Το τραγούδι της ημέρας παίρνει φόρα και θα αρχίσει να προσγειώνεται στην αρχική σας σε ανύποπτο χρόνο. Η ιδέα είναι απλή: κάποιες μέρες και κάποια γεγονότα που θέλουμε να θυμόμαστε, τα συνδέουμε με τραγούδια κι έτσι, γιορτάζουμε –ή πενθούμε– με τον πιο ωραίο τρόπο, με τον πιο αληθινό τρόπο που ξέρουμε (και το κάνουμε έτσι κι αλλιώς)· μουσικά.
Το τραγούδι της ημέρας: Τριανταφυλλένη (παραδοσιακό της Κύπρου)
Στίχοι: παραδοσιακό ποίημα της Κύπρου
Μουσική: Μιχάλης Χριστοδουλίδης
Τζι’ αν αρρωστήσω μάνα μου
θέλω σου να μηνύσω
να ‘ρτεις τριανταφυλλένη μου
να σε αποσιαιρετίσω
Σήμερα δεν είναι καμιά παγκόσμια ημέρα, ούτε γεννήθηκε κάποιος αγαπημένος δημιουργός. Σήμερα απλά αποφάσισα να μιλήσω για τη συναυλία του Αλκίνοου Ιωαννίδη στο Άμστερνταμ, που είχα την τεράστια τύχη να απολαύσω πριν μια βδομάδα. Δεν είχα σκοπό να γράψω για την εμπειριάρα αυτήν, αλλά είδα τη χθεσινή όμορφη συνέντευξη του αγαπημένου Αλκίνοου στον Alpha Κύπρου και θυμήθηκα πόσο συγκινητική ήταν η στιγμή που τραγούδησε στο κατάμεστο (από Έλληνες, Κύπριους και ξένους) Melkweg, την Τριανταφυλλένη.
Η Τριανταφυλλένη, είναι ένα παραδοσιακό ποίημα της Κύπρου, στο οποίο έγραψε τη μελωδία ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης. Είναι ένα θλιμμένο και τρυφερό τραγούδι. Ένας μεσαιωνικός θρήνος για τον έρωτα και τον θάνατο. Τραγούδι τροβαδούρων, τραγούδι καθαρόαιμο αφηγηματικό δημοτικό, σαν τον Διγενή, την Πέρτικα, την Αροδαφνούσα κι άλλα όμορφα που ανακάλυψα πρόσφατα. Κανείς δεν ξέρει ποιος τα έγραψε, ούτε πότε ακριβώς γεννήθηκαν. Κάπου ανάμεσα στη Βυζαντινή περίοδο και τα τέλη της Βενετοκρατίας απέκτησαν τη μορφή που γνωρίζουμε. Κι έμειναν. Και μετά ταξίδεψα εγώ στο Άμστερνταμ, το 2025 και ανάμεσα σε ανθρώπους που ζουν εκεί και τους λείπει ο ήλιος και οι πατρίδες τους, βούρκωσα ακούγοντάς το. Δίπλα στη φίλη μου τη Στέλλα, από τη Λεμεσό, που ζει στην κρύα Ολλανδία πάνω από δέκα χρόνια. Μια κατά τ’ άλλα αδιάφορη Κυριακή στα ξένα, βρίσκονται όλοι μαζί κι η Στέλλα βλέπει κι ακούει το παραδοσιακό αυτό της πατρίδας της να ζωντανεύει από τον Αλκίνοο. Ξέρω ότι συγκινήθηκε, το ένιωσα, δε χρειάστηκε να πούμε τίποτα. Μια βδομάδα έκατσα Ολλανδία, αυτή ήταν η καλύτερη στιγμή του ταξιδιού μου: Ο Αλκίνοος. Μόνος κάτω απ’ τα συναυλιακά φώτα, με μια κιθάρα και την απαλή φωνή του, στην άκρη άκρη της σκηνής, από πάνω μας, σαν ακροβάτης. Τραγουδά την Τριανταφυλλένη. Και είναι γλυκύτατος. Και είναι αληθινός. Κι οι στίχοι είναι στα Κυπριακά, αλλά καταλαβαίνω. Γιατί έχει πόνο μέσα και τον πόνο τον νιώθεις επειδή τον ξέρεις.
Μεν φοηθείς τη μάνα σου
μήτε κανέναν άλλον,
μόνο τριανταφυλλένη μου
πρόφτασε δίχως άλλο.
