Σκυλάδικα στην τηλεόραση μέσα από σήριαλ μυθοπλασίες, σκυλάδικα σε perfοrmances, στην Στέγη, στο ΠΛΥΦΑ, σε παραστάσεις, εκπεφρασμένα από άτομα που πιθανά λένε την επική ατάκα: «κοίτα, ρεμπέτικα ακούω και σέβομαι, με τα λαϊκά δεν το ’χω και τόσο» που μου προξενεί πάντα μειδιάματα για πολλούς λόγους. Σκυλάδικα εμβαπτισμένα στην Αδυσώπητη Κολυμπήθρα-Χωνευτήρι της εποχής μας: του ironic, του «για πλάκα», του «ακούω ΚΑΙ σκυλάδικα, κι ας είμαι ροκ εν ρολ», του «καψούρα μόνο ρε», αλλά μετά ας σηκώσω λίγο πιο ψηλά την κάλτσα μου και ας παραπονεθώ στον μπαρίστα της γειτονιάς που του τελείωσε το γάλα σόγιας.
Τέλος πάντων, όφειλα στον εαυτό μου κάποια στιγμή, για την ζωή που κάνω, για τα κείμενα που γράφω, για τις επί πάλκου περφόρματιβ-τραγουδιστικές εμπειρίες που έχω και που θέλω να αποκτήσω, να τραγουδήσω σε ένα σκυλάδικο χωρίς ίχνος ειρωνείας – κανονικά και με το νόμο. Νυχτοκάματο, καψουροτράγουδα, ποτά. Και τραγούδησα. Με τον Κώστα τον Πένητα, αρχιτραγουδισταρά, παλκοπερπατημένο, καραμπουζουκλή. Και με την Έλενα την Στάθη, φωνάρα βαριά, στιβαρή – η ίδια, μια ξανθιά νεράιδα που σχεδόν ίπταται πάνω από το πάλκο, τόσο αέρινη και λεπτεπίλεπτη.
Να, δείτε και την αφίσα.

Δεν ήταν παράσταση του Μπισμπίκη ή του Παλούμπη, δεν ήταν ταινία του Οικονομίδη, δεν είναι βαριετέ-τρας-αποκριάτικο πάρτυ στο Ρεντ Τζάσπερ. Δεν βιντεοσκοπήθηκε για το Vice, ήταν real, κρεατένιο, ιδρωτικό, καλο-ακαλαίσθητο. Το μαγαζί δεν ήταν καν μαγαζί Εθνικής Οδού – ένα παλαιάς δόξας συνοικιακό καφέ μπαρ ήταν. Με τα παλιά ξύλινα βαρέλια, την μπάρα, την λουλουδού, την μπαργούμαν, τον σερβιτόρο (όσο όφειλε σκυθρωπός, χωρίς πολλά πολλά, φέρνει το ποτό και τέρμα). Δεν μαζέψαμε τρελό κόσμο – ας είναι.
Το αυθεντικό σκυλάδικο αιμορραγεί, όσο το έκτρωμα-φρανκεστάιν παράλλαγμά του στο σήμερα, ανασαίνει μέσα από χορηγίες μεγάλων ιδρυμάτων για να πει τι; Τίποτα. Να εμβαπτίσει μες στο καλτ τους ημιμαθείς, συνήθως, καλλιτέχνες που θαρρούν πως τραγουδούν την εποχή τους-ξεχνώντας επιδεικτικά ότι τα μεγάλα πολιτικά τραγούδια δεν διαθέτουν στο στίχο ημερομηνίες, ονόματα και πολιτικές πράξεις. Είναι πολιτικά επειδή είναι οικουμενικά και είναι πολιτικά επειδή με έναν τρόπο είναι λαϊκά. Φυσικά, το σκυλάδικο δεν είναι πολιτικό – ή μάλλον ήταν. Τώρα, πάει να επανακατακτηθεί δήθεν αναπολογητικά από έναν συρφετό απολίτικων πλασμάτων που θεωρούν ότι πολιτική είναι αποκλειστικά να φορέσουν την κεφίγια παριστάμεν@ σε κάποια δημόσια εκδήλωση – εάν τους ρωτήσεις τι συμβολίζουν τα χρώματα της σημαίας της Παλαιστίνης, εάν τους ρωτήσεις τα ονόματα τεσσάρων υπουργών της Κυβέρνησης ή τι εξήγγειλε ο Έλληνας πρωθυπουργός στην πρόσφατη ΔΕΘ δεν γνωρίζουν.
