Η Ραλλού θα ’ναι δεν θα ’ναι 50. Ούτε ξανθιά ούτε κι ακριβώς καστανή, αλλά κάτι στο ενδιάμεσο. Ούτε δεξιά, ούτε αριστερόφρων, ούτε Αθηναία, ούτε επαρχιώτισσα. Άγευστη σα φρυγανιά από χαρούπι· σαν παραφουσκωμένο παράπονο που δεν εκφράστηκε. Τα τελευταία χρόνια δουλεύει τηλεφωνήτρια –παρτ τάιμ– σε μια πανεπιστημιακή σχολή, με ελάχιστους εισακτέους το χρόνο. Ταράζεται εύκολα, νιώθει ακόμα κοριτσάκι, είναι τιτίζα, δεν πατάει ποτέ ξυπόλυτη στο παρκέ και κυρίως λατρεύει με ένα πάθος ασίγαστο να κάνει βόλτες στην γειτονιά και να χαιρετάει τους πάντες: τα τιγρέ γατάκια, τον υδραυλικό, τους φίκους στα μπαλκόνια, την κομμώτρια με τις ημικρανίες. Όλα με δομή, ρυθμό και μπρίο.
Δευτέρα πρωί και κάνει την ιερή πρωινή της βόλτα. Το χαμόγελό της έχει απλωθεί σε όλο το κιτρινωπό της πρόσωπο. Περνάει όπως κάθε μέρα μπροστά απ’ το διαγνωστικό και διασχίζει το κάθετο στενό προς το καφέ του Ηλία (άλλο μέρος του λόγου κι αυτός), όπου μαζεύονται νοσοκόμες και γιατροί για να φλερτάρουν μέσα από τις εφιαλτικά λιωμένες λευκές τους ρόμπες.
Ανήκουστο! Απαράδεκτο! Μόλις πατάει το πόδι της στο πεζοδρόμιο μπροστά απ’ το καφέ, μια γερή ποσότητα νερού πέφτει από τον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας στο κεφάλι της Ραλλούς. Τινάζεται, τσιρίζει, αχ πάει το ζακετίνι της –μια ασυνάρτητη αναμπουμπούλα– και κοιτάει αγριεμένη προς τα πάνω. Αντικρύζει τον άσπονδο εχθρό της: την κυρα-Φρόσω την κουφή να ποτίζει τα λουλούδια της, με τ’ άσπρα της μαλλιά λυτά και ριγμένα στους ώμους. Θέλει να βρίσει, θέλει να της δώσει να φάει το τρύπιο ποτιστήρι της, όμως κρατιέται γιατί είναι μια κυρία. «Τυχαίνουν αυτά», σκέφτεται μεγαλόψυχα. Αναστενάζει βαθιά κι αποφασίζει να δώσει τόπο στην οργή και να γυρίσει σπίτι. Πάει τώρα, χάλασε η βόλτα της.
Ξημερώνει Τρίτη και η Ραλλού έχει αφήσει πίσω της τη χθεσινή καταστροφή με το μπουγέλο. Βάζει το πουά της ντεπιεδάκι κι ένα νέο μωβ κραγιόν και κατεβαίνει πιο χαρούμενη από ποτέ στο δρόμο. Έχει βγει ο πρώτος ήλιος και δεν φυσάει – ιδανικές συνθήκες για σουλάτσο. Περνάει όπως και χθες, όπως και κάθε μέρα, μπροστά απ’ το διαγνωστικό και διασχίζει το κάθετο στενό προς το καφέ του Ηλία. Η κυρα-Φρόσω η κουφή, που αγαπάει μάλλον το πρόγραμμα σχεδόν όσο και η Ραλλού, αποφασίζει να ποτίσει –κι ας έβρεξε το βράδυ– ακριβώς την ίδια ώρα και σήμερα. Βγαίνει στο μπαλκόνι. Αν δεν ήταν θεόκουφη θα ξεχώριζε τη χαρωπή συνομιλία:
«Καλημέρα Ηλία, τι μου κάνετε; Πώς μου είστε;»
«Δόξα το Θεό! Δεν έχω παράπονο».
«Πάντα καλά!»
«Στις ομορφιές σας κυρία Ραλλού σήμερα…και στεγνή».
«Αχ, σας ευχ–»
Σπλατς! ο καταρράκτης της κουφής. Η Ραλλού σήμερα δεν είναι κυρία, σήμερα ωρύεται «Να σας πάρει ο λύκος, πάλι χάλια με κάνατε! Που να σας πεθάνουν τα σιχαμένα σας χρυσάνθεμα, παλιοκαρακάξα». Μπερδεύει ενικούς, πληθυντικούς ευγενείας, βρισιές και κατάρες. Μα πού να ακούσει η κουφή. Δύο στα δύο.
