Αρέλια, Νέμεσις, Ουμβέρτος κι Αινείας. Νομίζω πως αυτή η μόδα των περίεργων ονομάτων πρέπει να σταματήσει. Έχουμε γεμίσει παιδάκια με ονόματα που δεν αντέχουν στην ελληνική καθημερινότητα. Δε λέω, ταιριάζουν καλά σε caption φωτογραφίας με matcha latte στο Ίνσταγκραμ, αλλά δεν είναι για πολλά ακόμα. Ένα όνομα έχει μεγάλη δύναμη μέσα του και ως ένα βαθμό μας καθορίζει. Προσοχή, λοιπόν.
Κι εξηγούμαι…
Αχ οι παλιές, καλές εποχές! Φώναζες «Κούλααααααα…μωρή Κούλαααααα» και άνοιγαν τέσσερα παραθυρόφυλλα και δεκατέσσερα τάπερ με γεμιστά. Η Σούλα, η Κούλα, η Τούλα, η Λίτσα, ακόμα και η Μαρία (σε μια τάξη με 14 κορίτσια, οι 8 θα ήταν Μαρίες. Μιλάω για τα ’80s και τα’ 90s και σίγουρα και πιο πριν, φαντάζομαι) ήταν ονόματα και πρόσωπα αγαπημένα. Ήταν οι κομμώτριες, οι φίλες, οι γυναικάρες, τα παιδάκια με τα κοτσιδάκια, οι θείες με τα ρόλεϊ που ήξεραν ποιος χώρισε, ποιος χρωστάει και ποιος φοβάται μην κάνει φαλάκρα. Τώρα φωνάζεις «Διώνη!» στο 1ο Δημοτικό Ραφήνας και γυρνάνε τέσσερα κορίτσια απ’ την ίδια τάξη. Μα είναι δυνατόν να υπάρχουν ας πούμε δύο Μάξιμοι στην ίδια τάξη (το έχω ζήσει, σας ορκίζομαι); Ή δύο Υακίνθες; Πότε αποφασίσαμε όλοι μαζί να ονομάζουμε τα παιδιά μας σαν boutique ξενοδοχεία στην Τήνο;
«Ο μικρός μας ο Ιδομενέας είναι λιγάκι άτακτος σήμερα. Τον ξεσήκωσε ο Δαναός στην παιδική χαρά.»
Μα θέλεις να μιλήσεις σ’ ένα παιδί, απλά, φυσιολογικά. Θέλεις να πεις «Μπάμπη παιδί μου, κατέβα από το δέντρο μην πέσεις και φας τα μούτρα σου» ή «Μήτσοοο, ανέβα πάνω, κρύωσε το παστίτσιο». Δεν γίνεται να απευθυνθείς όπως θέλεις σε ένα παιδί που το λένε Ιδομενέα ή Ριχάρδο ή Δηιδάμεια ή Αίθιλλα. Νιώθεις ότι πρέπει πρώτα να κλείσεις ραντεβού μέσω gov.
Επίσης τα παλιά λαϊκά ονόματα ήταν πιο διαχρονικά, γερνούσαν καλύτερα. Ο Σάκης μπορούσε να είναι παιδί-διαβολάκι, αλλά και ταξιτζής, ψήστης, συνταξιούχος, θείος σε ταβέρνα με πουκάμισο ανοιχτό. Το όνομα είχε εύρος χρήσης. Ενώ τι θα γίνει ο μικρός ο Ωρίων στα εξήντα του; Καταδικασμένος να μοιάζει για πάντα με έφηβο που κάνει Erasmus στη Λισαβόνα. Και η μικρή Ελσίνκη στα εβδομήντα της, πώς θα θυμίζει τη θαλπωρή των δικών μας γιαγιάδων (τη γιαγιά Κατίνα, τη γιαγιά Μαρίκα, τη γιαγιά Λίτσα) που μας δίναν κρυφά πεντοχίλιαρα κι όχι διευθύντρια γκαλερί που σε κοιτάει επικριτικά επειδή δεν έχεις ενθουσιαστεί με το large scale light installation; Για όνομα.
Επίσης, τα καινούρια ονόματα δεν βγάζουν καλά υποκοριστικά. Το Αμυμώνη τι θα το κάνεις; Αμυμωνίτσα; Αμυμωνούλα; Ενώ ο Τάκης γινόταν Τακούλης κι ο Μπάμπης γινόταν Μπαμπίνος και Μπάμπουρας. Άνθρωποι με εξέλιξη χαρακτήρα, τι να λέμε; Υπήρχε λαϊκή ποίηση μέσα στο παρατσούκλι.
Και θα σου πουν οι γονείς «Μα θέλαμε ένα όνομα ιδιαίτερο». Που θα πει: θέλαμε να ακούγεται σαν ποιητής του 19ου αιώνα, μη μας πουν τίποτα δεύτερους και άσχετους. Σωστά, γιατί μια Λίτσα ή ένας Τέλης δεν μπορεί να κάνει pilates στη Φολέγανδρο και να γράφει ποίηση, ούτε θα έχει καμιά λαμπρή καριέρα στο Marketing. Αλλά κανείς δεν θέλει πια να δώσει στο παιδί του ένα τίμιο όνομα «καφενείου». Ένα όνομα να κουβαλάει λαϊκότητα, καψούρα και να θυμίζει απόδειξη από μίνι μάρκετ επαρχιακής οδού. Τι να πεις; «Τὰ πάντα ῥεῖ», που θα ’λεγε κι ο Ηράκλειτος (ο Εφέσιος, όχι το τριτάκι του 15ου Παλλήνης).















































































































