Η αγαπημένη του μίμηση, λέει, είναι η μίμηση ενός καλός κωμικού. Ούτε προφορές ούτε τίποτα. Κυριλέ καταστάσεις.
Εάν δεν σας έφτασε ούτε ο τίτλος, ούτε το lead για να καταλάβετε ότι ο Πάρις ο Ρούπος, ο γνωστός (που του αξίζει να γίνει γνωστότερος) κωμικός, έχει παράσταση με τίτλο «Κυριλέ» αύριο, Τρίτη 3/6 στην Κυψέλη, τότε είστε άξιες και άξιοι της μοίρας σας. Τέλος πάντων, τον συνάντησα το ΣΚ στην Φωκίωνος, του είπα πως σκοπεύω να έρθω στην παράσταση, αφού ήρθε επιτέλους Κυψέλη, μιας που έχασα τις φετινές του εμφανίσεις σε άλλα, συναρπαστικά μέρη στην Αθήνα. Όχι ότι το Καφεθέατρο στην Κοδριγκτώνος δεν είναι συναρπαστικό, κάθε άλλο. Απλά, να, δύσκολα ξεκουνιέμαι από Κυψέλη. Και το είπα στον Πάρι. Και μετά του είπα κι άλλα. Και μετά, θυμήθηκα πως κάναμε συνέντευξη. Και πως τα λέει πολύ ωραία –την παράσταση «Όχι Μανάδες» την έχω δει στο YouTube και έχω πεθάνει στο γέλιο, μόνη, κατάμονη, καπνίζοντας μισό πακέτο καρέλια, σε μια λιγάκι παραπολυζόρικη φάση μου. Ναι, ναι, ο Πάρις τα λέει γαμάτα, χωρίς φίλτρα, χωρίς φασαιότητες, χωρίς φόβους, μόνο με λίγο «μπουμ». Κάνε μου λιγάκι μπουυυμ…Σταματάω, σταματάω. Συνέντευξη, «Κυριλέ», Πάρις Ρούπος, τελευταία παράσταση της σεζόν, φύγαμε!

Πάρι, υπάρχει ένα σταθερό στοιχείο στο χιούμορ σου: η υπαρξιακή, ειρωνική και συχνά σκοτεινή ματιά. Τι φοβάσαι περισσότερο: την αποτυχία ενός αστείου ή το να μη σου μείνει τίποτα πια να πεις;
Το δεύτερο νομίζω είναι υπαρκτός φόβος κάθε κωμικού. Η αποτυχία, ή και αστοχία, του αστείου είναι διαχειρίσιμη. Με προσαρμογές, αλλαγές, επαναπροσδιορισμό. Ή ακόμα και διαγραφή. Απλά το πετάς. Θα βρεις άλλα. Και εκεί έρχεται αυτό που μόλις αναφέρθηκε. Η καθημερινότητα και οι καταστάσεις σίγουρα φέρνουν σταθερά ιδέες για υλικό. Το ζήτημα όμως είναι με πόσο πρωτότυπη και φρέσκια προσέγγιση θα το «πιάσεις», ειδικά όσο περνάνε τα χρόνια ενασχόλησης με το αντικείμενο. Να μη γερνάει δηλαδή και το κείμενό σου μαζί με εσένα. Θέλει εγρήγορση.
Στην Ελλάδα του 2025, τι σε κάνει να γελάς αβίαστα και τι σε θυμώνει βαθιά, ως καλλιτέχνη και ως πολίτη;
Ρεαλιστικά, πιο πολλά πράγματα με κάνουν να θυμώνω παρά να γελάω. Και εκεί είναι το δικό μου τσάλεντζ, να δω πώς μπορώ να τα μεταποιήσω κωμικά, μήπως και σταματήσουν να με τσατίζουν ή στεναχωρούν τόσο.
Καθημερινά ομολογώ ότι με διασκεδάζουν τα ηλεκτρικά πατίνια. Γιατί οι αναβάτες τους κυκλοφορούν, σε μια πλήρως ακατάλληλη για αυτά πόλη, τεντωμένοι σαν λόρδοι, έτοιμοι όμως να φάνε τα μούτρα τους στην επόμενη καλή λακούβα. Με θυμώνει, και ταυτόχρονα με τρομάζει, το πόσο ο κόσμος είναι πια έτοιμος στα κάγκελα για λαϊκά (ιντερνετικά κυρίως) δικαστήρια και ανθρωποφαγία από το πρώτο λεπτό, χωρίς παραπάνω έρευνα για κάθε περίπτωση.
