Η Χριστίνα Γιαβάσογλου εξηγεί δύο νέους όρους που έχουν εμφανιστεί στους βιβλιοφιλικούς (και όχι μόνο) κύκλους και μετατρέπουν την ανάγνωση σε κοινωνική μετοχή.
Όσοι χρησιμοποιούμε το Τικ Τοκ, τον τελευταίο μήνα, πέφτουμε συνεχώς πάνω σε σατυρικά βίντεο που σχολιάζουν έναν συγκεκριμένο ανθρωπότυπο βιβλιόφιλων. Εκείνοι που κουβαλούν μια tote bag, πίνουν matcha tea (ή κάτι παρεμφερές) και διαβάζουν σε δημόσιο χώρο (καφετέριες, μετρό, λεωφορεία) κάποιο «βαρύ» λογοτεχνικό βιβλίο, από εκείνα που φοβάσαι να ξεκινήσεις γιατί ψυχανεμίζεσαι ότι θα καταλήξεις με διάστρεμμα σε μερικούς νευρώνες.
Το πίσω κείμενο της συγκεκριμένης σάτιρας είναι απλό. Οι χρήστες υποδεικνύουν μια ομάδα αναγνωστών που επιλέγει να διαβάσει μπροστά σε κόσμο αυτά τα δύσκολα βιβλία, κατηγορώντας τους για «performative reading», ήτοι «επιδεικτική ανάγνωση». Ότι δηλαδή όλοι αυτοί οι αναγνώστες διαβάζουν κυριολεκτικά για τα μάτια του κόσμου, δίνοντας μια παράσταση, θέλοντας εμμέσως να κερδίσουν μια αύξηση της κοινωνικής τους μετοχής: «Για δες τον, διαβάζει Ναμπόκοφ, μια τυχαία Δευτέρα 7 το πρωί στρυμωγμένος σα σαρδέλα στο μετρό!».
Μια μεγάλη μερίδα της κριτικής γύρω από την επιδεικτική ανάγνωση επικεντρώνεται στον ανδρικό πληθυσμό, φωτογραφίζοντας άρρενες Zoomers (κυρίως), οι οποίοι επιλέγουν φεμινιστικά αναγνώσματα και τα διαβάζουν δημοσίως θέλοντας να υπογραμμίσουν πως εκείνοι «δεν είναι σαν τους άλλους». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σάτιρα αυτή γιουχάρει έναν τύπο pick me άνδρα υπό το βιβλιοφιλικό πρίσμα.
Το βιβλίο ως κοινωνική μετοχή
Η χρήση του βιβλίου ως κοινωνική μετοχή, δεν είναι φυσικά κάτι καινούργιο. Η σύνδεση της πνευματικής καλλιέργειας με τα ανώτερα στρώματα της κοινωνικής πυραμίδας, είναι συνειρμικά απολύτως λογική, μιας και για εκατοντάδες χρόνια η πρόσβαση στη γνώση ήταν αποκλειστικό προνόμιο των «εχόντων», των ευγενών, κι αργότερα των αστών. Εκείνων που μπορούσαν να συνδυάσουν την αριστοκρατία του χρήματος με την αριστοκρατία του πνεύματος. Από τότε μέχρι σήμερα βέβαια, έχει παρεμβληθεί ο καλός μας Διαφωτισμός, βασικός πυλώνας του οποίου ήταν και η ελεύθερη πρόσβαση του λαού ανεξαρτήτως τάξης στην εγκυκλοπαιδική γνώση. Κρίνω ότι είναι κατά κύριο λόγο ζήτημα κοινωνικού ασυνείδητου το γεγονός ότι ακόμα ο «διαβασμένος» δημιουργεί μια απατηλή εικόνα μεγαλείου στα μάτια των άλλων, πράγμα «ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο».
Όλο το θέμα, άλλωστε, γύρω και από αυτό που σήμερα έχει προκύψει ως performative reading, είναι ακριβώς τα μάτια των άλλων. Σε επίπεδο ψυχολογίας η έννοια του βλέμματος έχει μελετηθεί βαθιά, κι έχει αποδειχθεί η τεράστια σημασία του για τον ανθρώπινο ψυχισμό και για την σμίλευση της αυτό-εικόνας. Αρχής γενομένης απ’ το βλέμμα της μητέρας, μεγαλώνοντας αναζητάμε τον ίδιο καθρεφτισμό στα μάτια των γύρω μας για να νιώσουμε γεροί και ασφαλείς. Πέφτουμε, συχνά, στην παγίδα να ψιθυρίζουμε στον εαυτό μας «έτσι είμαι, αν έτσι νομίζουν». Αυτό φυσικά μπορεί να οδηγήσει σε ολισθηρότατα εσωτερικά μονοπάτια και πολλά παραστρατήματα ετεροκαθορισμού. Ζούμε, δε, στην εποχή που προσκυνάει την εικόνα. Τη δημόσια εικόνα, όπως αυτή απαθανατιστεί από ένα φακό. Απαθανατιστεί ή απονεκρωθεί άραγε…;
Έχεις πει κι εσύ ψέματα για το τι διαβάζεις
Έρευνα του UCL, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού στη Λογοτεχνία, δίνει ορισμένα ενδιαφέροντα στατιστικά που βάζουν σε αριθμούς την ανάγκη να αρέσουμε μέσω του πνεύματος και την παρόρμηση της επιδεικτικής ανάγνωσης. Η Giulia E. Vidoni συγκέντρωσε τα αποτελέσματα ενός δείγματος 385 ατόμων σχετικά με την στάση τους περί ανάγνωσης. Το 93% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι θα ένιωθε κολακευμένο αν χαρακτηρίζονταν «πολυδιαβασμένοι», ενώ το 84% έχει επιθυμήσει να λάβει αυτό το σχόλιο. Συχνά, όμως, παρεισφρύουν και τα λεγόμενα «λευκά ψέματα» για να εκβιαστεί το συγκεκριμένο σχόλιο!
