Ας μιλήσουμε για στίχο, επιτέλους. Μουσικός δεν είμαι, με τον έμμετρο λόγο σχετίζομαι συνήθως, οπότε τα τραγούδια τα κοιτάω πάντα από μια ιδιαίτερα στιχοκεντρική σκοπιά κι η αδυναμία μου στην πένα του Αλκαίου είναι σαν τον έρωτα, το χρήμα και τον βήχα: δεν κρύβεται. Ανατριχιάζω. Συνταράσσομαι. Ζω το Πάθος. Απ’ αυτά που άπαξ και τα γνωρίσεις σε αλλάζουν για πάντα και τους πρέπει να γράφονται με το πρώτο γράμμα κεφαλαίο.
Το «Κιφ» κυκλοφόρησε το 1999 στον δίσκο «Εντελβάις», σε μουσική του Μάριου Τόκα και ερμηνεία του Δημήτρη Μητροπάνου. Ξεκινάει έτσι…
Τα σύνορα που πέρασα δεν είχανε φρουρό
μόνο λίγα γεράκια διψασμένα
στα γόνατά μου αράξανε ζητώντας μου νερό
και πώς να τα χορτάσω τα καημένα
Υπάρχουν τραγούδια που σε σηκώνουν απ’ την καρέκλα, άλλα που σου κολλάνε στο μυαλό και τα σιγοτραγουδάς για μέρες και υπάρχουν και κάποια (πιο σπάνια) που σε κάνουν να σταθείς, να θυμηθείς, να ταραχτείς. Το «Κιφ» του Μάριου Τόκα και του Άλκη Αλκαίου ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία. Δεν είναι κανένα ευκολάκι. Έχει γλώσσα σκληρή και κοφτή, σκοτεινή ενορχήστρωση και δεν ρομαντικοποιεί τα θέματά του. Επ’ ουδενί δεν θα το χαρακτήριζε κανείς «πιασάρικο», είναι όμως από εκείνα τα τραγούδια που αποδεικνύουν γιατί ο Αλκαίος είναι ένας κορυφαίος, συγκλονιστικός, στιχουργός: γιατί μιλάει πάντα με την ίδια ένταση για την ψυχή, για την κοινωνία, για τη γενιά του και παραδόξως ακόμα και για τις επόμενες…Μάγος του υπαρξιακού στιχο-στοχασμού, μέντιουμ, μάστορας της γλώσσας, του ρυθμού και της ρίμας κι όλα τα συναφή. Ο «αόρατος στιχουργός» που μας μεγάλωσε.
Απ’ την πρώτη φορά που άκουσα το «Κιφ» –πολύ πριν αρχίσω να ασχολούμαι διακαώς με το στίχο– μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες προσφύγων διωγμένων όπως όπως απ’ τους τόπους τους, εικόνες ξεριζωμένων να περπατάνε σε μεγάλες ευθείες με την ελπίδα πως αυτές επιτέλους θα τους βγάλουν σε μια νέα ζωή, εικόνες γονιών, πατεράδων, παιδιών, μανάδων που πέφτουν στη θάλασσα με σωσίβια, που διασχίζουν νύχτες, που τρέχουν να γλιτώσουν. Ξεριζωμένοι υπάρχουν πάντα. Κάποτε υπήρξαμε εμείς, τώρα είναι άλλοι. Και τους Άλλους αυτούς, συχνά, εμείς οι τυχεροί που ζούμε εν ειρήνη, που η χώρα μας στέκεται ακόμα όρθια (με την κυριολεκτική έννοια, γιατί με τη μεταφορική δεν είμαι σίγουρη) «τους προσπερνάμε με βλέμμα ξένο».
Σε πολιτεία βρέθηκα που ’ψαχνα για καιρό
στου ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο
πάω να την ψηλαφίσω τρέχω να τη χαρώ
κι αυτή με προσπερνάει με βλέμμα ξένο
Ο Αλκαίος όπως πάντα μιλάει με ειλικρίνεια, δεν κρύβει το σκοτάδι, δεν το φοβάται, δεν το εξωραΐζει.
Μουσικά είναι μοναδικά ατμοσφαιρικό, γι’ αυτό και ξεχωρίζει ανάμεσα στα υπόλοιπα τυπικά λαϊκά της εποχής του. Ένα ζεϊμπέκικο με ρυθμό σταθερό, σχεδόν υπνωτιστικό, που σου δίνει χώρο να ακούσεις καλά τις εικόνες που φαντάστηκε ο Αλκαίος. Η ενορχήστρωση, δεν ξέρω γιατί, αλλά μου ακούγεται κλειστοφοβική και μαύρη – γίνεται κάτι να ακούγεται μαύρο; Γίνεται! Ίσως οι –στ’ αλήθεια– ηλεκτρικές κιθάρες του Περτσινίδη… Και σε συνδυασμό με το βάρος της φωνής του Μητροπάνου (σαν να κουβαλάει όλο το βάρος της προσφυγιάς) το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι καπνισμένο (ντουμάνι σου λέω) με απίστευτη ένταση, που αν αφεθείς μέσα του σε μουδιάζει…όπως θα έκανε κι ένα τσιγάρο φορτωμένο με χασίς.
