Αρκαδία, 31 Δεκεμβρίου 1965
Το μικρό πέτρινο σπίτι σε εκείνο το ορεινό χωριουδάκι, αν και φτωχικό, ήταν πεντακάθαρο, τακτοποιημένο και μοσχοβολούσε από το φαγητό που σιγοψηνόταν στην πυροστιά του τζακιού. Αρώματα από κάστανα, φρούτα και μυρωδικά απλώνονταν ολόγυρα. Κάθε παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, η Λενιώ το ’χε έθιμο δικό της αγαπημένο να μαγειρεύει στην κόκκινη κεραμική γάστρα της, τη «γιορτινή» όπως την αποκαλούσε. Όταν παντρεύτηκε, η μητέρα της της έδωσε ένα μπαουλάκι γεμάτο εργόχειρα και μαζί μ’ αυτά, τη γάστρα. «Να ’χεις την ευχή μου παιδάκι μου και πάντα να φροντίζεις με αγάπη το σπιτικό σου», της είχε πει. «Και να ‘χει χώρο η καρδιά σου και για τους ανήμπορους, για να μπορείς να φροντίζεις με θέρμη και γι’ αυτούς». Αλλά για κείνη, η πιο σπουδαία προίκα δεν ήταν τα κεντήματα και τα κιλίμια, ούτε το κεραμικό σκεύος. Ήταν η αγάπη, η ευχή της και οι συμβουλές με τις οποίες την ανάθρεψε. Έτσι το ’νιωθε. Κι έτσι ήταν. Γιατί μ’ αυτά έγινε η Λενιώ άνθρωπος προκομμένος, που δε στέρευε από καλοσύνη ούτε στο λόγο ούτε στις πράξεις. Κι όση αρχοντιά είχε η θωριά της, άλλη τόση –και περισσότερη– είχε η καρδιά της.

Πλησίαζαν δυο χρόνια που ο Αλέξανδρός της την είχε αφήσει μόνη με τα δυο παιδιά τους. Μα ήταν τόσο καλός άνθρωπος, που τον αισθανόταν δίπλα της φύλακα-άγγελο να τους προστατεύει, όπως έκανε κι όταν ζούσε. Η Κατερίνα της, δεκάξι χρονών κοπέλα, είχε πάει να μαζέψει λουλούδια για να στολίσουν το τραπέζι, καθώς και βότανα για το βραδινό αφέψημα. Ο Δημήτρης της, δυο χρόνια μικρότερος, είχε πάει να ταΐσει τα ζωντανά τους. Τη βοηθούσαν όπως μπορούσαν και τα δυο τους, δεν είχε παράπονο. Έβγαλε την ποδιά κι έκατσε δίπλα στο τζάκι, σ’ ένα ξύλινο σκαμπουδάκι. Είχε σηκωθεί από τ’ αχάραγα για να ζυμώσει τα Χριστόψωμα, να φτιάξει δίπλες, να μαγειρέψει. Συνέχισε το πλεκτό της. Στη σκέψη της ήρθε η γιαγιά της: Το μαγείρεμα, κόρη μου, θέλει αγάπη. Αυτή είναι που δίνει τη νοστιμάδα.
Σε λίγο το φαγητό ήταν έτοιμο. Τοποθέτησε όλα τα καλούδια της ημέρας επάνω στο τραπέζι και με ευλάβεια γέμισε δυο καλάθια ίσα με πάνω. Τα σκέπασε καλά. Ένα για τη Γιαννούλα, που φέτος το κρυολόγημα την είχε κρεβατωμένη και τα παιδιά της θα μένανε νηστικά γιορτιάρες μέρες. Το δεύτερο προοριζόταν για δύο σπίτια ηλικιωμένων συγχωριανών της που δεν είχαν κανέναν να τους κοιτάξει, μιας και τα παιδιά τους λείπαν στα ξένα. Τύλιξε το μαντήλι της στο κεφάλι, φόρεσε το μάλλινο πανωφόρι της, πήρε τα καλάθια στα χέρια και κίνησε το δρόμο. Έξω, στον παγωμένο αέρα, συντροφιά να τη ζεσταίνουν είχε τα λόγια της γλυκιάς της μητέρας… Και να ’χει χώρο η καρδιά σου και για τους ανήμπορους, για να μπορείς να φροντίζεις με θέρμη και γι’ αυτούς.
