Από το studio του στο Κορωπί, ο Pan Pan φτιάχνει μουσική και comics, χτίζοντας από το 2010 ένα προσωπικό σύμπαν με synthesizers, beats, raps και μελωδικές φωνές.
Από την «Ανισόπεδη Ντίσκο» μέχρι τις πρόσφατες «Υπεραστική μουσική» και «Περαστική μουσική», η μουσική του κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία.
Με αφορμή την εμφάνισή του στο Αγοραφοβικό Φεστιβάλ, όπου θα βρεθεί στη σκηνή ως headliner μία ημέρα μετά τη Λένα Πλάτωνος, μιλήσαμε μαζί του για την πόλη ως ζωντανό περιβάλλον, τη μουσική ως τρόπο καταγραφής μιας εποχής, τη σχέση με το κοινό, τις παρέες που γίνονται συνοδοιπόροι, τη φαντασία ως καταφύγιο.

Στους στίχους σου υπάρχει συχνά αυτή η αίσθηση ότι κάτι πολύ προσωπικό συμβαίνει μέσα σε ένα μεγαλύτερο αστικό τοπίο. Η πόλη λειτουργεί περισσότερο σαν φόντο ή σαν χαρακτήρας στις ιστορίες σου;
Είναι κάτι που μου αρέσει να κάνω και στα comics μου: το τοπίο (είτε αστικό είτε όχι) δεν είναι background, αλλά περιβάλλον. Με την έννοια ότι δεν είναι σκηνικό αλλά κυριολεκτικά περιβάλλει, επηρεάζει τον ψυχισμό των εμφανών πρωταγωνιστών και σε πολλές περιπτώσεις δρα ως χαρακτήρας. Ο χώρος που μπορείς να δημιουργήσεις με τους ήχους είναι ζωντανός οργανισμός.
Υπάρχουν πράγματα τόσο προσωπικά που δεν θα επέλεγες ποτέ να τα κάνεις τραγούδι; Και πόσο από τον εαυτό σου αφήνεις να μπει μέσα σε ένα τραγούδι;
Δεν έχω κάποιον σαφώς οριοθετημένο κόφτη για το τι θα πω σ’ ένα κομμάτι και τι όχι, κάθε φορά δρω ανά περίπτωση. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δημιουργώ ένα context που μου επιτρέπει να μπορώ να ανοιχτώ με ελευθερία χωρίς να ενδιαφέρει κανέναν αν το πράγμα για το οποίο μιλάω μου συνέβη 100%.
Έχεις στο μυαλό σου ότι τα τραγούδια σου λειτουργούν και κάπως αρχειακά; Αν κάποιος τα ακούσει σε 20 χρόνια, τι θα ήθελες να καταλάβει για την εποχή που ζούμε τώρα; Και ποιο κομμάτι της δικής σου γενιάς φοβάσαι ότι μπορεί να χαθεί αν δεν καταγραφεί κάπου;
Ναι, αυτή η κατά κάποιο τρόπο ημερολογιακή καταγραφή ήδη δουλεύει σε εμένα αν τύχει να ακούσω κάτι που έφτιαξα πριν 15-20 χρόνια. Έτσι κι αλλιώς, στη μεγαλύτερη εικόνα αυτό ισχύει για κάθε καλλιτέχνη: βλέπουμε το πως έβλεπε τα πράγματα μέσα από το φίλτρο του. Ο φόβος του να χαθεί κάτι δεν πηγάζει από την έλλειψη δημιουργικών φωνών, πάντα είναι πολλές, και στην πλειοψηφία τους είναι ενδιαφέρουσες. Ο φόβος έρχεται από το θόλωμα της πραγματικότητας και του τσακίσματος των βασικών γνωσιακών λειτουργιών που φέρνει η τόσο έντονη χρήση του AI στα πάντα.
Υπάρχει περίπτωση ένα τραγούδι να γίνει τόσο μεγάλο, ώστε κάποια στιγμή ο ίδιος ο δημιουργός του να θέλει να πάρει λίγη απόσταση από αυτό; Το έχεις σκεφτεί ποτέ με την «Ανισόπεδη Ντίσκο»;
Έτσι κι αλλιώς, από τη στιγμή που κυκλοφορείς κάτι, νοηματικά παύει να υπάρχει όπως το καταλάβαινες ως δημιουργός αυτού. Παίρνει ερμηνείες ισάριθμες με τους δέκτες. Άρα την απόσταση την έχεις ήδη πάρει, θες δε θες. Η Ανισόπεδη Ντίσκο έχει πάρει κι αυτή τις πολυάριθμες ερμηνείες της και πολλές απ’ αυτές που μου έφτασαν πίσω ήταν ενδιαφέρουσες, κι αυτό για μένα είναι μέρος της μαγείας του ταξιδιού, ειδικά αν συνυπολογίσεις πως αυτό ξεκίνησε απ’ το σπίτι μου με ελάχιστα μέσα.
Πόσο σημαντικό είναι για σένα το «ανήκω κάπου» στη μουσική; Νιώθεις ότι έχεις βρει τη δική σου παρέα, τη δική σου σκηνή;
Με τους φίλους που κάνω μουσική παρέα πρώτα ήμασταν φίλοι για χρόνια και μετά κάναμε μουσική μαζί. Ενδεικτικά, με τον Γιάννη (Years Of Youth) κυκλοφορήσαμε κάτι που έχουμε συνδημιουργήσει -δίσκοι Echo Tides- μετά από 15 χρόνια φιλίας. Αλλά δεν είναι η μουσική ο βασικός πυρήνας της σύνδεσής μας κι ας είναι ο ένας για τον άλλον ο μόνος άνθρωπος που κλικάρει έτσι όταν δημιουργεί. Γενικότερα μιλώντας είναι ωραίο να έχεις κόσμο γύρω σου που να θεωρείς συνοδοιπόρους. Κανείς δε φυτρώνει μόνος του, κανείς δεν δημιουργείται σε κενό, κανείς δεν αλλάζει τον κόσμο χωρίς να αποτελεί μέρος μιας ομάδας.
