Ομεγάλος δάσκαλος της μικρής φόρμας Χούλιο Κορτάσαρ, συνήθιζε να λέει πως αν το μυθιστόρημα κερδίζει στα σημεία, το διήγημα κερδίζει με νοκ άουτ.
Ο Θράσος Καμινάκης το καταφέρνει αυτό από την πρώτη κιόλας ιστορία της συλλογής του, με την οποία μας συστήνει ουσιαστικά έναν από τους βασικούς θεματικούς άξονες πάνω στους οποίους θα κινηθεί το βιβλίο. Αυτόν της μοναξιάς. Αλλού θα την συναντήσουμε με τον μανδύα της μοναχικότητας ως επιλογή, αντί της ψευδαίσθησης της ψυχικής επικοινωνίας με τους άλλους. Ακόμη και σε κάποιες ιστορίες, με τη μορφή του εκούσιου εγκλεισμού σε κέντρα αποτοξίνωσης κι επανένταξης.
Αυτή η μοναξιά απομακρύνεται κι έρχεται σε αντιδιαστολή με τη νοσηρότητα της τυποποιημένης συνύπαρξης, δίνοντας έτσι το προτέρημα της έξωθεν παρατήρησης, της εκτός κάδρου ευρυγώνιας εποπτείας, κάτι που μοιάζει μάλλον απαραίτητο για έναν συγγραφέα.
Το πολυποίκιλο μυθοπλαστικό σύμπαν του Θ.Κ. θυμίζει το interrail των φοιτητικών μας χρόνων τότε που με ένα εισιτήριο μπορούσες να γυρίσεις με το τρένο πολλές χώρες, όρεξη να ’χες. Ταξιδεύει τον αναγνώστη σε Ανατολή και Δύση, στο Διάστημα και στον Κάτω Χθόνιο Κόσμο, μέχρι και στο ενδιάμεσό τους στο Καθαρτήριο, ένα σύμπαν μέσα στο οποίο συναντιούνται καλικάντζαροι, φαντάσματα, γάτες που σκέφτονται σαν άνθρωποι, άνθρωποι που μεταμορφώνονται σε γάτες, ο Γκοντάρ, ο Όργουελ, ο Πουλαντζάς, ο Καμύ κι ο Κάφκα και τελειωμό δεν έχει.
Ένα καλειδοσκοπικό σύμπαν που αγγίζει τον μαγικό ρεαλισμό, εκείνα τα φανταστικά στοιχεία δηλαδή, που εισέρχονται στο υποτιθέμενο πραγματικό σύμπαν με τέτοιον αβίαστο τρόπο ώστε νομιμοποιούνται ως κάτι το φυσιολογικό.
Μέσα σ’ αυτήν τη φαντασμαγορία διαφαίνονται ξεκάθαρα αυτοβιογραφικά στοιχεία, προτέρημα κατά τη γνώμη μου, κάνοντας έτσι τον αναγνώστη να καταλάβει ότι παρά το παραμυθένιο περιβάλλον, καταθέτει προσωπικές αλήθειες. Αυτή η εντέχνως κρυμμένη βιωματική του αφήγηση προϋποθέτει έναν αναστοχασμό για όλα όσα έχει ζήσει. Είναι μια συνειδητή μνημονική προσπάθεια που μετατρέπεται, μεταμορφώνεται ή μεταμφιέζεται –ο Θ. παίζει και με τα τρία- σε ιστορίες.
Έτσι πείθει.
Μας δείχνει ότι ως υπαρξιακή ανάγκη η πραγματικότητα και η θέασή της, δεν του αρκεί. Ίσως διότι βλέπει ξεκάθαρα την αποτυχία της ανθρώπινης επικοινωνίας. Και η λογοτεχνία του, και η λογοτεχνία γενικότερα, δεν είναι άλλη μια τέτοια απόπειρα;
Γι’ αυτό και στρέφεται με τεθλασμένες διαδρομές στη φαντασία, στη λαϊκή μυθολογία, στο υπερβατικό, ακόμη και στην αριθμολογία.
Μέσω αυτών των διαδρομών απορρίπτει όλους τους παραδοσιακούς τρόπους συνύπαρξης, όπως ο γάμος, η οικογενειακή εστία και η δήθεν λειτουργικότητά της, η πατρίδα, η θρησκεία κ.λπ. και επανανοηματοδοτεί τη σχεδόν αφόρητη ανθρώπινη συνθήκη, επινοώντας προσωπικά τεχνάσματα. Τα δικά του «κόκκινα δέντρα» του δεύτερου διηγήματος, είναι οι ιστορίες του. Απορρίπτει ακόμη και τους κοινωνικά προσδιορισμένους ρόλους των φύλων, τις όποιες τεχνητές ταυτότητες θυμίζοντας τον Γιούνγκ που υποστήριζε ότι η ταυτότητα είναι ψέμα, ότι η σκιά είναι το ρίζωμα κι ότι το μόνο που μετράει είναι η εσωτερική διαδρομή.
