Μια παρ’ ολίγον φανταστική ιστορία με έμπνευση τις φανταστικές λέξεις που έγιναν μουσική μέσα στο ολοστρόγγυλο στόμα της Κυρίας που αποχαιρετάμε.
«Τι κοιτάς, γιαγιά;», την ρωτάω. Από το πρωί με κοιτάζει και σαν κάτι θέλει να μου πει. «Όταν σε κοιτώ στα μάτια, δεν μπορείς να μου κρυφτείς!», μου απαντά. Γελάμε κι οι δυο. Σιωπώ, γιατί, ξέρω, θέλει να αγορεύσει πάλι.
«Όταν γεννιέται ένα καινούργιο μωρό, ή μάλλον, όταν αρχίζει να δημιουργείται μέσα στην κοιλίτσα της μαμάς του», λέει η γριά Λούκαινα σκυφτή πάνω στα γόνατά της και κοιτώντας με μάτια διάπλατα, «τότε πα να πει πως κάποια ψυχή ξανακατεβαίνει στα εγκόσμια». Σκέφτομαι αν μιλά για μένα, αν ξέρει πως έχω καθυστέρηση έντεκα μέρες και σημειώνω μέσα μου να πάω από το φαρμακείο να πάρω ένα τεστ εγκυμοσύνης.
Η γριά Λούκαινα την ακούει πάντοτε παραμονές Απρίλη, λίγο πριν τις μέρες των Παθών και ξεστομίζει πράγματα ασύλληπτης μακαβριότητας ή και καλλιτεχνικής αξίας ακόμα. Όλοι εμείς την ακούμε, είναι ο δικός μας Τειρεσίας κι ας μην μαντεύει πάντα σωστά.
«Κι όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, μέχρι η ψυχή του να ξαναπέσει στη γης, μένει εκκρεμής και φτερόεσσα πάνω απ’ τις λάμπες κι απ’ τα σύρματα και λεύτερη από σώμα χορεύει και κάνει όσα είναι πλασμένη να κάνει τέλος πάντων. Να, όπως τώρα, με τη Μαρινέλλα». Η Λούκαινα χαμογελά λιγάκι υποχθόνια. «Με την Μαρινέλλα, τι;», την ρωτάει η μικρή της παρέας.
«Δώς μου τ’ αθάνατο νερό», λέει η γριά και η μικρή τής ακουμπά στο χέρι το πλαστικό μπουκαλάκι με την τσικουδιά. Η Λούκαινα έκλαψε πολύ για την Μαρινέλλα και όλο κουοτάρει, τρεις μέρες τώρα, στίχους από τραγούδια της. Εμείς οι υπόλοιποι κάνουμε τους χαζούς. Δηλαδή, πλάκα έχει. Αλλά δεν σχολιάζουμε τίποτα.
«Στην ενσάρκωσή της τουτινή, που τέλειωσε, η Μαρινέλλα ευλογήθηκε με έρωτα και με αγάπη. Έκανε καλό, πήρε πόνο, ήταν ένα έξυπνο κορίτσι και ήταν μία μάγισσα της πίστας. Δόξα τω Θεώ!»
Η Κατερίνα παλεύει να συνδέσει το ηχείο Μάρσαλ με το κινητό της. Να βάλει Μαρινέλλα, τρεις μέρες τώρα, τέτοιαν ώρα, μετά τις δουλειές μας, όλες ακούμε Μαρινέλλα κι όλες θυμόμαστε κάτι από εκείνη. Εμένα με συγκλονίζει σταθερά το γεγονός ότι από το κρεβάτι και την καρδιά αυτής της γυναίκας πέρασαν δύο συγκλονιστικά ανδρικά μεγέθη, ένας Στέλιος κι ένας Τόλης.
«Είσαι ποτάμι, μια θάλασσα είμαι και πάντα κυλάμε μαζί», ακούγεται από το Μάρσαλ που θα μπορούσε να είναι τρανζίστορ, τρανζίστορ που κανένα αμερικάνικο δεν θα’ παιζε, μόνο ελληνικά, ελληνικά, ελληνικά.
Σιωπή για λίγο. Ρουφάμε τσικουδιά, η μικρή πίνει το τρίτο φρέντο εσπρέσο της μέρας. Η γριά Λούκαινα, όπως μοναδικά ξέρει να κάνει, σπάει την ησυχία. «Ρε κορίτσια, πόσο η ζωή να μας μισεί; Γερνάμε, πονάμε, πεθαίνουμε, τελειώνουμε. Όποιος δεν πιστεύει στην θεωρία της μετενσάρκωσης είναι για κλάματα. Η ψυχή είναι αθάνατη. Την γη μας κατοικούν μερικές συγκεκριμένες ψυχές, απαράλλαχτες στα χρόνια. Πεθαίνουμε, γεννιόμαστε, είμαστε οι ίδιοι όλους τους αιώνες. Ανάμεσά μας ο Μάρκος Αυρήλιος, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Χίτλερ, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ και, βεβαίως, ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Και σκεφτείτε τώρα, μια Αλίκη να ερωτευτεί έναν Καβάφη κι ένας Χίτλερ να είναι υπάλληλος ενός Ντε Σαντ.»