Το 62,5% παραδέχτηκε ότι έχει πει ψέματα πως έχει διαβάσει ένα βιβλίο, με το ένα τέταρτο αυτών να δηλώνουν πως το έκαναν για να φανούν «έξυπνοι», ενώ το υπόλοιπο ένα τέταρτο χρησιμοποίησε το ψέμα για να δημιουργήσει κοινωνικούς δεσμούς, συμμετέχοντας σε μια συζήτηση γύρω από το εκάστοτε βιβλίο. Αναφορικά με το performative reading, η έρευνα ανέδειξε μέσα από τα στατιστικά, ορισμένες κατηγορίες λόγων που παρασέρνουν τον αναγνώστη στην επιτελεστική ανάγνωση και –τι παράξενο– έχουν όλοι να κάνουν με το πώς θα φανούν. Το 25,7% παραδέχτηκαν ότι το έκαναν για να φαίνονται έξυπνοι και το 23,7% ότι διάβασε ένα βιβλίο για να δημιουργήσει δεσμούς με τους άλλους.
Brodernism: η κοινωνική επιβράβευση του δύσκολου βιβλίου
Ως «αδερφάκι» της επιδεικτικής ανάγνωσης, ξεφύτρωσε και ένας νέος όρος, ο οποίος επίσης στοχοποιεί άνδρες αναγνώστες. Και κυρίως άνδρες κριτικούς λογοτεχνίας. Ο Federico Perelmuter, αρθρογράφος και κριτικός βιβλίων του LARB (Los Angeles Review of Books), δημιούργησε τον όρο «brodernism» παντρεύοντας τους όρους “bro” και “modernism” σε άρθρο του τον Φεβρουάριο του 2025. Στο συγκεκριμένο άρθρο ο Perelmuter, ασκούσε κριτική στο βιβλίο “Herscht 07769” του σημερινού Νομπελίστα László Krasznahorkai. Με αφορμή το βιβλίο, ο Perelmuter θίγει το ζήτημα της εξύμνησης από την λογοτεχνική κοινότητα, δύσκολων, μαξιμαλιστικών, πειραματικών βιβλίων, υπογράφοντας την άποψη ότι για τους σύγχρονους κριτικούς η φάση είναι: «όσο δυσκολότερο, τόσο το καλύτερο».
Γράφει χαρακτηριστικά: «Τα κριτήρια του brodernism για τη “προκλητική” λογοτεχνία είναι μια περιορισμένη σειρά χαρακτηριστικών: περίπλοκες προτάσεις, σαφείς αναφορές στην εντροπία, τα μαθηματικά και τη κλασική μουσική, μετα-αφήγηση, αντιρεαλισμός, μοναχικοί ανδρικοί πρωταγωνιστές, βιβλία-τούβλα, αμήχανες και μισογυνιστικές σκηνές σεξ, η μυρωδιά του να έχεις διαβάσει κάποτε Νίτσε, οι λέξεις “ψυχεδελικό” και “ονειρικό”». Για τον Νομπελίστα, αναφέρει ότι είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συγγραφέα που αγαπούν οι brodernists, μαζί με τους William Gaddis, Thomas Pynchon, David Foster Wallace, Mircea Cărtărescu και άλλους πολλούς. Χαρακτηρίζει αυτού του είδους την εμμονή στο περίπλοκο ως «μια εξαντλητική, εξαντλημένη λογοτεχνία – μια ζόμπι πρωτοπορία».
Βιβλιοφιλική διαφοροποίηση απ΄ τους παγκόσμιους χωριάτες
Δεν θα κουνήσω το δάχτυλο στους performative readers, ούτε σ’ εκείνους που διαλέγουν ένα ακατάληπτο βιβλίο για να ξεχωρίσουν απ’ τη μάζα. Κάθε χρόνο ο κόσμος μας γίνεται ένα τσικ πιο παγκοσμιοποιημένος απ’ ότι ήταν 365 μέρες πριν. Είχα διαβάσει κάπου –σε βιβλίο του Βακαλόπουλου θαρρώ– ότι τώρα που ο κόσμος έγινε ένα παγκόσμιο χωριό, γίναμε όλοι παγκόσμιοι χωριάτες. Η ανθρώπινη ανάγκη για διαφοροποίηση είναι τώρα πιο επιτακτική από ποτέ. Κι επειδή πράγματι είμαστε παγκόσμιοι χωριάτες που κατά πλειοψηφία καταναλώνουμε παγκόσμια σκουπίδια, το «ψαγμένο» βιβλίο χρησιμοποιείται (ασυνείδητα ίσως) απ΄ τον κόσμο όπως τότε, πριν τον καλό μας Διαφωτισμό, ως ένα μέσο για να μας ξεχωρίζει απ΄ τη μαζική κουλτούρα.
Φυσικά, όλη αυτή η εμμονή αποστερεί τον αναγνώστη την ουσία του διαβάσματος που είναι να δει άλλους κόσμους, όχι να τον δει ο άλλος κόσμος. Στα ταπεινά μου μάτια, κάθε βιβλίο που αγοράζεται είναι κέρδος· είθε να διαβάζεται κιόλας, απαλλαγμένο από τους κοινωνικούς ψυχαναγκασμούς made by 21st century.















































































































