Η πασχαλιάτικη εξαγγελία του Πρωθυπουργού για την απαγόρευση των social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών από την 1η Ιανουαρίου 2027, έπεσε σαν βόμβα στους τίτλους των ιντερνετικών μέσων, στα εξώφυλλα των –ελάχιστων– πλέον εφημερίδων και, ειρωνικά, στα posts των ίδιων των κοινωνικών δικτύων που αφορά το μέτρο.
Αν και η πρόθεση –η προστασία της ψυχικής υγείας των εφήβων– ακούγεται στα αυτιά των ανήσυχων γονέων ως ορθή (ένα μίνι γκάλοπ σε ποικίλες ηλικίες και φύλα θα σας πείσει ότι σε πρώτο επίπεδο συμφωνούν με τον πολυμήχανο Κυριάκο και την ευαίσθητη κυβέρνησή μας), η μέθοδος θυμίζει έντονα τη λαϊκή ρήση του τίτλου: περιστρεφόμαστε γύρω από το πρόβλημα, χωρίς να το αγγίξουμε ποτέ ουσιαστικά. Ας εντοπίσουμε τουλάχιστον τρία προβλήματα – και, πιστέψτε μας, στην πορεία θα προστεθούν και άλλα.
– Οι οριζόντιες απαγορεύσεις δεν έλυσαν ποτέ κανένα πρόβλημα.
Η ιστορία έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι οι οριζόντιες απαγορεύσεις δεν έλυσαν ποτέ κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως, μετατοπίζουν το ζήτημα στο σκοτάδι ή το καθιστούν «γοητευτικά απαγορευμένο», γεννώντας μια κουλτούρα παρανομίας. Όταν απαγόρευσαν το ποτό στην Αμερική, πλούτισαν τα παράνομα μπαρ και το Χόλιγουντ απέκτησε υλικό για ταινίες εποχής. Όταν απαγόρευσαν το χασίς, γέμιζαν φεστιβάλ με τίτλο «Legalize it» όπου καπνίζονταν στρέμματα σε ένα βράδυ — και ελπίζω να μην κινδύνεύσω για σύλληψη ή μήνυση όπως ο Γιάνης, έστω και μόνο για την αναφορά.
Στον ψηφιακό κόσμο, όπου η τεχνολογία τρέχει ταχύτερα από τη νομοθεσία, ένα VPN ή ένας ψεύτικος λογαριασμός μετατρέπουν τον κρατικό φραγμό σε ανέκδοτο. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το παιδί θα έχει πρόσβαση στο TikTok, αλλά γιατί νιώθει την υπαρξιακή ανάγκη να καταναλώνει ακατάσχετα ψηφιακό περιεχόμενο.
– Μη φας πατατάκια, φάε γαριδάκια
Εστιάζοντας αποκλειστικά στα κοινωνικά δίκτυα, η κυβέρνηση (ή μάλλον η Ευρώπη που δίνει τις «γραμμές») πέφτει στη γνωστή παγίδα να χάνει το δάσος, που δεν είναι άλλο από την εξάρτηση από τις φωτεινές πηγές, ήτοι τις οθόνες.
Η ντοπαμίνη που εκκρίνεται στον εγκέφαλο ενός εφήβου δεν κάνει διακρίσεις· δεν την ενδιαφέρει αν το ατέρμονο scrolling γίνεται στο Instagram ή σε «εκπαιδευτικά» βίντεο στο YouTube. Τι θα γίνει με την καταιγίδα της Τεχνητής Νοημοσύνης; Οι αλγόριθμοι του AI που προσφέρουν ψευδαίσθηση συντροφιάς ή λύνουν ασκήσεις μπορούν να γίνουν εξίσου εθιστικοί με ένα reel. Αν απαγορεύσουμε το Facebook αλλά αφήσουμε το παιδί οκτώ ώρες καθηλωμένο μπροστά σε μια οθόνη που παράγει φως και τεχνητά ερεθίσματα, η ζημιά στο νευρικό σύστημα και η αποξένωση παραμένουν ίδιες, αγνοώντας μελέτες όπως το «3-6-9-12» του Serge Tisseron για την ηλικιακή διαβάθμιση της έκθεσης σε οθόνες.
