Σε μια εποχή όπου η υπερπροσφορά μάς αφήνει πιο άδειους από ποτέ, Το Μεγάλο Φαγοπότι λειτουργεί σαν καθρέφτης και μάς προκαλεί να κοιτάξουμε τις φάτσες μας μέσα του. Το σκανδαλώδες Μεγάλο Φαγοπότι (La Grande Bouffe) του Tom Blokdijk σε σκηνοθεσία Φερέρι επιχείρησε μια καυστική και τολμηρή σάτιρα της υπερκατανάλωσης, της απληστίας και της πλεονεξίας των ανθρώπων, ιδίως των πλουσίων. Ο Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος, νέος σκηνοθέτης, με όραμα και διάθεση πειραματισμού, το ανεβάζει στη θεατρική σκηνή Συγγρού 33, από τις 15 Απριλίου.

Η σκηνοθεσία του αντιμετωπίζει την κλασική ιστορία του Blokdijk ως έναν ζωντανό, τελετουργικό μηχανισμό: μια γιορτή-θυσία, όπου οι ήρωες μετατρέπονται σταδιακά από θηρευτές σε θηράματα. Η αυτοκαταστροφή τους ίσως είναι μια τελευταία πράξη ελευθερίας σε έναν κόσμο που έχει εξαντλήσει τα νοήματά του.
Δύο εβδομάδες πριν την πολυαναμενόμενη πρεμιέρα, ο Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος απαντά στις απορίες του Η Πόλη Ζει και εξηγεί τις υπερβάσεις που απαίτησε από τον ίδιο και τους συνεργάτες του η αναμέτρηση με ένα έμβλημα της σύγχρονης τέχνης.
Κωνσταντίνε, θα ήθελα να μας συστηθείς επαγγελματικά. Από πού αντλείς τις γνώσεις και τις ιδέες σου ως σκηνοθέτης, με τι άλλο τυχόν ασχολείσαι, τι σε αφορά καλλιτεχνικά αυτή τη στιγμή;
Είμαι σκηνοθέτης και μοιράζω τη ζωή μου ανάμεσα στο Άμστερνταμ και την Αθήνα. Αυτή η συνεχής εναλλαγή περιβάλλοντος με τροφοδοτεί πολύ, τόσο σαν άνθρωπο όσο και καλλιτεχνικά. Παράλληλα, ασχολούμαι και με το κρασί — δουλεύω ως sommelier σε ένα fine dining εστιατόριο.
Οι ιδέες δεν έρχονται πάντα εύκολα ούτε σταθερά. Μπορεί να προκύψουν από κάτι πολύ απλό: μια εικόνα, μια κουβέντα, μια εμπειρία που σε κάνει να δεις τα πράγματα αλλιώς. Υπάρχουν και περίοδοι που δυσκολεύομαι να ενθουσιαστώ με ένα νέο πρότζεκτ. Για μένα, είναι σημαντικό να με αφορά προσωπικά αυτό που κάνω· να μου λέει πρώτα κάτι εμένα, ώστε μετά να μπορώ να το επικοινωνήσω με καθαρό τρόπο και στο κοινό. Αυτή την περίοδο με ενδιαφέρουν έργα που ασχολούνται με την αστική τάξη και την κοινωνική υποκρισία, αλλά και με πιο υπαρξιακά ερωτήματα — όπως το τι πιστεύει σήμερα ο σύγχρονος άνθρωπος και πού βρίσκει νόημα. Θέλω οι παραστάσεις να προκαλούν τον θεατή, να τον φέρνουν αντιμέτωπο με τις δικές του απόψεις και προκαταλήψεις, και να τον κάνουν να δει τον κόσμο —και τον εαυτό του— με μια νέα ματιά.