Η οικογένεια μαζεύτηκε ξανά στην εστία της. Γύρω από το τραπέζι, μέσα στη θαλπωρή του χειμωνιάτικου, η Λενιώ με τα παιδιά της γεμάτη ευγνωμοσύνη. Ο άντρας του σπιτιού, ο Δημητράκης, σταύρωσε το Χριστόψωμο. Αφού ευχηθήκανε «Χρόνια Πολλά» και «Καλή Χρονιά», αρχινήσανε να τρώνε. Ώσπου… «Μάνα, τ’ αποφάσισα», είπε ο Δημήτρης με ύφος σοβαρό. «Θα γίνω γιατρός!». Και κοιτώντας την βαθιά ως την ψυχή της, συνέχισε. «Του χρόνου θα πάω σχολείο στην πόλη. Θα μένω στου μπαρμπα-Νικόλα. Να ψάξω και για κανένα μεροκάματο. Τα Σαββατοκύριακα θα ’ρχομαι να σας βλέπω και να βοηθώ με τις δουλειές. Κι όταν με το καλό έρθει ο καιρός, θα δώσω εξετάσεις. Θα το δεις, μάνα. Θα μπω στην Ιατρική! Για να βοηθώ ανθρώπους να ’χουν την υγειά τους. Χθες, που ’μουν με τον Γιωργάκη της κυρα-Γιαννούλας, τα πόνεσε η ψυχή μου όλα τ’ αδέλφια που ’ταν στενοχωρημένα με τη μάνα τους να ψήνεται στον πυρετό, χωρίς να ξέρουν πώς να βοηθήσουν. Γι’ αυτό, μάνα, πίσω δεν κάνω. Γιατρός ή τίποτα. Και μένα δε με γέννησες για το τίποτα».
Με δάκρυα χαράς του αποκρίθηκε: «Γιε μου… Με την ευχή της Παναγίας παλικάρι μου και τη δική μου! Τα γράμματα τ’ αγαπάς. Το βλέπω. Κι ο δάσκαλος μου το λέει. Μα κείνο που μου δίνει μεγαλύτερη χαρά παιδί μου, είναι ότι πιότερο απ’ τα γράμματα αγαπάς τους ανθρώπους». Η Λενιώ, κοίταξε προς το φως του καντηλιού που σιγόκαιγε μπροστά από τα εικονίσματα και με φωνή γεμάτη γλύκα και κατάνυξη, είπε «Παναγία μου… Χριστέ μου… Ευλογία, αγάπη, υγεία και χαρά σε όλο τον κόσμο!»
Αθήνα, 31 Δεκεμβρίου 2005
Νωρίς το μεσημέρι.
«Γιατρέ, κατεβείτε για έκτακτο χειρουργείο με πολυτραυματία! Περιστατικό από τροχαίο, νεαρή κοπέλα, οδηγός ΙΧ. Τη φέρνουν τώρα από τα επείγοντα. Είναι σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση».
Έντεκα και τέταρτο το βράδυ.
Μπήκε στο αυτοκίνητο. Πληκτρολόγησε έναν αριθμό στο κινητό κι έβαλε ανοιχτή ακρόαση.
«Αγάπη μου;» ακούστηκε.
«Η αγάπη σου έρχεται και σε περίπου είκοσι λεπτά θα βρίσκεται κοντά σας».
«Σε περιμένουμε! Σ’ αγαπώ!»
«Σ’ αγαπώ».
Έβαλε μπρος τη μηχανή. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Είχε ανάγκη να ακούσει μουσική, κάτι να τον χαλαρώσει. Άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στους σταθμούς. Σταμάτησε σε μια γαλήνια, μελωδική φωνή. Η Nancy Wilson ερμήνευε το «What are you doing New Year’s eve?». Αμέσως μετά, ο ραδιοφωνικός παραγωγός υπενθύμισε στους ακροατές το εορταστικό μουσικό αφιέρωμα στη δεκαετία του ’60, κάνοντας σχετικές αναφορές στην περίοδο εκείνη. «Τι εποχές…», μονολόγησε και ο νους του ταξίδεψε στα νεανικά του χρόνια και στο μικρό ορεινό χωριό του, εκεί που άρχισαν όλα.