Τέλος πάντων, καλτ μπορεί να είναι μόνο κάτι ως επι-χαρακτηρισμένο. Κάτι που πριν χαρακτηριστεί καλτ δεν είχε καμία πρόθεση να χαρακτηριστεί καλτ. Οι ταινίες του Οικονομίδη ας πούμε, ή και του Τσιώλη. Καλτ ήταν και ο Γιώργος ο Σταυρόπουλος ο εδώ και λίγες μέρες εκλιπών που έβαλε τα πόδια του βορά στον λαό, που έκανε (ένας από τους πρώτους) δημόσιο, παραναλωματικό drag show μην έχοντας καμία συναίσθηση ότι αυτό που κάνει δεν είναι τέχνη και είναι κατάσταση. Μα ο Mr. Μπούτια δεν υπήρξε καταστασιακός. Επανιδρυτής του εαυτού του υπήρξε. Πιάνουν τώρα και γράφουν κάτι κουλτουριάρες κυρές για την περίπτωσή του, κάτι κυρές από αυτές που λοξοκοιτούν την σερβιτόρα με την κωλάρα μην και τους φάει τον άντρα τους. Γελάω δυνατά – όχι όσο ο Μπούτιας, αλλά δυνατά.
Γράφει ο Μάνος Λαμπράκης: Τον Σταυρόπουλο τον γνωρίσαμε εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, την εποχή που η ελληνική τηλεόραση λειτουργούσε όχι ως μηχανισμός πληροφόρησης ή αισθητικής καλλιέργειας, αλλά ως βιότοπος εξοστρακισμένων σωμάτων, ένα τοπίο αθέατης δημοκρατίας, όπου μιλούσαν μόνο όσοι δεν είχαν φωνή στον δημόσιο λόγο. Εκπομπές όπως το «Ερωτοδικείο», το «Made in Greece», το «Δεν ήξερες, δεν ρώταγες», δεν ήταν απλώς τηλεοπτικά κατασκευάσματα. Ήταν μικρο-οικοσυστήματα συμβολικής απορρύθμισης, όπου το γελοίο λειτουργούσε ως καταφυγή του τραγικού.
Γράφει ο Γιάννης Κολλιάκος: Μέσα από τις τηλεοπτικές εκπομπές του ο Θάνος Αλεξανδρής, έγινε αρχικά γνωστός, και ο Θάνος –θέλω να το γράψω αυτό– ήταν ο μόνος παρουσιαστής που αγαπούσε και φρόντιζε όλους τους καλεσμένους του, δεν τους ξεφτίλιζε, ούτε τους αντιμετώπιζε σαν γραφικές φιγούρες, ήταν όλο σαν ένας Φελινικός θίασος με το πιο σουρεάλ σενάριο, με την υπογραφή του Θάνου που θα ζήλευε ο Αλμοδόβαρ, κι έδειχνε στην ουσία όλο αυτό που υπέστη η τέχνη και ο κόσμος μας σήμερα! 30 χρόνια μετά… Σήμερα δηλαδή, βλέποντας υπουργό πολιτισμού τη Λίνα Μενδώνη και υπουργό υγείας τον Άδωνι Γεωργιάδη είναι ξεκάθαρο ποια είναι η trash tv, το φτηνιάρικο γύρω μας το βλέπεις όλη μέρα στην ελληνική τηλεόραση, η ισοπέδωση ιστορικών και αρχαιολογικών χώρων όπως Ωδείο Ηρώδου Αττικού (Ηρώδειο) και Παναθηναϊκό Στάδιο (Καλλιμάρμαρο) με την σημερινή κυβέρνηση έγιναν μπουζουξίδικα με τραγούδια για κατανάλωση αλκοόλ. Είναι όλα αυτά που μας παρουσίαζε ο Θάνος Αλεξανδρής τότε για το σήμερα, βέβαια πού να φανταστούμε τέτοιο ξεφτιλίκι στη ζωή μας όπως είναι σήμερα…ούτε κατά διάνοια! Κι όμως έγινε πολύ χειρότερη η κοινωνία από την trash tv.