Αν συγκρίνεις τον τρόπο που έφτιαχνες μουσική όταν ξεκινούσες με τον τρόπο που δουλεύεις σήμερα, τι έχει αλλάξει περισσότερο: ο τρόπος που ακούς, ο τρόπος που γράφεις ή ο τρόπος που σκέφτεσαι τη μουσική;
Έχω καταλάβει κάποια πράγματα παραπάνω στη σύνθεση και στην παραγωγή. Επίσης έχω περισσότερα εργαλεία στα χέρια μου πια, που κι αυτά βοηθάνε στο να μετατρέψεις την ασαφή σου έμπνευση σε κάτι πιο χειροπιαστό. Κατά τ’ άλλα, νιώθω τυχερός που όταν κάθομαι να παίξω μουσική, ο ενθουσιασμός του “τι θα συμβεί τώρα αν κάνω αυτό κι αυτό” είναι σαν την πρώτη μέρα.
Έχεις υπάρξει ποτέ σε φάση που να ένιωσες ότι δεν έχεις τίποτα άλλο να πεις; Και τι σε έκανε τελικά να συνεχίσεις;
Δεν το πολυαναλύω. Παίζω μουσική όταν έχω κάτι να πω. Κάποια φάση, από το 17 ως το 22, δεν έκανα live. Η γη συνέχισε να γυρίζει και εγώ ασχολούμουν με άλλα πράγματα. Μετά ήθελα να ξαναπαίξω μουσική, να ξαναπαίξω live και το έκανα. Φαντάζομαι θα ξανασυμβεί.
Πόσο χώρο αφήνει η σημερινή ζωή στους ανθρώπους να ονειρεύονται; Και πόσο σημαντικό είναι για σένα να υπάρχει ακόμη χώρος για φαντασία, τόσο στη μουσική όσο και στις άλλες καλλιτεχνικές σου δραστηριότητες;
Είναι δύσκολο. Παλαιότερα ονειρευόμουν πως θα γίνω ο καλύτερος comic artist στον κόσμο, ή ακόμη πιο μικρός ότι θα παίζω μπάλα στον Παναθηναϊκό. Πλέον, κι ενώ έχω την τύχη να ζω μια ζωή που σε κάποιο βαθμό μου έχει ανταμείψει τους κόπους μου, δεν ονειρεύομαι με αυτό τον τρόπο κι αυτό με στεναχωρεί αλλά το ψάχνω. Η φαντασία είναι άλλο πράγμα, αυτή δεν την έχασα ποτέ. Απλώς μοιάζει σαν ένα μέρος που καταφεύγω για ασφάλεια αλλά ξέροντας πως είναι δύσκολο να υπάρξει στα αλήθεια.
Το Αγοραφοβικό φέρνει στην ίδια σκηνή διαφορετικές γενιές της ελληνικής μουσικής, από τη Λένα Πλάτωνος και τους In Trance 95 μέχρι τη σημερινή ανεξάρτητη σκηνή. Πώς είναι για σένα να βρίσκεσαι σε ένα τέτοιο line-up, δίπλα σε καλλιτέχνες που έχουν υπάρξει σημεία αναφοράς για τη μουσική που κάνεις σήμερα; Και τι να περιμένουμε από την εμφάνισή σου;
Το Αγοραφοβικό, ίσως κι επειδή ξέρω την φωτιά που καίει στην καρδιά του Άρη που το τρέχει, το αγαπάω και έχω απολαύσει το vibe του ακόμη κι όταν δεν έπαιζα solo ή με Echo Tides. Είναι ότι φέρνει μουσική από διαφορετικές γενιές, είναι ότι η μουσική είναι το επίκεντρο, και σε μια πιο προσωπική νότα είναι ότι μου θυμίζει ως αίσθηση το φεστιβάλ της Bαβέλ που ήταν σημείο συνάντησης κάθε Σεπτέμβριο, κουβαλώντας μελαγχολία για το καλοκαίρι που έφυγε μαζί με μια αίσθηση restart για τη νέα σεζόν.
To να κάνω headline ημέρα φεστιβάλ που την προηγούμενη κάνει headline η Λένα Πλάτωνος είναι τρελό και μια μέρα ίσως το συνειδοτοποίησω.
Εμείς θα φέρουμε ό,τι φέρνουμε πάντα: θα έχουμε ψάξει κι άλλο τις live δυνατότητες των κομματιών, παιγμένες από φίλους που απολαμβάνουν ο ένας την παρέα του άλλου και κάπου ακόμη δεν το πιστεύουν ότι μπορούν να επικοινωνούν μέσω της μουσικής με τόσο κόσμο. Θα είμαστε full band με πολλά synths, drums, scratching, φωνές, φωνές, φωνές, φωνές. Και προσπαθώ να ψήσω τα παιδιά να ντυθούμε ΠΟΛΥ καλά αυτή τη φορά.
















































































































