Πρόσφατα έτυχε να ακούσω για την ιστορία ενός «αόρατου γλυπτού» που πωλήθηκε το 2021 για 15.000 ευρώ. Ο λόγος γίνεται για το έργο με τίτλο «Io Sono» («Εγώ Είμαι») του Ιταλού καλλιτέχνη Salvatore Garau. Παρόλο που το γλυπτό δεν έχει φυσική υπόσταση, ο αγοραστής έλαβε ένα πιστοποιητικό αυθεντικότητας και οδηγίες για το πώς να εκθέσει σωστά το έργο: σε έναν ελεύθερο χώρο διαστάσεων περίπου 1,5×1,5 μέτρων.
Ακούγεται ίσως παράλογο. Άυλη τέχνη; Κι όμως ο Salvatore δεν είναι ο πρώτος που θέλησε να μιλήσει για τη δύναμη των ιδεών και της φαντασίας, χρησιμοποιώντας την τέχνη ως βήμα του.
Οι ρίζες της άυλης τέχνης
Τα θεμέλια για την άυλη τέχνη έθεσε ο Marcel Duchamp, ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς και επιδραστικούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Ο Duchamp αμφισβήτησε ανοιχτά την παραδοσιακή αντίληψη της τέχνης ως κάτι που πρέπει να είναι «όμορφο», «τεχνικά άρτιο» ή «χειροποίητο». Το πιο διάσημο έργο του είναι το Fountain (1917), μια απλή λεκάνη τουαλέτας, υπογεγραμμένη με το ψευδώνυμο «R. Mutt», την οποία υπέβαλε ως έργο τέχνης σε μια έκθεση. Το έργο έμεινε στην ιστορία ως το πρώτο «readymade», δηλαδή ένα καθημερινό αντικείμενο που μετατρέπεται σε τέχνη με τη δήλωση του καλλιτέχνη.
Αυτό έκανε τον Duchamp τον πρωτοπόρο της εννοιακής τέχνης (conceptual art), κατά την οποία η ιδέα είναι σημαντικότερη από την υλική μορφή, ανοίγοντας τον δρόμο για μελλοντικούς καλλιτέχνες, όπως ο Yves Klein, ώστε να πάνε ακόμα πιο μακριά, αμφισβητώντας την αναγκαιότητα της ίδιας της φυσικής υπόστασης.
Ο Yves Klein παρουσίασε το 1958 την έκθεσή του, με τίτλο “Le Vide” («Το Κενό»), στη γκαλερί Iris Clert στο Παρίσι. Τι υπήρχε μέσα στην γκαλερί; Τίποτα. Οι τοίχοι ήταν λευκοί, το δωμάτιο άδειο. Παρόλα αυτά, πλήθος κόσμου ήρθε για να «δει» την έκθεση. Ο Klein, μετατρέποντας το «τίποτα» σε πεδίο συναισθήματος και σκέψης και καθιστώντας την απουσία καλλιτεχνικό εργαλείο, θέλησε να δείξει ότι η προσδοκία και η φαντασία του θεατή είναι εξίσου σημαντικά με τη φυσική υπόσταση ενός έργου.
Ο Salvatore Garau, όπως και άλλοι σύγχρονοι καλλιτέχνες, συνέχισε αυτή τη σκέψη, πηγαίνοντάς την ακόμα παραπέρα: δεν παρουσιάζει ούτε ένα «άδειο δωμάτιο», ούτε ένα τροποποιημένο αντικείμενο. Δεν παρουσιάζει τίποτα απολύτως. Το «Io Sono» είναι «αόρατο», και αυτό που πουλάει είναι η ιδέα της παρουσίας, ένα «γλυπτό» που υπάρχει μόνο αν το φανταστείς. Με άλλα λόγια: η τέχνη δεν είναι πια κάτι που βλέπεις, αλλά κάτι που σκέφτεσαι.

Μπορεί μια ιδέα να αποτελέσει έργο τέχνης;
Αυτός ο τρόπος σκέψης μετατοπίζει το επίκεντρο της τέχνης από το αισθητικό αντικείμενο στο νοητικό γεγονός. Είναι μια τέχνη που δεν καταναλώνεται, αλλά βιώνεται στο μυαλό. Για κάποιους αυτό είναι επαναστατικό. Για άλλους, είναι το σημείο όπου η τέχνη «χάνει το νόημά της». Κι εδώ ξεκινά ο διάλογος: Μπορεί κάτι που δεν έχει φυσική υπόσταση να θεωρηθεί τέχνη;
Τι είναι τέχνη;
Αυτό είναι από τα πιο αμφιλεγόμενα ερωτήματα και η απάντηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς ορίζουμε την τέχνη.
Αν την δούμε ως έκφραση ιδεών και συναισθημάτων, τότε ναι. Ακόμη και κάτι άυλο μπορεί να είναι τέχνη. Αν την ορίσουμε ως κάτι που παράγει αισθητική απόλαυση, τότε όχι, καθώς δεν έχει μορφή. Αν τη δούμε ως ιδεολογική πρόκληση ή κοινωνικό πείραμα, τότε μάλλον ναι. Αν όμως πούμε ότι αφορά την προσωπική βιωματική εμπειρία, τότε μάλλον όχι.
