Το summertime sadness με κλείνει παθιάρικα στην αγκαλιά του και γουστάρω μέσα εκεί να πνίγομαι. Για τις φορές που έχω ανάγκη να σωθώ, έχω βρει το μυστικό. Σώζομαι από την καλοκαιρινή μελαγχολία μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα. Ένα, να ξεφεύγεις από αυτήν. Δύο, να βαθαίνεις περισσότερο μέσα της, τόσο που να σε φοβηθεί και να φύγει. Ή να μείνει, τέλος πάντων, πιο σπλαχνικά, πιο ήπια.
Ένα: Τα βιβλία που σπαρταρούν, ολόφρεσκα ψάρια με μάτια μπιρμπίλικα
Να, σαν το Στη Γύρα (πολλά έχουν ήδη γραφτεί για δαύτο) της Ελισάβετ Φωτοπούλου, γυναίκας μιλένιαλ με γραφή εκρηκτική και πρωτότυπες ιδέες. Μια συλλογή διηγημάτων με πηγαίο σουρεαλισμό, ασυμμάζευτη καύλα και υπερχειλίζουσα επαναστατικότητα. Περιμένω κι άλλα από την Φωτοπούλου, όταν εγκαταλείψει την αγωνία της καινοτομίας (ίχνος συγχωρητέο στην πρωτόλεια εμφάνιση κάθε/καθεμίας γραφιά) θα είναι πραγματικά καταπληκτική. Το πρώτο της βιβλίο πάντως, αυτή η καλαίσθητη, πολύ urban cool έκδοση των δοκιμασμένων και ολοταχώς ανερχόμενων εκδόσεων ΚΨΜ, με συνόδευσε σε κάτι κάψινες διαδρομές με τον ηλεκτρικό (γραμμή Βικτώρια Πειραιά) και με πήρε από προσωπικές και συλλογικές στενοχώριες της εποχής, έστω για λίγο. Το διήγημα νο11 (με τίτλο ‘’Στο Ανθοπωλείο’’) είναι η καλύτερη απόδειξη που είχα εδώ και πολύ καιρό ότι μια ολοκληρωμένη ιστορία με ενδιαφέρον, με αρχή, με μέση, με τέλος μπορεί μια μαστόρισσα να φτιάξει ακόμα και με ελάχιστες λέξεις. Φυσικά, το βιβλίο έχει αρκετές άλλες ένδοξες στιγμές. Και, ως καλό βιβλίο που είναι, λειτούργησε για μένα ως ιδανικό appetizer για καταβύθιση στα βιβλία που έχω επιλέξει για το φετινό καλοκαίρι. Έπεται update, σχετικά.

Δύο: Τα παιδικά του Disney. Τελεία.
Αφήνω πίσω/τις αγορές/και τα παζάρια/θέλω να τρέξω/στου Ντίσνεϋ τις κοπελιές/και τα παλικάρια. Και δεν δίνω καμία σημασία στα λεγόμενα περί παλιομοδιτισμού και μη φεμινισμού του Ντίσνεϋ. Για όνομα του θεού, το στούντιο της Ντίσνεϋ έβγαζε, σα ζεστά ψωμάκια, και πολύ before it was cool, αληθινές ιστορίες diversity ανθρώπων και ερώτων. Οι ηρωίδες του είναι δυναμικές στην πλειοψηφία τους και, αν δεν είναι, γούστο τους και καπέλο τους-σιγά μην είμαστε όλες εμείς οι κορασίδες δυναμικές και ατσάλινες. Σιγά μην δεν έχουμε ονειρευτεί κι εμείς τον έρωτα που θα μας ξεσηκώσει και θα μας χαρίσει φτερά στην καρδιά. Έχει καταντήσει τοξικό το να θες να ερωτευτείς. Έχει θεωρηθεί αντιφεμινιστικό (φευ!) το να θέλει μια γυναίκα να γίνει παρανάλωμα μες στην αγκαλιά και τα φιλιά του αγαπημένου της. Είδα, ξανά, μέσα σε λίγες μέρες Ποκαχόντας, Χιονάτη, Άριελ, Πεντάμορφη και το Τέρας, Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων, Πίτερ Παν, Ταρζάν, Αλλαντίν. Με δάκρυα και χαμόγελα, μια ενήλικη παιδούλα. Μια unapologetically πριγκίπισσα στο σπίτι της που έχει στολίσει σαν το απέραντο, παιδικό δωμάτιο των ονείρων της. Να μου κάνετε την χάρη.
Τρία: Μια απρόσμενα παρήγορη νέα άφιξη στην Πλατεία Αμερικής
Ναι, κι άλλο μπαρ στην Κυψέλη και τα πέριξ. Ολοκαίνουργιο. Το μπαρ ΦΙΚΟΣ, στον σχεδόν λησμονημένο υπερ-πεζόδρομο της Λευκωσίας (στο νούμερο 12), μισό τσιγάρο δρόμος από την πλατεία Αμερικής, έχει έναν φωτισμό εξωτικό, βγαλμένο λες από ταινία του Παναγιωτόπουλου, δημιουργώντας ένα νέο πεδίο δράσης για τους Αθηναίους που δεν χορταίνουν ποτέ από νέα openings. Αυτό, βέβαια, πάει για σοβαρό στέκι. Η αίσθηση και η αισθητική του μαγαζιού (ως ύλη, αλλά και ως σκηνογραφία) φέρει την υπογραφή του καλλιτέχνη-ξυλουργού Γκάι Στεφάνου. Έτσι, θα δείτε, αν είστε ορεξάτοι και παρατηρητικοί, απρόσμενες λεπτομέρειες στο μπαρ, στους τοίχους, σε κρυφά σημεία εντός του μαγαζιού (βλ.έναν πράσινο ελέφαντα, ένα μυστικό πορτάκι στην θέση μιας πρίζας τοποθετημένης πανήψυλα ανάμεσα σε άλλα) που υπογραμμίζουν την λειτουργία του ΦΙΚΟΥ ως χώρου θεραπείας της ψυχής και των αισθήσεων, με μια παιγνιώδη διάθεση που, κατά την άποψή μου, κάθε μπαρ που σέβεται τον εαυτό του χρειάζεται. Πλάι στο ενυδρείο στο μπαρ, μερικά αυτοκινητάκια θυμίζουν παιδικό δωμάτιο-κι αυτό που συμβαίνει πίσω από την μπάρα είναι εξόχως διασκεδαστικό: δροσερά κοκτέιλ, παγωμένες μπίρες, καθαρά ποτά σερβίρονται και δροσίζουν τους ουρανίσκους του Ιούλη. Εκεί θα ξεκαλοκαιριάσω, παιδιά. Και προβλέπω και κάτι ωραιότατα απογεύματα χειμώνα, για ουίσκι και συμπάθειες. Παλιές και καινούργιες. Βίβα, Φίκε μου ωραίε, με τον τεράστιο Φίκο σου απ’ έξω να ομορφαίνει (κι άλλο) την ταλαιπωρημένη μας την γειτονίτσα.















































































































