Γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης κάπου στο έργο του «Οι αδερφοφάδες»: Ο παπα-Δαμιανός πήγαινε μπροστά, ντυμένος τα καλά του άμφια, με το χρυσοκεντημένο πετραχήλι του και με το ασημένιο Βαγγέλιο στην αγκαλιά του, πίσω του ακολουθούσε ο λαός, και στερνός, ουραγός, ο παπα-Γιάνναρος, με το ασημένιο σικλί γεμάτο αγιασμό και με την αγιαστούρα του από φουντωμένο δεντρολίβανο.
Τι ήταν όμως το «σικλί»; Στο εκκλησιαστικό τελετουργικό ένα χάλκινο συνήθως, αλλά από πιο πολύτιμα μέταλλα όπως προκύπτει από την αφήγηση του Καζαντζάκη, μικρό δοχείο (μπακιρτσάκι – δηλαδή από μπακίρι – σε πολλά μέρη), το οποίο περιείχε τον αγιασμό και κρατούσε σε λιτανείες ή άλλες θρησκευτικές πομπές ένας ενορίτης βοηθός της εκκλησιαστικής επιτροπής. Η λέξη χρησιμοποιείται σε πολλά μέρη της χώρας από την Αλεξανδρούπολη ως τη Χίο ή τη Νέα Κίο (και αλλού όπου επικρατεί το μικρασιατικό προσφυγικό στοιχείο), αλλά και στην Κύπρο. Είτε ως σικλί, είτε ως σίκλα ή σικλιά, είτε ως σικλίν (στην Κύπρο βέβαια), είτε ως σίκλος. Όχι πάντα με την έννοια του δοχείου με το αγίασμα.
Αλλά και στο Ισραήλ! Πώς αυτό; Η σκούφια όλων των εκδοχών κρατάει από το σίκλο, έναν κουβά για υγρά. Ο σίκλος στην αρχή ήταν και μέτρο βάρους και νόμισμα, όπως συνέβαινε με πολλά νομίσματα το πάλαι ποτέ. Ισοδυναμούσε, δε, με δύο ή, το πιθανότερο, με τέσσερις αττικές δραχμές την ελληνιστική εποχή, οπότε φαίνεται πως υιοθετήθηκε. Η δε προέλευσή του ήταν το εβραϊκό νόμισμα (και μέτρο βάρους) εκείνων των χρόνων, το «σεκέλ». Όνομα που έχει και το σημερινό νόμισμα του Ισραήλ! Όπερ έδει δείξαι!
Η λέξη έχει κατά τους γλωσσολόγους σημιτική ρίζα, αλλά είχε, ως σίγλος, περάσει και στα περσικά ως υποδιαίρεση του βαβυλωνιακού ασημένιου τάλαντου. Έτσι, και στα ελληνικά, απαντάται σε κάποια κείμενα ως «σίγλος» και όχι ως «σίκλος».















































































