Προσεγγίζεις το εμβληματικό Μεγάλο Φαγοπότι από το πρίσμα της καταναλωτικής κοινωνίας, κομμάτι της οποίας αναπόφευκτα είσαι κι εσύ. Μελαγχολικά και κωμικά, όπως έχεις δηλώσει στο σημείωμά σου για την παράσταση. Νιώθεις γρανάζι του συστήματος καμιά φορά; Καταφέρνει η ενασχόλησή σου με την τέχνη να το υπερπηδά ενίοτε αυτό;
Ναι εννοείται, και είναι και σχεδόν αναπόφευκτο. Ζούμε μέσα σε ένα σύστημα που μας διαμορφώνει καθημερινά, ακόμα κι όταν πιστεύουμε ότι το παρατηρούμε «απ’ έξω». Το έχω ξαναπεί ότι εμπνεύστηκα να κάνω το συγκεκριμένο έργο από μια σειρά παρατηρήσεων κοινωνικών συμπεριφορών σε high end party -που έχω δουλέψει- όπου η αφθονία, η ευδαιμονία, το show off και η υπερκατανάλωση διαδεχόταν την βαθιά υπαρξιακή κούραση που τα γεννά. Εγώ όμως που δεν ανήκω σ’ αυτήν την τάξη, μπαίνω σ’ ένα αυτόματο μηχανισμό επιβίωσης. Αυτό που με ενδιαφέρει στο θέατρο είναι ακριβώς η δυνατότητα ρήξης. Η τέχνη δεν σε βγάζει έξω από το σύστημα με έναν «καθαρό» τρόπο· δεν σε εξαγνίζει. Σου δίνει όμως έναν χώρο να το κοιτάξεις κατάματα, να το σατιρίσεις, να το πενθήσεις, να το αποδομήσεις.
Και κάποιες φορές —έστω φευγαλέα— δημιουργεί μια ρωγμή. Μια στιγμή ελευθερίας. Εκεί, νομίζω, βρίσκεται και η ουσία της: όχι στο να ξεφύγουμε ολοκληρωτικά, αλλά στο να συνειδητοποιήσουμε πού βρισκόμαστε και να διεκδικήσουμε έναν άλλο τρόπο να υπάρχουμε, έστω και για λίγο.

Φοβάσαι τυχόν σύγκριση της παράστασης που υπογράφεις με την ταινία;
Όχι καθόλου. Αντιθέτως. Επίσης δεν κάνουμε την ταινία – παράσταση. Αυτό είναι πολύ σημαντικό να ειπωθεί. Αφορμόμαστε από το σενάριο της ταινίας, για να συνομιλήσουμε μαζί της. Το σινεμά έχει άλλα μέσα από το θέατρο. Αλλά το ερώτημα είναι: γιατί αξίζει αυτή η ιστορία να ειπωθεί ξανά σήμερα; Τι έχει να μας πει στο παρόν;
Ποια υπέρβαση προσωπική σου επιχείρησες σε αυτήν την δουλειά; Πού σε εκθέτεις πλήρως σε βαθμό ρίσκου;
Η βασική μου υπέρβαση σε αυτή τη δουλειά ήταν ότι αφέθηκα —πραγματικά— στους ηθοποιούς και στο υλικό που έφεραν. Παραιτήθηκα, ως έναν βαθμό, από την ανάγκη ελέγχου και από μια «ασφάλεια» που συχνά συνοδεύει τη σκηνοθεσία, και εμπιστεύτηκα τη διαδικασία. Αυτό από μόνο του εμπεριέχει ρίσκο, γιατί σημαίνει ότι δεν ξέρεις πάντα πού θα σε οδηγήσει.
Ταυτόχρονα, πειραματίστηκα με μια θεατρική γλώσσα που δεν είναι απαραίτητα η «φυσική» μου. Βγήκα από μια ζώνη οικεία, δοκιμάζοντας άλλους κώδικες.
Τι κρατάς από την περίοδο των προβών και της ζύμωσης και τι σε κάνει να ανυπομονείς περισσότερο λίγο πριν την πρεμιέρα;
Την καλλιτεχνική συναλλαγή με τους ηθοποιούς — αυτή τη διαρκή ανταλλαγή, την τριβή, την εμπιστοσύνη που χτίζεται μέρα με τη μέρα. Γενικά δεν είμαι ανασφαλής, ούτε δυσκολεύομαι να πάρω αποφάσεις. Στο συγκεκριμένο έργο όμως ξαφνικά υπήρχαν πολλές κατευθύνσεις τις οποίες δυνητικά θα μπορούσαμε ν’ ακολουθήσουμε- που όλες θεωρητικά σωστές θα ήταν απλά θα οδηγούσαν σ’ ένα άλλο αποτέλεσμα. Και εδώ είναι και το μεγαλύτερο άγχος…
Τι σου αρέσει εσένα ως θεατή σε μια παράσταση; Σκέφτηκες και ως θεατής για να σκηνοθετήσεις;
Μου αρέσει να βλέπω να διακυβεύεται όντως κάτι επί σκηνής. Οι ηθοποιοί να ρισκάρουν. Με ενδιαφέρει το χιούμορ. Δεν μπορώ την σοβαροφάνεια και το επιτηδευμένο δράμα. Ως σκηνοθέτης, ναι, σκέφτομαι και ως θεατής, δεν θα φτιάξω όμως μια παράσταση για να αρέσει σ’ έναν θεατή. Θέλω να φτιάχνω παραστάσεις που να ταρακουνάνε τον θεατή. Να προσφέρουν μια εμπειρία. Δεν αντιμετωπίζω το κοινό σαν παθητικό θεατή. Με ενδιαφέρει πάντα ο ρόλος του κοινού στην παράσταση. Με ενδιαφέρει ένα ενεργό, σκεπτόμενο κοινό που δεν ψάχνει ψυχαγωγία και εύκολες λύσεις.
