και τις πιάνεις, χωρίς όμως να αφήνεις πίσω τις άλλες. Ανοίγεις κι άλλους φακέλους, κι άλλες πλατφόρμες, κι άλλες καρτέλες. Ξαφνικά, γίνεσαι αυτός που πάντα «κάνει κάτι». Που δεν σταματάει ποτέ.
Και κάποια στιγμή δεν το κάνεις μόνο επειδή πρέπει. Το κάνεις επειδή δεν ξέρεις πια πώς είναι το να μην κάνεις. Επειδή έχεις μάθει να υπάρχεις μόνο μέσα από την κίνηση, την παραγωγή, τη χρησιμότητα. Να είσαι παρών κάπου — οπουδήποτε.
Και τότε, η δραστηριότητα δεν είναι πια εργαλείο. Είναι ταυτότητα. Δεν λες «δουλεύω αυτόν τον καιρό σε…», λες «είμαι». Είμαι ηθοποιός. Είμαι δημοσιογράφος. Είμαι content creator. Είμαι υπεύθυνος επικοινωνίας. Είμαι εκπαιδευτής. Είμαι. Και όσο είμαι κάτι, υπάρχω.
Αλλά όσο περισσότερο γίνεσαι όλα αυτά, τόσο πιο δύσκολο είναι να σταθείς απέναντι στον εαυτό σου χωρίς τίτλο, χωρίς ρόλο, χωρίς project. Να είσαι απλώς εσύ. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι απλώς δραστήριος. Είσαι εθισμένος στη δραστηριότητα.
Τελικά, είμαι καλά;
Ίσως η γενιά μας λοιπόν δεν τρέχει μόνο για να επιβιώσει. Τρέχει και για να μη χρειαστεί να σταθεί. Για να μη νιώσει το βάρος της αναβολής. Της μοναξιάς. Της αβεβαιότητας. Του αναπόφευκτου τέλους. Και αυτό δεν είναι ντροπή. Είναι ανθρώπινο. Αλλά πρέπει κάποια στιγμή να το ονομάσουμε. Όχι για να το διορθώσουμε. Αλλά για να μην χαθούμε μέσα σ’ αυτό. Τώρα αν τελικά είμαι/ είμαστε καλά; Θα το απαντήσει ο καθένας μας για τον εαυτό του. Αυτός ξέρει καλύτερα και κάποια στιγμή θα αντιδράσει προς εκεί που κλίνει η ζυγαριά.















































































