Παράλληλα, η απάντηση εξαρτάται από την εξής υποερώτηση: Σκοπός της τέχνης είναι να προσφέρει μία αισθητική απόλαυση, αλλά και να προβληματίσει, να προκαλέσει συναίσθημα στον θεατή. Είναι τέχνη κάτι που επιτελεί αυτό τον σκοπό, ανεξαρτήτως υπόστασης;
Η δύναμη της ιδέας ή marketing;
Το ένα δεδομένο είναι ότι αυτό που δημιούργησε και πούλησε ο Salvatore ήταν μια ιδέα. Ήταν άραγε τόσο δυνατή για να αλλάξει τον κόσμο, επομένως να επιτελέσει τον σκοπό ενός έργου τέχνης ή η ιδέα είχε πολύ καλό μάρκετινγκ και στην πραγματικότητα εξαπάτησε τον κόσμο;
Αν η ιδέα του Garau όντως μας οδηγεί να αναρωτηθούμε για την υπόσταση της τέχνης, για το τι αξίζει και τι όχι, τότε ίσως το έργο πέτυχε τον σκοπό του και λειτούργησε ως «πνευματική τέχνη». Από την άλλη, αν έχουμε παρασυρθεί απλώς από το hype, την τιμή και το παράδοξο, τότε ίσως έχουμε μπροστά μας μια έξυπνη επιχειρηματική πράξη. Μπορεί βέβαια να είναι και τα δύο ταυτόχρονα.
Ποιος θεωρείται πραγματικός δημιουργός του έργου;
Το άλλο δεδομένο είναι ότι προσωπικά δεν θα ασχολούμουνα με κάτι που δεν μπορώ να αντιληφθώ με καμία από τις αισθήσεις μου. Ο Salvatore κατάφερε να πουλήσει ένα από τα έργα του για ένα υπέρογκο ποσό και αυτό ήταν που με έβαλε σε σκέψεις, που μου προκάλεσε ίσως κάποια συναισθήματα και που τράβηξε την προσοχή μου.
Θα ήταν αφελές πιστεύω να πούμε ότι ο Garau ήταν αυτός που έβαλε το κοινό να σκεφτεί. Αυτό, στην πραγματικότητα, το κατάφερε ο αγοραστής του έργου του, επενδύοντας οικονομικά, αλλά και συμβολικά σε αυτό.
Ίσως ο πραγματικός «δημιουργός» τέχνης ήταν ο αγοραστής, γιατί αυτός πυροδότησε τον δημόσιο διάλογο. Ο Garau πρότεινε μια «ιδέα», αλλά η πράξη της αποδοχής της ήταν αυτή που της έδωσε νόημα.
Κάποιος θα υποστήριζε ότι δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κανέναν από τους δύο «καλλιτέχνη». Ναι, οι ιδέες έχουν εκπληκτικά μεγάλη δύναμη. «Οι ιδέες είναι αλεξίσφαιρες.» όπως αναφέρεται και στην ταινία V for Vendetta. Όμως, ιδέες έχουμε όλοι, κάποιοι πιο δημιουργικές από άλλους. Είμαστε άραγε όλοι, με μια έννοια, καλλιτέχνες; Ή ο Garau πραγματικά κατείχε την τέχνη του marketing;
Μπορεί να ισχύουν και τα δύο. Ο Salvatore είχε μια ιδέα και ήξερε πώς να τη «ντύσει» σωστά για να κάνει θόρυβο. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εξαπάτησε. Ίσως απλά κατάλαβε τον κόσμο στον οποίο ζούμε: έναν κόσμο που εκτιμά πιο πολύ το ιδεατό περισσότερο από το πραγματικό.

Η Ματαιότητα της ζωής και ο πυρήνας της ύπαρξης
Πράγματι, οι άνθρωποι πολλές φορές είναι περισσότερο ευτυχισμένοι με μια ιδέα παρά με την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, όταν ερωτευόμαστε κάποιον, αυτό που ποθούμε στ’ αλήθεια είναι η εικόνα που έχουμε φτιάξει με επιλεγμένα χαρακτηριστικά του πραγματικού ανθρώπου. Ίσως, λοιπόν, όντως ο Garau να έψαχνε τον έναν άνθρωπο που θα ερωτευτεί την ιδέα του έργου του και θα αποδείξει το επιχείρημά του. Ίσως πάλι και όχι. Ίσως εμείς αυτή τη στιγμή τον υπερτιμάμε και ήταν απλά ένας πολύ ταλαντούχος απατεώνας.
«Παλεύουμε για ένα τίποτα, που ωστόσο είναι το παν», έχει πει ο Οδυσσέας Ελύτης, περιγράφοντας πολύ εύστοχα τη ματαιότητα της ζωής και ταυτόχρονα τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ερωτευόμαστε αυτό που θέλουμε να δούμε, όχι πάντα αυτό που είναι εκεί. Η φαντασία μας συχνά γεμίζει τα κενά με προσδοκίες, ανάγκες, επιθυμίες. Αν το δούμε έτσι, ο Garau μπορεί απλώς να έστησε έναν καθρέφτη και περίμενε να δει ποιος θα κοιτάξει μέσα. Όταν αυτός ο ένας άνθρωπος βρέθηκε, τότε ίσως το «αόρατο γλυπτό» έγινε ένα έργο που εκφράζει αυτήν την ανάγκη μας.
Εδώ βρίσκεται η μαγεία: στο «ίσως». Ίσως να του δίνουμε περισσότερη ουσία απ’ όση άξιζε. Ίσως ο Salvatore να χρησιμοποίησε απλά τη δύναμη των ιδεών, χωρίς να τις πιστεύει, προς όφελός του. Ίσως να μην έχει καν σημασία ποιο ισχύει. Ίσως η αξία να βρίσκεται στην κουβέντα που άνοιξε αυτή η αλληλεπίδραση καλλιτέχνη και αγοραστή.















































































