Πίνω μια γουλιά γερή. Σκέφτομαι ό,τι μόλις άκουσα. Κα πάω κάτι να πω, να ρωτήσω. Με διακόπτει.
«Η μετενσάρκωση της Μαρινέλλας μπορεί να μην έχει όλη αυτή την τόλμη, ούτε να μπορεί να βγει γυμνή στους δρόμους, αντίθετα στους νόμους κι όλα αυτά τα συγκλονιστικά. Η μετενσάρκωση της Μαρινέλλας μπορεί να είναι μια ικανή μοδίστρα με όνειρα να γίνει Κοκό Σανέλ που θα σιχαίνεται τα λαϊκά τραγούδια και θα ακούει μοναχά τζαζ και μπλουζ κι όλη αυτή τη μαύρη μουσική. Η μετενσάρκωση της Μαρινέλλας μπορεί να είναι ένας τσαμπουκαλής άντρας με μουστάκα, από τα Κάτω Πατήσια με δικό του βουλκανιζατέρ και μπορεί, λέει, να ερωτευτεί την μετενσάρκωση του Καζαντζίδη που μπορεί, λέει, να είναι μια μικρούλα από το Φάληρο, από αυτές τις ντροπαλές, τις χαμηλοβλεπούσες που έχουν το μαλλάκι τους ίσιο και που φοράνε στενά παντελονάκια και αθλητικά παπούτσια χοντρά…»
Το τραγούδι που παίζει τώρα από το «τρανζίστορ» είναι το «Καμιά Φορά».
«Άλλη γυναίκα όπως τη Μαρινέλλα, δεν έχω ζηλέψει. Μην με ρωτήσετε γιατί. Εγώ στην προηγούμενη ζωή μου ήμουν νοσοκόμα σε μέτωπο πολεμικό. Έχω μαζέψει χέρια και πόδια και έχω ράψει δάχτυλα και φρύδια. Η Μαρινέλλα στην προηγούμενη ζωή της ήταν αντάρτης ή Σουλιώτισσα ή γοργόνα ή μοναχή σε μοναστήρι βουνίσιο. Και η καλύτερη ενσάρκωση αυτής της ψυχής ήταν σίγουρα η Μαρινέλλα. Ναι, ναι. Η Μαρινέλλα, η Κυριακούλα. Αυτή που τώρα κλαίμε και θυμόμαστε και ανταριαζόμαστε. Δεν είναι που φεύγει, είναι που θα μείνει αθάνατη. Αυτό είναι το συγκινητικό. Θα βρίσκεται η ψυχούλα της ενσαρκωμένη σε άλλο σώμα, γιατί δεν είναι Αγέρας αυτή – όπως δηλαδή και καμία ψυχή. Θα βρίσκεται η ψυχή της ενσαρκωμένη σε ένα σώμα με αυτιά που θα ακούει τα μεγάλα τραγούδια της προηγούμενης ενσάρκωσης, της τραγουδίστριας, της Ντίβας, της Θεάς, της Ανθρώπου. Τρομερά πράγματα…»
Σκέφτομαι ότι μπορεί η μετενσάρκωση του Στάλιν να είναι ο Τραμπ και πίνω λίγο ακόμα. Δεν ξέρω αν θέλω να γελάσω ή να αφεθώ στην συγκίνηση. Στην τηλεόραση παίζει η κηδεία της Μαρινέλλας. Κάποτε, έτσι κήδευαν τους παλιούς μεγάλους, αυτούς που δεν ζήσαν στην ίδια εποχή με εμάς και ακόμα τους μνημονεύουμε. Μπορεί αυτούς που κλάψαμε μπροστά σε μια οθόνη, να τους ερωτευτούμε ή να τους ξαναγεννήσουμε εμείς.
Σηκώνομαι να φύγω.
«Κορίτσι θα ’ναι», μου λέει η γριά Λούκαινα και μου χαϊδεύει την κοιλιά. «Και μη νοιαστείς τι θ’ απογίνει στην ζωή…»














































































