Γράφει και ο Πάνος Μιχαήλ: Ο Μίστερ Μπούτιας πέθανε, αλλά είχε ήδη πεθάνει η Ελλάδα που τον γέννησε στα 90s. Εκείνη που δεν χρειαζόταν hashtags, queer theory ή TED talks για να δείξει τι σημαίνει να είσαι «queer ελάττωμα» και να το φοράς με καύλα μπροστά στην κάμερα. Εθνικά μπούτια ως queer προφητεία: το femme queerness που η γενιά μου και οι μιλένιαλ τρόμαξαν μπροστά του κι οι ζούμερς ξαναλάτρεψαν σαν θεότητα τύπου Ρουβά.
Όμως ας είμαστε ειλικρινείς: ο Σάκης Ρουβάς διέσχισε το ίδιο queer συλλογικό φαντασιακό σαν ευπώλητος Διόνυσος, με ατελείωτους χορηγούς και πρόσβαση στην υψηλή ελληνική κοινωνία my ass. Σαν να σε καλεί η Εριέττα Κούρκουλου στην Εκάλη να κάνεις holetox in loop τρώγοντας χαβιάρι. Μα ποτέ δεν θα είχε τα αρχίδια του Μπούτια να σταθεί με την οικογένειά του, σε βίντεο Πρωτοχρονιάς και να γυρίσει τον κώλο του στην κανονικότητα. Ο Ρουβάς πούλαγε «sex» για το #megamou (με χρυσό σπρέι μαλλί και γυαλιστερό παντελόνι). Ο Μπούτιας πούλαγε ομονοιακή πουστιά σε πανελλήνια μετάδοση για την ψυχή του. Μην με παρεξηγείτε, αγαπημένα μου. Οι αλεξίσφαιρες ηλεκτρονικές μοναξιές σας (LGBTQ+ σε emojis) έχουν τη χρησιμότητά τους. Αλλά το μάθημα του προγόνου μας είναι αλλού: η ζωή είναι δράση και αντίδραση, και κυρίως ΚΑΥΛΑ. Trash, ναι. Camp, ναι.
Μα πάνω απ’ όλα μια επιβίωση που μύριζε, πατσουλί δεκαετίας, μάσκαρα που τρέχει, καλσόν της μάνας, ιδρώτα από ομονοιακό τσοντοσινεμά. Όχι curated queer parties με glitter, αλλά την πρώτη εκείνη λαϊκή καύλα που δεν είχε ούτε safe space ούτε χορηγούς, ούτε αποδοχή.
Εκείνη την καύλα που την όριζε ο ανυπεράσπιστος καημός για ένα ακόμη κράξιμο, λίγο πριν τη σφαγή. Είτε μπροστά στις κάμερες είτε στην αληθινή ζωή.
Ο Πάνος Μιχαήλ, να τονιστεί, είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος-δρών, πρωταγωνιστής, διανοητής των καιρών του. Κανείς θα έλεγε «παλιά πουτάνα» – και ναι, έτσι είναι. Οι παλιές πουτάνες ξέρουν. Κατανοούν. Δεν πέφτουν σε παγιδίτσες. Έβαλαν καντάρια πάθους στην φάση, πριν λεχθεί Φάση.