Στην αγορά ζωήλατα και ξωτικά πουλιά
και κράχτες που σωσίβια διαλαλούνε
αγόρασα από ένα σε δυο γυμνά παιδιά
κι εκείνα ζαρωμένα μ’ απαντούνε:«Οι δοκιμές μας γέρασαν νωρίς στον κόσμο αυτό
κι αν τόσο θες να κάνεις μια αβαρία
δώσε μας λίγο πράσινο Κιφ Μαροκινό
και θα στο ξεπληρώσει η Ιστορία».
Τους χαρίζει από ένα σωσίβιο κι εκείνα προτιμούν λίγο πράσινο κιφ Μαροκινό. Πολλές φορές χρειαζόμαστε διαφυγή αντί για λύση. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο κυριολεκτικά μίλησε ο Αλκαίος για σωσίβια και για πολιτείες με κρύα βλέμματα. Ίσως το τραγούδι να είναι μια μεταφορά για την ανάγκη μιας ολόκληρης γενιάς να βρει ένα πράσινο, ένα όνειρο που θα της κρατήσει το βλέμμα, το σώμα, το μυαλό ανοιχτό, όταν όλα γύρω δείχνουν να γερνούν και να περνούν. Και αυτή η αγωνία υπήρχε και τότε, υπάρχει και σήμερα. Αλλιώτικη, αλλά που αφήνει τις ίδιες πληγές. «Οι δοκιμές μας γέρασαν νωρίς στον κόσμο αυτό», γράφει. Και δεν μιλά για την προσωπική φθορά· μιλά για ολόκληρα «χωριά» ανθρώπων που ενηλικιώθηκαν μέσα σε ματαιώσεις, σε κακουχίες ή σε πολέμους, για όνειρα που δεν πρόλαβαν να ανθίσουν. Ίσως μιλά για εκείνη την αίσθηση ότι οι έρωτες κι οι ελπίδες διαλύθηκαν προτού προλάβουν καλά καλά να πάρουν μορφή, για εκείνη την απογοήτευση πως στηρίξαμε τα παιχνίδια μας σε τράπουλες σημαδεμένες. Και χάσαμε.
Στο πάρκο ένας μπατίρης μου ζάλιζε τ’ αυτιά
πως ήσουν τράπουλα σημαδεμένη
στους τέσσερις ανέμους σκορπίσαν τα χαρτιά
πού να σε ψάξω χώρα μου χαμένηΣτον ώμο το δισάκι μου σε σας ξαναγυρνώ
φωτιά νερό αέρα μου και χώμα
δε βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό
δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα.
Κι όμως. Να τη κι η ανατροπή. «Δε βγαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό / δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα». Ακόμα και όταν τα πάντα μοιάζουν χαμένα, ο Αλκαίος σου λέει: όχι, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Δεν μπορείς να πουλήσεις τα όνειρα, δεν μπορείς να βάλεις τα πάντα σε πλειστηριασμό, γιατί ο άνθρωπος θα συνεχίσει να ονειρεύεται, να φλέγεται, να στέκεται (έτσι έκανε άλλωστε κι ο ίδιος, όπως μάθαμε κι από τον Πασχαλίδη και δε χρειάζεται να αναφέρω το βιβλίο του «Αγύριστο κεφάλι: ο Άλκης Αλκαίος που γνώρισα…», γιατί όσοι αγάπησαν τον Αλκαίο, λογικά θα το έχουν διαβάσει ήδη). Εν ολίγοις…κι ας γεράσαμε πριν την ώρα μας…θα πολεμάμε πάντα!
Το «Κιφ» είναι τραγούδι που κουβαλάει την ίδια πυκνότητα που βρίσκουμε και σε άλλα κομμάτια του Αλκαίου. Κάθε φορά, η γραφή του ισόποσα νυστέρι ακριβείας που ανοίγει πληγές και φάρμακο για όσα μας πονάνε. Ένα υπέροχο, αγέραστο, πανανθρώπινο τραγούδι.















































































