Η Ραλλού βγαίνει για βόλτα και κάθε μέρα, με μαθηματική ακρίβεια, η κυρα-Φρόσω ποτίζει άγαρμπα ακριβώς την ώρα που περνάει κάτω απ’ το μπαλκόνι της και την καταβρέχει, άλλοτε με περισσότερο άλλοτε με λιγότερο νερό. Η κουφή ποτέ δεν ακούει τις κατάρες που της αναλογούν και η Ραλλού ποτέ δεν συνεχίζει τη διαδρομή της. Τι να την κερνάει καφέδες και κουλούρια Θεσσαλονίκης ο Ηλίας για να την καθυστερήσει, τι να προσπαθούν οι θαμώνες του οι γιατροί να την κάνουν να περάσει απ’ το φονικό σημείο πιο γρήγορα, τίποτα δεν πετυχαίνει. Με απόλυτο συγχρονισμό –«λες και το κάνει επίτηδες η παλιόγρια»– λες και της έχει στήσει καραούλι, με το που περνάει κάτω απ’ το μπαλκόνι η Ραλλού, πέφτει το νερό – μέρα δεν περνάει που να γλιτώσει η καψερή το μπουγέλο.
Η Ραλλού πια έχει χάσει τον ύπνο της. Στα τηλέφωνα με τις φίλες της μιλάει μόνο για τη Φρόσω που «βάλθηκε να την ξεκάνει», που «είναι θεότρελη και κακιασμένη και τη βλέπει έτσι καλοστεκούμενη και ζηλεύει η παλιοσημαδούρα».
«Έχει παρατραβήξει το αστείο», ανακοινώνει μια Παρασκευή η Ραλλού στη Μαιρούλα απ’ το τηλέφωνο. Αποφασίζει από εδώ και στο εξής να περπατάει μόνιμα στη γειτονιά με μια τσάντα σηκωμένη πάνω απ’ το κεφάλι της.
Αλίμονο! Ούτε αυτό το κόλπο είναι λύση. Το νερό εξακολουθεί να πέφτει όπου θέλει, με δική του βούληση κι η τσάντα μένει άθικτη, αλλά τα ρούχα της ποτέ δεν βγαίνουν αλώβητα απ’ την υγρή συνάντηση. Η Ραλλού έχει πλουτίσει το καθαριστήριο της γειτονιάς. Τα πάει, τα ξαναπάει, αναρωτιέται ο Τάσος τι κάνει αυτή η μουρλή η μικρομέγαλη και λερώνονται τόσο γρήγορα τα σακάκια της. Η Ραλλού έχει απηυδήσει πια. Γκρινιάζει παντού, σ’ όποιον συναντήσει, για την κακή της μοίρα. Κάποια στιγμή πηγαίνει στο τμήμα, θέλει λέει να κάνει καταγγελία. «Μα είστε σοβαρή κυρία μου; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα για μερικές σταγόνες σε μια ζακέτα». Απογοήτευση στην απογοήτευση. Η έντασή της είναι πια αδιαχείριστη.
Βρίσκει το τηλέφωνο ενός καταπληκτικού ψυχιάτρου. Οι συνεδρίες έχουν μοναδικό θέμα συζήτησης το πρωινό της βάπτισμα, τη «μα είναι καριόλα, Θού Κύριε» Φρόσω και τα κατεστραμμένα της ρούχα. Ούτε το συνηθίζει σιγά σιγά –ίσα ίσα–, ούτε το αντέχει, ούτε λύση βρίσκει, ούτε έχει καταφέρει ποτέ να τραβήξει την προσοχή της γριάς για να της δείξει έστω με χειρονομίες ότι την κάνει μούσκεμα.
Ο καιρός περνάει κι η ζωή της Ραλλούς έχει διαλυθεί τελείως. Κάνει υπερφαγίες, χάνει μέρες απ’ τη δουλειά, βλέπει εφιάλτες – όταν καταφέρνει να κοιμηθεί. Ο ψυχίατρος έχει ξεκινήσει τα ζολόφτ –δεν αντέχεται αυτή η εμμονή της πελάτισσάς του– και τελικά της ανακοινώνει πως δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν τη συνεργασία. Αποφάσισε να πάει στο Μπαλί σ’ ένα retreat λασποθεραπειών, να ξαναβρεί τον εαυτό του. Η Μαιρούλα έχει σταματήσει να σηκώνει τα τηλέφωνα, ο Ηλίας κάνει πια πως δεν τη βλέπει κι ο Τάσος απ’ το καθαριστήριο έχει αρχίσει να στέλνει το παιδαρέλι που ’χει βοηθό να την εξυπηρετεί. Έχουν χάσει πια όλοι κάθε ελπίδα και κανείς δεν περιμένει τη μέρα που η Ραλλού θ’ αποφασίσει να περνάει απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο.















































































