Είναι διαφορετικό να ποστάρεις Μίστερ Μπούτια επειδή στον έμαθε το Λούμπεν και εσύ είσαι ένας ανοιχτόμυαλος φασαίος που δεν κρίνεις (sic) και διαφορετικό να γνωρίζεις Μίστερ Μπούτια, να έχεις αγοράσει, όπως κάποτε ο αείμνηστος Λευτέρης Βογιατζής, κατά μαρτυρία Μάνου Λαμπράκη πάντοτε, το βιβλίο με την ζωή του από πάγκο στην Ομόνοια. Είναι διαφορετικό να κάνεις ένα γλιτεράτο, ινσταγκραμόφιλο καμπαρέ στο λατρεμένο κατά τα άλλα Ρεντ Τζάσπερ (και να κοτσάρεις και μια Δημητρίου ή έναν Τερλέγκα για την Φάση) και είναι διαφορετικό να είσαι η Έλενα η Στάθη ή οποιαδήποτε τύπισσα με αρχίδια, να δίνεις ψυχή τραγουδώντας από Διονυσίου μέχρι Θεοδωρίδου και να πέφτουν τα γαρύφαλλα βροχή και μετά να πηγαίνεις να παίρνεις το κατοστάρικο, το εκατονπενηντάρι σου και να φχαριστιέσαι γιατί έζησες άλλη μια μέρα, έδωσες ψυχή άλλη μια μέρα, θα πληρώσεις το κωλονοίκι άλλον ένα μήνα και τα λοιπά.
Το πάθος μας πάει, πέταξε, εχάθη. Κι είναι απολολώς. Ή μάλλον, λατινικά γραμμένο: apololos. Ναι, ένα τέτοιο πρότζεκτ θα τ’ αγόραζε η Στέγη. Apololos: ένα ντράμεντι σκυλάδικο πάλκο για όλα τα dertia που κρύβουμε στηγκαρδιά μας. Ή κάτι τέτοιο.
Στα σκυλάδικα θα συνωστίζονται οι αληθώς απολωλότες. Κάτι άντρες πληγωμένοι, μπερδεμένοι, λιγάκι μαλάκες που γουστάρουν μουνιά και ξύδια. Δεν τους αγιοποιούμε. Πολλές γυναίκες μάτωσαν στη νύχτα. Και αγόρια. Πολλοί άντρες εργάτες της νύχτας: μετρ, σερβιτόροι, αυτοφωράκηδες. Ναρκωτικό πολύ. Κόκες στις τουαλέτες. Αποφορά μες στην παραφορά. Βία.
Μα τα σκυλάδικα δεν κρύβονται. Σαν τον Μίστερ Μπούτια. Ουρλιάζουν. Ποιος θυμόταν πέρσι τον Μίστερ Μπούτια; Τώρα που πέθανε όλες μας. Οι υποκρίτριες! Λίγοι που έγραψαν για αυτόν (τους παρέθεσα ήδη) γνώριζαν αυθεντικά. Ο Μέγας Μάγος της Νύχτας και των Σκυλάδικων Θάνος Αλεξανδρής θα πάρει στον τάφο του (μετά από εκατό χρόνια και, εύχομαι) πολλές αληθινές ιστορίες, ανείπωτες, γιατί δεν θα αντέχαμε. Και ίσως, κάπου εκεί, η Μαλβίνα του, η κολλητή του, τον περιμένει να πουν παρέα ένα τραγούδι με ντέφι, σεβντά και πάθος ειλικρινώς ατελείωτο.
Γιατί, αγάπες μου, κάπου σε ένα σύμπαν παράλληλο, πολλοί ποιητές, ζωγράφοι, διανοούμενοι τσουγκράνε άσπρο πάτο με όλους εκείνους και εκείνες που ironically ακούει η Μαιρούλα κι ο Γιωργάκης στα Τικ Τοκ τους, ρουφώντας βαριεστημένα κάποιο συσκευασμένο νον αλκοχόλικ κοκτέιλ. Περαστικά μας.















































































