– «Τώρα μιλάμε για σένα»
Εδώ αναδύεται και η μεγάλη κοινωνική υποκρισία. Πώς μπορεί ένα κράτος να απαιτεί από έναν 14χρονο να κλείσει το κινητό, όταν ο ίδιος ο γονιός κάθεται απέναντί του στο τραπέζι και σκρολάρει ασυναίσθητα, χαμένος στη δική του ψηφιακή φούσκα; Η εξάρτηση από την οθόνη είναι πλέον διαγενεακή και, όπως εύστοχα είπε μία συνάδελφος, ίσως η απαγόρευση θα έπρεπε να αφορά και τους άνω των 50, οι οποίοι έχουν χάσει προ πολλού την ικανότητα της συγκέντρωσης και της ουσιαστικής παρουσίας – άσε που σχολιάζουν και βλακείες, ενώ δεν ξέρουν μερικές φορές καν πώς λειτουργεί η φάση. Η αλλαγή δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο στα παιδιά, αν δεν ξεκινήσει ως συλλογική αυτογνωσία των παλαιότερων γενιών που δίνουν το χείριστο παράδειγμα.
Αυτό που πραγματικά λείπει από τη ζωή των νέων δεν είναι η αποχή από τα social media, αλλά η ανάκτηση της σωματοποίησης. Η ψηφιακή ζωή, παρά την πολυπλοκότητά της, παραμένει ασώματη, αποστειρωμένη και επίπεδη, αφαιρώντας από τον άνθρωπο την αμεσότητα των βασικών του αισθήσεων. Απαιτείται μια ριζική, απελευθερωτική στροφή: προς το αυθόρμητο παιχνίδι, προς τη φύση και κυρίως προς τη φυσική συνάντηση, εκεί όπου η γλώσσα του σώματος, η αφή* καθιστούν οτιδήποτε άλλο φτωχό υποκατάστατο.
Αντί για κατασταλτικά μέτρα, η πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε μια πράξη χειραφέτησης: να επενδύσει σε υποδομές που προωθούν τη σωματική κοινωνικοποίηση, χώρους δηλαδή όπου η πραγματική επαφή είναι η μόνη επιλογή.
Η απαγόρευση Μητσοτάκη είναι άλλη μια αποσπασματική Κυριακή μέσα σε μια εβδομάδα γεμάτη σκοτάδι. Χωρίς μια βαθιά πολιτισμική μετατόπιση που θα επαναφέρει τον άνθρωπο στο κέντρο της αισθητηριακής εμπειρίας, οι οθόνες θα παραμείνουν νικήτριες, ανεξάρτητα από τους νόμους που ψηφίζονται στα χαρτιά.
*Ας θυμηθούμε πως η αφή αποτελεί μία από τις πιο θεμελιώδεις αισθήσεις για την ανάπτυξη των βασικών μας λειτουργιών· στερούμενοι αυτής, ορίζουμε ουσιαστικά μια μορφή συναισθηματικής, σωματικής και αναπτυξιακής αναπηρίας. Ενώ χωρίς την όραση μπορεί κανείς, έστω και με δυσκολία, να περιηγηθεί στον χώρο και να επιβιώσει, η απουσία της αφής (ως μέσω στήριξης και αντίληψης), αλλά και της σωματικής επαφής με τον κόσμο μάς ακρωτηριάζει σε ένα επίπεδο που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να θεραπεύσει. Η πραγματική επανάσταση, λοιπόν, δεν βρίσκεται σε έναν νόμο, αλλά στην τολμηρή απόφαση να αγγίξουμε ξανά την πραγματικότητα, αφήνοντας τις οθόνες στο περιθώριο της ύπαρξής μας.















































































