Τζιαι ανταν να μπεις της πόρτας μου,
μεν κρύψεις τον καμό σου
Μα ρώτα τζιαι τη μάνα μου
τζιαι πε της «που εν ο γιος σου;»
Ένα ποίημα για τον έρωτα. Τον μεγάλο, τον απόλυτο, τον τελευταίο, αυτόν που πάει μέχρι τέλους (αυτόν δε θέλουμε όλοι μας;). Αυτόν που δεν σηκώνει «ίσως» και «αργότερα». Ο ποιητής – άγνωστος – φαντάζεται ότι είναι άρρωστος και ικετεύει, απαιτεί, διατάζει σχεδόν. Θέλει να τη δει. Να τη δει για τελευταία φορά. Και της τα λέει χύμα. «Άσε τις αναστολές, μη σε νοιάζει τι θα πει η μάνα σου ή η δική μου και τρέξε! Έλα! Δεν έχουμε χρόνο.»
Διαβάζεις τους στίχους και ξέρεις ότι όποιος το ’γραψε ήξερε καλά πως η αγάπη δεν έχει μόνο «για πάντα», έχει και «αντίο». Ένα χειροκρότημα για αυτόν τον τρελό που ζητάει το αδιανόητο: μια τελευταία αγκαλιά πριν τον χωρίσει η ίδια η ζωή από την Τριανταφυλλένη του. Και βέβαια μελοποιήθηκε. Πώς να μη μελοποιηθεί; Αυτά τα λόγια είναι για να τραγουδηθούν.
Τζιαι ανταν σε δει η μάνα μου
που λόγια εννα σε πάρει
Μα εν είσαι αγάπη πειστιτζή
στο νου σου μεν τα βάλεις.
Έμπα ζερβά στην κάμαρη
τζιαι έλα δεξιά στο στρώμα
Σιύψε τριανταφυλλένη μου
τζιαι φίλα με στο στόμα.
Με τα γρουσά σιερούθκια σου
βάστα την τζεφαλή μου
Βάστα με στην αγκάλη σου
ώσπου να φκει η ψυσιή μου.
Θρήνος με άρωμα κυπριακό. Η Κύπρος η πολύπαθη, η πονεμένη, που ακόμα περιμένει μια τελευταία αγκαλιά, μια τελευταία δικαίωση, η Κύπρος με τους μεγάλους καλλιτέχνες της. Ξέρει από μουσική αυτή η γη, τι να λέμε;
Τα παραδοσιακά τραγούδια είναι η ψυχή του κάθε τόπου σε νότες. Είναι οι καημοί, οι έρωτες, οι χωρισμοί, οι εξορίες, τα πάθη και οι ελπίδες ολόκληρων λαών. Είναι η φωνή αυτών που έζησαν πριν από εμάς και αυτών που θα έρθουν μετά. Ευτυχώς κάποιοι τα κρατάνε ζωντανά και τα μαθαίνουμε. Δευτεριάτικο πρωί, το ακούω στα ακουστικά μου από μια άλλη εκτέλεση πάλι του Αλκίνοου και με πιάνει η συγκίνηση.

Ο Αλκίνοος τελείωσε την περιοδεία του με αυτήν τη συναυλία και τη συναυλία με αυτό το τραγούδι. Και οι μουσικοί που τον πλαισίωναν (Μιλτιάδης Παπαστάμου, Σταύρος Λάντσιας, Γιώτης Κιουρτσόγλου και Μιχάλης Καπηλίδης) ήταν εξίσου συγκλονιστικοί με τον ίδιο. Τους ευχαριστούμε όλους για αυτά τα λεπτά. Τον άγνωστο ποιητή που το έγραψε, τον συνθέτη Μιχάλη Χριστοδουλίδη που του έβαλε μουσική, τον Αλκίνοο που μας το χάρισε με τη φωνή του.
Τζιαι ανταν τζιαι δεις τζιαι ποσπαστούν
τζιαι πάσιν να με θάψουν,
τες πέτρες τες ασυντυσιές
κάμε τες να με κλάψουν.
Τζιαι ανταν να με περάσουσιν
από τη γειτονιά σου,
εύκα κρυφά της μάνας σου
τζιαι τράβα τα μαλλιά σου.















































































