Μόλις πάρκαρε το αυτοκίνητο στην πιλοτή, στο ραδιόφωνο έπαιζε το «Stand by me». Τράβηξε χειρόφρενο. Έγειρε πιο πίσω στην καρέκλα. Έκλεισε τα μάτια. Κι έκατσε να ακούσει όλο το τραγούδι, να αποφορτιστεί… I won’t cry, I won’t cry. No, I won’t shed a tear, just as long as you stand, stand by me.
Βγήκε από το ασανσέρ. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Άνοιξε. Η Αλίκη τον υποδέχτηκε με μια σφιχτή αγκαλιά και πήγε να φωνάξει τα παιδιά -την Αλεξάνδρα και τον Νικόλα- από τα δωμάτιά τους. Ο Δημήτρης πήγε στο καθιστικό. Η κυρα-Λενιώ άφησε το πλεκτό της στην άκρη.
«Ήρθες παιδί μου!»
«Ήρθα μάνα».
Κάθισαν όλοι γύρω από το γιορτινό τραπέζι. Ο Δημήτρης σηκώθηκε, τους κοίταξε έναν-έναν, μα λίγο παραπάνω το βλέμμα του στάθηκε στην κόρη του. Χαμογέλασε, σταύρωσε το Χριστόψωμο και είπε «Έλα μάνα! Ήρθε η στιγμή. Θα κάνεις την κίνηση;». Και η κυρα-Λενιώ άπλωσε το χέρι της απαλά, έπιασε το καπάκι της κόκκινης γάστρας της και μόλις την ξεσκέπασε, ευωδίασε αγάπη.
Ιταλία, 31 Δεκεμβρίου 2025
Εννιά και μισή το πρωί. Η Μαρίνα μόλις έκλεισε το φάκελο. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα στέλνει ευχετήρια κάρτα στον ίδιο παραλήπτη. Και αυτή είναι η δέκατη ένατη στη σειρά. Υπόψιν κ. Βασιλόπουλου Δημήτρη. Φέτος, όμως, για πρώτη φορά, την κάρτα της τη συνοδεύει ένα γράμμα.
Γιατρέ, εύχομαι η κάρτα μου να σας βρίσκει γερό και χαρούμενο. Όπως κάθε φορά, την παραλαμβάνετε την πρώτη εβδομάδα του νέου χρόνου. Σε δύο μήνες από τώρα θα βρίσκομαι στην Αθήνα ως εισηγήτρια σε μια σημαντική ημερίδα για πρωτοετείς φοιτητές Ιατρικής. Θα χαρώ πολύ αν καταφέρετε να παραβρεθείτε. Σχετικές λεπτομέρειες σας αναγράφω στην επόμενη σελίδα. Ξέρετε, σκοπεύω να αναφερθώ σε εσάς, στο έργο σας και την προσφορά σας. Κυρίως, όμως, στην ανθρώπινη προσέγγιση με την οποία υπηρετήσατε και αγκαλιάσατε την επιστήμη της Ιατρικής. Το νιώθω ως χρέος μου να το κάνω και, παράλληλα, είμαι σίγουρη ότι το παράδειγμά σας θα εμπνεύσει και άλλους – όπως ενέπνευσε κι εμένα τότε. Ως άνθρωπος και ως γιατρός, είστε το πρότυπό μου! Καλό κι Ευτυχισμένο 2026!
Αθήνα, 31 Δεκεμβρίου 2065
Τα μέλη μιας οικογένειας είναι συγκεντρωμένα στο σαλόνι κάποιου διαμερίσματος. Κοιτάζουν παλιές φωτογραφίες στην οθόνη ενός φορητού υπολογιστή. Σχολιάζουν, γελούν, νοσταλγούν. Μια νεαρή γυναίκα σηκώνεται από τον καναπέ. Είναι εικοσιεφτά χρονών κι έχει πάρει όχι μόνο το όνομα αλλά και τη χάρη της προγιαγιάς της. Μόνο που εκείνη την φωνάζανε «Λενιώ», ενώ αυτήν «Ελένη». Κατευθύνεται προς το δωμάτιό της. Ανοίγει το συρτάρι του κομοδίνου της και βγάζει ένα παλιό βιβλίο-κειμήλιο με παραμύθια του Κάρολου Ντίκενς και του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Όταν ήταν παιδιά ο πατέρας της και η θεία της, τους το διάβαζε ο παππούς της όταν δεν είχε εφημερία σε κάποιο νοσοκομείο. Κάθεται σε μια καρέκλα. Ξεφυλλίζει το βιβλίο. Διαβάζει για λίγο. Πηγαίνει στην τελευταία σελίδα. Κι εκεί, με έκπληξη, παρατηρεί για πρώτη φορά κάτι… Στην εσωτερική πλευρά του σκληρόδετου ντυσίματος, βρίσκεται μια σχισμή. Την τραβάει απαλά. Φανερώνεται ένα χαρτί διπλωμένο. Το βγάζει. Το κοιτάζει. Το ανοίγει. Είναι ελαφρώς κιτρινισμένο. Αν και τα γράμματα είναι έντονα καλλιγραφικά, τα καταλαβαίνει. Ο τρόπος διατύπωσης, θυμίζει μέρος από προσωπικό ημερολόγιο. Και μέσα στις τόσες λέξεις, μένει περισσότερο σε αυτές..