Αν είχες 5 λεπτά με τον πρωθυπουργό της χώρας, τι θα του έλεγες για το ελληνικό stand–up σήμερα και τι πιστεύεις ότι θα σου απαντούσε;
Θα του έλεγα: «Κούλη, σταμάτα να μας κλέβεις τη δουλειά, έτσι; Χαχοχαχοα». Ούτε καν. Δεν είναι αστείο. Θα του έλεγα απλώς να σεβαστεί επιτέλους τις οικογένειες των νεκρών της θητείας του και να πάει σπίτι του. Και δεν θα περίμενα καμία απάντηση. Ούτε για το stand–up, ούτε για τίποτα.
Αν είχες το δικαίωμα να διαγράψεις από την ελληνική σκηνή stand–up ένα θεματικό κλισέ (όχι πρόσωπο), ποιο θα εξαφάνιζες χωρίς τύψεις;
Έχει αρχίσει ήδη να εκλείπει –και χαίρομαι για αυτό–, αλλά επειδή ακόμα το συναντάς καμιά φορά, θα εξαφάνιζα τα κλισέ κείμενα με τις «διαφορές ανδρών-γυναικών», ειδικά όσον αφορά τις αντιδράσεις τους σε διάφορες καταστάσεις. Επίσης, τη «χωριάτικη» προφορά. Και γενικά οποιαδήποτε προφορά. Και τις μιμήσεις. Προτιμώ κωμικούς που η κύρια μίμησή τους είναι αυτή ενός καλού κωμικού. Μπουμ! (επίσης, αστεία που τελειώνουν με «μπουμ»).

Υπάρχει κάποιος δημιουργός (όχι κατ’ ανάγκη κωμικός) που επηρέασε τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο; Που σε έκανε να νιώσεις ότι «επιτρέπεται» να είσαι αλλιώς;
Αν και δεν νιώθω ότι ανήκω στην κατηγορία των «αλλιώς», ειδικά συγκριτικά με άλλες ομάδες
ανθρώπων, όντως έχω αισθανθεί συχνά ότι προτιμώ να ακολουθώ το δρόμο μου, και ας μην είναι απαραίτητα πάντα αυτό που ζητά ο πολύς ο κόσμος. Μπορεί να ακουστεί αναμενόμενο και πλέον στερεοτυπικό, αλλά από μικρό μου έκανε εντύπωση η γκροτέσκα παρουσία του Τζίμη Πανούση. Και οπτικά σαν στυλ, ένδυση, κόμμωση κλπ. αλλά και αυτή η «μούρλα», που έβγαζε. Στην οποία όμως, και στα act του και στις συνεντεύξεις του, υπήρχε υπόβαθρο και δεν ήταν απλά τρέλα για την τρέλα ή για την πρόκληση. Ό,τι ξεστόμιζε είχε πάντα μια δόση
αλήθειας. Και τόλμης. Ειδικά στην εποχή που το έκανε. Πιστεύω ότι μας πήγε κάποια βήματα
μπροστά. Και τελευταία τα περπατάμε ξανά προς τα πίσω.
Έχεις πιάσει ποτέ τον εαυτό σου να γελάει με κάτι που θεωρείς εντελώς ηθικά λάθος; Μπορεί να είναι το χιούμορ πολιτικά ορθό; Και πώς γίνεται να καλλιεργηθεί κάτι τέτοιο από την παιδική μας κιόλας ηλικία;
Από την παιδική μας ηλικία μπορεί να μας περάσει η ενσυναίσθηση, η αγάπη και ο σεβασμός. Και το χιούμορ θα ακολουθήσει με βάση αυτά. Φυσικά με το πέρασμα των χρόνων, προκύπτει επανεξέταση των πάντων και αυτό αφορά και την κωμωδία. Την κωμωδία πιστεύω όμως ότι δε χρειάζεται να την απασχολεί η πολιτική ορθότητα. Αυτό είναι για άλλους τομείς, πιο «σοβαρούς». Η κωμωδία οφείλει να μη λειτουργεί με κανόνες και λογοκρισία, αλλιώς χάνει την ίδια της την ιδιομορφία και τον σκοπό της. Όταν ένα αστείο είναι καλογραμμένο, εύστοχο και με σαφή ένδειξη του από ποια πλευρά προέρχεται, πού αποσκοπεί και ποια είναι η αλήθεια του, δεν υπάρχει «ηθικά λάθος». Γελάω συχνά και απενοχοποιημένα με αστεία «που δεν πρέπει», εφόσον υπάρχει παραδοχή του λάθους αυτού, και έχοντας γνώση ότι δεν είναι κάτι που αποτελεί «πιστεύω» μου, ούτε καθορίζει τη συμπεριφορά στην καθημερινότητα μου.














































































































