Λίγες μέρες πριν από την παρουσίαση του μυθιστορήματος της Μαρίας Βασιλειάδου, Η Μαγαρισμένη, τη Δευτέρα 27 Απριλίου 2026 (19:00, Public Συντάγματος) το ΗΠΖ σάς δίνει μια πρώτη γεύση από όσα θα βρείτε στις σελίδες του.
Άρχισε ο λεπτοδείκτης να μετράει ανάποδα
Η Αντρούλα βημάτιζε μέσα στο μικρό δωμάτιο. Είχε νοικιάσει ένα μικρό στούντιο στην Κυψέλη. Ήταν το ορμητήριό της, η φωλιά της, το καταφύγιό της. Από εκεί οργάνωνε τις κινήσεις της και σχεδίαζε το πρόγραμμά της. Έκανε δουλειές του ποδαριού, για να συντηρείται και να μπορεί να πληρώνει όλα της τα έξοδα.
Μέσα στα χρόνια, παρέμεινε προσηλωμένη στον στόχο της. Δεν παρέκκλινε ούτε για μία στιγμή, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Καμιά θυσία δεν ήταν αρκετή, τίποτα δεν μπορούσε να την αποσπάσει από τον αγώνα της να βρει τον γιο της. Δεν είχε κοινωνική ζωή, ούτε και φίλους. Οι μόνοι άνθρωποι στη ζωή της με τους οποίους είχε επικοινωνία, όποτε η ίδια το αποφάσιζε, ήταν η αδελφή της η Μαρία και η φίλη της η Βασιλική.
Τη Βασιλική την αναζητούσε αρκετά συχνά. Ήταν ο μόνος άνθρωπος πάνω στη γη που ένιωθε ότι την καταλάβαινε και δεν την έκρινε.
Η αδελφή της, από την άλλη, την έκρινε συνέχεια. Την έβαζε μπροστά στις ευθύνες της κάθε φορά που μιλούσαν. Ακόμα και από το τηλέφωνο, δεν έχανε την ευκαιρία να τη βομβαρδίζει με απαξιωτικά σχόλια και να χτίζει γύρω της έναν τοίχο από τύψεις.
Γνώριζε πολύ καλά τα λάθη της. Μπορούσε να καταλάβει το κακό που προκάλεσε με τις αποφάσεις της. Πλήγωσε βαθιά τους δικούς της ανθρώπους.
Το ήξερε…
Δεν της ήταν καθόλου εύκολο να εγκαταλείψει τον άντρα της και το παιδί της. Αλλά δεν είχε επιλογή. Η ψυχή της αποφάσιζε γι’ αυτήν.
Η ζωή της άρχισε ανάποδα. Το παιδί μέσα της γέρασε και μαράθηκε πριν καλά καλά προλάβει να χαμογελάσει. Η εισβολή των Τούρκων στο νησί αναποδογύρισε τον κόσμο της. Ο ανείπωτος φόβος φώλιασε στα κύτταρά της, σαν ανίατη ασθένεια που έλιωνε και διέλυε σταδιακά κάθε ελπίδα να βρει τη χαρά. Δεν είναι μόνο που της βίασαν το νεανικό της σώμα, βίασαν και το παιδί μέσα της και του έκοψαν τα φτερά, αφήνοντάς το κουτσό κι ανήμπορο να πετάξει, να ονειρευτεί και να ζήσει τη φωτεινή πλευρά της ζωής.
Εκείνη η μέρα που χάθηκε ο ήλιος, όταν τον σκέπασαν οι βίαιες κινήσεις των Τούρκων στρατιωτών που χώθηκαν μέσα της και την ξέσκισαν βάναυσα, ήταν και η τελευταία μέρα που είδε το φως. Από τότε, ζούσε στο σκοτάδι. Η μόνη αχνή ελπίδα να ξαναδεί το φως ήταν να βρει τον γιο της, το παιδί της.
Αυτό το αγνό πλάσμα που άρχισε να υπάρχει, εκείνη τη βρόμικη στιγμή, και που η ύπαρξή του μπορούσε να αποτελέσει τον μόνο εξαγνισμό για την ίδια.
Βαθιά μες στην ψυχή της παρέμενε, αναλλοίωτο στον χρόνο, το δεκαεξάχρονο άβγαλτο κοριτσάκι που αναζητούσε τη σωτηρία του. Και η μόνη σωτηρία που μπορούσε να αποζητήσει ήταν η αναζήτηση του παιδιού που ο βιασμός έφερε στη ζωή, σαν αντιστάθμισμα του κακού.