Αθήνα, Ιανουάριος 2042
Πέρασαν τα χρόνια, κι έφεραν πολλές όμορφες στιγμές, μα και δύσκολες που ξεπεράστηκαν με υπομονή και πίστη. Και τώρα, στα βαθιά γεράματα, αν ήταν να διαλέξω την πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου, πάλι την ίδια θα διάλεγα. Την Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2005. Είχα ένα πολύ απαιτητικό χειρουργείο. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν από την επέμβαση, έκλεισα τα μάτια μου και προσευχήθηκα με όλη μου τη δύναμη… Βγήκαμε μετά από εφτά ώρες. Το ακατόρθωτο είχε γίνει κατορθωτό. Με τη βοήθεια του Θεού, μπόρεσα να σώσω ένα νεαρό κορίτσι. Βγήκα να ανακοινώσω τα ευχάριστα νέα στους γονείς της – ότι η κόρη τους είχε διαφύγει τον κίνδυνο και τους διαβεβαίωσα πως εγώ και το υπόλοιπο ιατρικό προσωπικό θα κάναμε το καλύτερο μέχρι να αποκατασταθεί πλήρως η κατάσταση της υγεία της. Ο πατέρας της έκλαιγε σαν μικρό παιδί από τη χαρά του. Η μητέρα της έπιασε τα χέρια μου και τα φιλούσε. Τα γέμισε δάκρυα. Έφτασα στο σπίτι μου αργά το βράδυ. Με περίμενε η οικογένειά μου. Κάτσαμε στο τραπέζι. Τους κοίταξα όλους, μα λίγο παραπάνω το βλέμμα μου στάθηκε στην κόρη μου. Είχε την ίδια ηλικία με το κορίτσι που μόλις είχα χειρουργήσει. Δεκαεννιά χρονών και οι δύο. Σκέφτηκα ότι του χρόνου τέτοια μέρα θα μπορούσε να γιορτάσει κι εκείνη δίπλα στους γονείς της υγιής και χαρούμενη, όπως η Αλεξάνδρα μου. Δόξα τω Θεώ! Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένιωσα μέσα μου μια πελώρια ευτυχία. Για την ιστορία αυτή δε μίλησα ποτέ μου σε κανέναν. Η Μαρίνα Αγγέλου -που μόλις έγινε τελείως καλά, πήγε στην Ιταλία για να σπουδάσει Ιατρική- έχει διαπρέψει ως καρδιοχειρουργός και Ακαδημαϊκός. Σήμερα το πρωί, έλαβα την τριακοστή έκτη ευχετήρια κάρτα της για το νέος έτος.

Η Ελένη ξαναβάζει το χαρτί στην κρυφή του θέση. Ανοίγει το παράθυρο. Στην αγκαλιά της κρατάει το βιβλίο. Κοιτάζει προς τον ουρανό. Το βλέμμα της συναντά το πιο φωτεινό αστέρι. Χαμογελάει. Και γεμάτη υπερηφάνεια, λέει «Και αυτό θα είναι το μυστικό μας παππού!». Την ίδια στιγμή, πυροτεχνήματα απλώνουν ψηλά τα εντυπωσιακά τους πολύχρωμα σχέδια. Επιστρέφει χαρούμενη στο σαλόνι και δυνατά εύχεται σε όλους «Καλή Χρονιά!».















































































