Την οποία τολμάει και τη διανύει, τρώγεται εσωτερικά, καταβυθίζεται εντός του, συμπυκνώνει ή διαστέλλει τον χρόνο κατά περίπτωση, καθώς τον αντιλαμβάνεται και τον μετράει αλλιώς από του δείκτες του ρολογιού, όπως π.χ. αλλιώς τον μετράει ένας ντράμερ.
Μ’ όλη του αυτή την ενδιατριβή καταφέρνει και δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να επεκτείνει τις συνδυαστικές δυνατότητές του, όχι μόνο με τις διανοητικές γνώσεις του αλλά και με τις ψυχικές, φέρνοντάς τον έτσι σε ουσιαστική επαφή με τον δικό του εσωτερικό κόσμο. Τον κάνει συνένοχο–αναγνώστη.
Το καταφέρνει αυτό, χωρίς να ξεπέφτει σε εύκολους λυρισμούς ή σε ευτελείς συναισθηματικές φορτίσεις παρότι διηγείται και τραγικές καταστάσεις, τις οποίες αντιμετωπίζει με συγκατάβαση κι ένα υπόγειο χιούμορ που καμιά φορά φτάνει μέχρι τα όρια του σαρκασμού. Καταφέρνει επίσης να περάσει μηνύματα που δεν είναι αποκλειστικά λογοτεχνικά, όπως λ.χ. μυθοπλαστικές επινοήσεις, ύφος, στιλ και ό,τι άλλο θα μπορούσε να παρατηρήσει ο «εξασκημένος» ή «καλλιεργημένος» αναγνώστης.
Υπάρχουν συγγραφείς πραγματικά «καλές πένες», που γράφουν μ’ έναν ψυχρό, υπολογιστικό, περφεξιονιστικό και βεβαίως αλαζονικό τρόπο, αφήνοντας πίσω τους την αίσθηση ότι χρησιμοποιούν τη γραφή μόνο και μόνο σαν ένα τρόπο αυτοεπιβεβαίωσης.
Ανασφαλείς νάρκισσοι.
Ο Θ. δεν γράφει έτσι. Δεν πλασάρει λογοτεχνικότητα, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Δεν το παίζει στιλίστας της γραφής. Δεν πουλάει μούρη. Είναι ένας γνήσιος παραμυθάς που σκαρφίζεται ιστορίες, δίνοντάς μας έτσι τη δυνατότητα να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο και να γίνουμε μέρος μιας ευρύτερης κοινότητας η οποία στις μέρες μας ολοένα και απομαγεύεται.
Δημιουργεί, όσο τον γνωρίζω, αληθινές κοινότητες, όχι σαν εκείνες τις λογοτεχνικές συνεστιάσεις των «ειδικών» όπου οι κλίκες, οι αιρέσεις, τα σχίσματα, τα πισώπλατα μαχαιρώματα και οι κρυφές συμμαχίες παίρνουν και δίνουν. Δημιουργεί κοινότητες όπως εκείνες στην αρχέγονη φωτιά, στην πρωτόγονη σπηλιά μαζευόμασταν κι ακούγαμε με ορθάνοιχτα τα μάτια τον γέρο σοφό να μας λέει τις ιστορίες του και μαγευόμασταν.
Αυτό κάνει ο Θ. είτε γράφοντας, είτε με τα μαθήματα δημιουργικής γραφής είτε με το Μικρό του Πολυτεχνείο, επαναμαγεύει τη σημερινή πραγματικότητα.
Τώρα, τελειώνοντας, θα φτάσουμε στο αιώνιο ερώτημα που μοιάζει με αυτό του αυγού και της κότας. Το βιβλίο είναι καλό επειδή μου άρεσε ή μου άρεσε επειδή είναι καλό; Τα βιβλία ως γνωστόν είναι όσα και οι αναγνώστες τους…
Παραφράζοντας λοιπόν τον Μπιουνγκ Τσουλ Χαν λέω πως το γράψιμο ιστοριών και οι προσεκτικοί αναγνώστες προϋποτίθενται αμοιβαία.
Οπότε δεν έχετε παρά να το πάρετε στα χέρια σας, να το διαβάσετε και να βγάλετε τα συμπεράσματά σας.















































































