Ποιος, όμως, μπορούσε να το καταλάβει αυτό; Σίγουρα, όχι η αδελφή της. Που την κατακεραύνωνε σε κάθε ευκαιρία. Η Μαρία είχε χτίσει τις δικές της αντιστάσεις, επενδύοντας στη λήθη. Σπούδασε, έγινε φιλόλογος και αφιερώθηκε στους μαθητές της. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ούτε ποτέ τής μίλησε για κάποια σχέση της. Όταν η Αντρούλα, προσπαθώντας να γλιτώσει από τα αλλεπάλληλα πυρά της αδελφής της, άλλαζε κουβέντα και τη ρωτούσε για τη δική της ζωή, αυτή αμέσως αντιδρούσε αρνητικά. Δεν ήθελε να κουβεντιάζει για τη ζωή της, δεν ήθελε να μιλά για οτιδήποτε την αφορούσε. Όσο κι αν προσπάθησε να την πείσει για να την εμπιστευτεί, δεν τα κατάφερε. Η Μαρία ήταν από τους ανθρώπους που έβρισκαν την ασφάλεια στην επανάληψη και τη ρουτίνα. Κρατήθηκε στο πλαίσιο του καθωσπρεπισμού και στη σιγουριά των στερεοτύπων. Ίσως αυτός να ήταν ο δικός της τρόπος να προστατέψει το τρομαγμένο κοριτσάκι που ήταν μόλις δεκατριών χρόνων τότε που το βίασαν και ανάτρεψαν κάθε μορφή λογικής και ισορροπίας στην ψυχή του. Ίσως η πεπατημένη να ήταν και το μόνο σίγουρο εργαλείο που την κράτησε, ώστε να μην πέσει.
Για ένα πράγμα μόνο ένιωθε ευγνωμοσύνη προς την αδελφή της, κι αυτό ήταν ότι στάθηκε βράχος, όλα αυτά τα χρόνια, δίπλα στην κόρη της, τη Μαγδαλένα της, και στον άντρα της. Δεν τολμούσε όμως να της το πει, γιατί όποτε άνοιγε αυτή την κουβέντα την έπαιρνε το κύμα των κατηγοριών της Μαρίας και την έπνιγε στα βαθιά.
Συνέχισε να πηγαινοέρχεται στο μικρό δωμάτιο ενώ έκανε όλες αυτές τις σκέψεις. Καμιά φορά έριχνε και μια ματιά έξω από το παράθυρο. Περίμενε τη Μαρία να έρθει. Της είχε τηλεφωνήσει πριν μια ώρα και της είχε ζητήσει να βρεθούν. Δεν το έκανε συχνά αυτό. Της είπε ότι έπρεπε να μιλήσουν. Αυτό την είχε αναστατώσει πολύ. Για να ζητήσει να τη δει σήμαινε ότι κάτι σοβαρό ήθελε να της πει.
Άραγε να έπαθε κάτι η Μαγδαλένα της; Ή μήπως ο Νίκος;
Την είχαν ζώσει τα φίδια! Ξανακοίταξε έξω από το παράθυρο. Είδε το ταξί που σταμάτησε και την αδελφή της να βγαίνει με φόρα και να κατευθύνεται προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Φόρεσε το πιο γλυκό της χαμόγελο και άνοιξε την πόρτα. Σε λίγο η Μαρία βρέθηκε μπροστά της. Άνοιξε τα χέρια της και την αγκάλιασε.
«Αδελφούλα μου», της είπε με φωνή που έτρεμε, «καλώς όρισες. Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω».
Η Μαρία την έσφιξε στην αγκαλιά της. Όσο κι αν την κάκιζε για τις αποφάσεις της, την αγαπούσε πραγματικά. Αυτό το ήξερε και το ένιωθε βαθιά μέσα της.
«Δεν ξέρω αν θα χαρείς με αυτά που θα σου πω». Το ηχόχρωμα της φωνής της έκρυβε απειλή. Χωρίς να την κοιτάξει, προχώρησε στο δωμάτιο. «Έφερα μπισκοτάκια να φάμε, με τον καφέ… Έλα, φτιάξε καφέ και κάθισε να τα πούμε. Μόνο κάνε γρήγορα διότι δεν έχω πολλή ώρα, πρέπει να πάω στον Νίκο. Με περιμένει για να του πω τα νέα».
Τώρα τα πράγματα άρχισαν να γίνονται χειρότερα.
Τι νέα δηλαδή θα του πει;
Η Μαρία στρογγυλοκάθισε στη μοναδική πολυθρόνα που είχε το δωμάτιο.
Η καρδιά της Αντρούλας άρχισε να χτυπά δυνατά. Έφτιαξε τον καφέ και κάθισε στο κρεβάτι απέναντί της. Η Μαρία την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και, συνεχίζοντας με αυστηρό τόνο στη φωνή, όπως συνήθιζε, άρχισε να της μιλά. Χωρίς περιστροφές και τυπικές ευγένειες, μπήκε αμέσως στο θέμα.
Περισσότερες πληροφορίες για την εκδήλωση θα βρείτε εδώ.















































































