Ποια είναι εκείνη η ηδονή που μόνο ο καπιταλισμός και η καταναλωτική κοινωνία σου επιτρέπουν να λαμβάνεις και δεν θα την άλλαζες με τίποτα στον κόσμο;
Νιώθω ένα πολύ μικρό γρανάζι αυτού του συστήματος οπότε καμία δική μου πολυτέλεια ή αντικείμενο θα έκανε την διαφορά. Η ψευδαίσθηση όμως που αυτά τα συστήματα σου παρέχουν είναι η δυνατότητα της πρόσβασης. Η ελευθερία ότι ο κόσμος ανοίγεται μπροστά μας και μπορούμε με τον πιο άμεσο τρόπο να τον γευτούμε, να τον εξερευνήσουμε, να τον διαλέξουμε.
Αν υποθέσουμε ότι μπορείς να προσκαλέσεις ένα σημαίνον πολιτικό πρόσωπο της εποχής μας να δει την παράσταση, ποιο θα ήταν αυτό και γιατί το επιλέγεις;
Τι ν’ απαντήσω τώρα… όλους όσους βρίσκονται στον πυρήνα της εξουσίας και της λήψης αποφάσεων σήμερα. Είναι ένα έργο βαθιά πολιτικό. Το έργο συνομιλεί άμεσα με ζητήματα εξουσίας, προνομίου και απόστασης από την πραγματικότητα. Το Μεγάλο Φαγοπότι μιλά για την υπερκατανάλωση και την αδυναμία να βρεθεί νόημα μέσα σε αυτή — κάτι που, με έναν τρόπο, ξεπερνά την τέχνη και αγγίζει και τον τρόπο που οργανώνονται οι κοινωνίες μας.
Ποια ήταν, τελικά, η μεγαλύτερη δυσκολία αυτής της παράστασης;
Η μεγαλύτερη δυσκολία αυτής της παράστασης ήταν να συνεχίζω να πιστεύω σε μένα και στον λόγο που θέλω να κάνω αυτή τη δουλειά. Έχω κάνει πολλές θυσίες για να φέρω σε πέρας αυτή την παραγωγή, έχω δυσκολευτεί, έχω λυγίσει. Είμαι χρεωμένος παντού, και όμως κάτι μέσα μου συνεχίζει να λέει ότι αξίζει τον κόπο. Ίσως γι’ αυτή τη ρομαντική φωνή που ακόμα υπάρχει μέσα μου, και για όλους τους ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν σε αυτό το ταξίδι.
Έχεις νιώσει, κοινωνικά, «θηρευτής»; «Θήραμα»;
Το θέμα είναι τι έχω νιώσει ή από ποια θέση αισθάνομαι πιο άνετα; Νομίζω ότι όλοι μας έχουμε περάσει και από τους δυο ρόλους, ακόμα και ασυνείδητα. Το θέμα είναι ποιος ρόλος μας αφήνει περισσότερο εκτεθειμένους.
Ας κλείσουμε όλοι τα εισιτήριά μας για την παράσταση εδώ, ώστε να μην είναι χρεωμένοι παντού οι τολμηροί, σκεπτόμενοι καλλιτέχνες σαν τον Κωνσταντίνο, την ώρα που άνθρωποι που μας κυβερνούν τρώνε με χρυσά κουτάλια, στις πλάτες μας.















































































































