Ένας ερωτιδεύς μπλέχτηκε στα μαλλιά της Μιας Κάποιας κάποια στιγμή που περπατούσε στο δρόμο. Από ευγένεια, αναγκάστηκε να τον ανεχτεί πάνω στο κεφάλι της και να κοιμάται μαζί του για αρκετά βράδια.
Ήταν μια περίοδος Ανατολής στη ζωή της, γιατί όλα έμοιαζε τότε να ξεκινούν. Η Μια Κάποια έμενε σε διάφορα σπίτια, συνήθως μόνη. Ταξίδευε και διάβαζε πολύ, με το στιλ ενός πολύ νέου στα χρόνια ανθρώπου, δηλαδή με έναν παράξενο συνδυασμό αθωότητας και θράσους, πλήρους προσαρμοστικότητας και απόλυτης άρνησης σε ό, τι μπορεί να ξένιζε. Ο ερωτιδεύς ήταν στο μέγεθος ενός σπουργιτιού και ακριβώς όπως τον απεικόνιζαν οι μεγάλοι Ιταλοί ζωγράφοι: στρουμπουλός, βελούδινος και χρυσαφένιος. Ολόγυμνος με το μικρό του τσουτσούνι είχε γαντζωθεί στην κορυφή του κεφαλιού της κι όλο χαχάνιζε.
Η Μια Κάποια δεν ήταν καμιά πρωτάρα, είχε από νωρίς ξεκλειδώσει το σώμα της κι είχε τρέξει το πρώτο κόκκινο από μέσα, χαρίζοντάς της στιγμή ανείπωτης χαράς. Πάντα χαιρόταν να βλέπει κάτι να τρέχει: μια πληγή, ένα ρυάκι, μια βρύση, τα μάτια των ανθρώπων.
Όμως, με το μικρό αγγελούδι του έρωτα γραπωμένο από πάνω της, τα πράγματα ξεκίνησαν να αλλάζουν. Μαζί με όλες τις υπόλοιπες ευχάριστες και δυσάρεστες Ανατολές που της συνέβαιναν –μικρά θανατικά, αποχωρισμοί συμμαθητών του διπλανού θρανίου, αποτυχία στις εξετάσεις, επιτυχία στις εξετάσεις, μεγαλύτερο βυζί από μέρα σε μέρα, γνωριμία υπέροχων ανθρώπων που δεν είχαν και πολλά κοινά με τους υπόλοιπους, ψυχεδελικά, μωβ όνειρα και ξύπνημα μέσα σε κατάσταση φρενήρους έμπνευσης, πτήσεις από και προς, τα χαρτονομίσματα του πρώτου μισθού σφιχτά μες στην παλάμη– άρχισε να λαμβάνει χώρα και η Ανατολή της Ηδονής για Σώματα Ανθρώπων που Δεν Αγαπάμε Κατ’ Ανάγκην.
Ήξερε και μυστικά απ’ όλους καταλάβαινε, ότι είναι σπουδαίο ένα γυναικείο κορμί, κοίλο, ανοιχτό, γεμάτο δυνατότητες και υποσχέσεις λαχταριστών δοσοληψιών, να αποσυνδέεται, έστω για λίγα λεπτά της ώρας, από τις επιταγές του μυαλού και τα σκουντήγματα της ψυχής για το «να» και το «να μην». Χάρη στον ερωτιδέα, που τον ονόμασε Άγγελο, άρχιζε να κατακτά λεωφόρους απολαύσεων και να αποσυνδέει τον έρωτα, από την αγάπη και το σεξ. Αυτό έδωσε στην Μια Κάποια μαγική δύναμη, κάτι σαν αόρατα φτερά που την έκαναν να πετάξει πάνω κι από τον ίδιο της τον εαυτό.
Αποφάσισε, λοιπόν, να φιλοξενήσει τον Άγγελο, αλλά όχι πια πάνω στο κεφάλι της. Του έδεσε στο μικροσκοπικό χεράκι μια κόκκινη, ανθεκτική κλωστή και, συχνά, τον έδενε σα μπρελόκ στα κλειδιά της. Στον Άγγελο άρεσε πολύ αυτό το παιχνίδι. Συχνά πλατσούριζε μες στα απόνερα της μπανιέρας και σχεδόν κάθε νύχτα ξάπλωνε στο μαξιλάρι της και κοιμόταν μαζί της. Πήγαν σε επτά νησιά οι δυο τους μέσα σε ένα καλοκαίρι και αυτή ένωσε το σώμα της με πολλών αντρών το σώμα. Κάθε φορά που γυρνούσε κατάκοπη από τον σωματικό έρωτα και με ανάκατες επάνω της μυρωδιές, ο ερωτιδεύς μεγάλωνε και ψήλωνε λίγο, λιγουλάκι.
Πέρασαν κι άλλα καλοκαίρια και η φιλοξενία του Ερωτιδέα συνεχιζόταν, όσο έμενε μόνη της και δε χρειαζόταν να ανέχεται τις ερωτήσεις κανενός για το ποιος είναι και τι κάνει αυτός ο γυμνός φτερωτός τύπος πάνω στο χαλί της. Τις περιόδους που άφηνε το κορμί της διψασμένο, ο Άγγελος αδυνάτιζε και συρρικνωνόταν. Τις άλλες περιόδους, τις γεμάτες συναντήσεις, τον έβλεπε να μεγαλώνει και να μεγαλώνει… Μια νύχτα, κοιμήθηκε σπίτι της –σπίτι τους– ένας άντρας πολύ διαφορετικός από τους εραστές της – εντός και εκτός αλλιώτικος. Αυτός ο άντρας κοιμήθηκε νύχτες πολλές στη σειρά, τόσες που κανείς από τους δυο τους δεν παρατήρησε την απουσία του Ερωτιδέα. Η Μια Κάποια τον έψαξε σε όλο το σπίτι απαρηγόρητη. Άφαντος. Κι ούτε σε όνειρό της έλεγε να έρθει.
Τώρα ήταν στα χειρότερά της, στα καλύτερά της. Τώρα, δε σκόρπιζε κορμί και λόγια. Τώρα ήταν ερωτευμένη. Εκείνος ο άντρας είχε εγκατασταθεί για τα καλά στο σπίτι κι ίσως έφευγε κι αυτός, κάποια μέρα, όπως ο Άγγελος. Αυτή τους ήθελε και τους δύο. Ο ένας, όμως, μάλλον ποτέ δεν συμπάθησε τον άλλον. Κι η Μια Κάποια αυτό ποτέ δεν το κατάλαβε απολύτως.















































































































